Καπνισμένα ερείπια (του Βασίλη Βασιλικού)

0
333
φωτογραφία: Κυριάκος Συφιτζόγλου

 

 

του Βασίλη Βασιλικού

 

Με το δεύτερο μυθιστόρημα του (το πρώτο  είναι o «Νοματαίος» του 2011), ο Βασίλης Κουνέλης εντάσσεται αυτοδικαίως στη γενιά των νέων πεζογράφων μας που εδώ και αρκετά χρόνια έχουν εγκαταλείψει την ενδοσκόπηση και τον εσωτερικό μονόλογο, δηλαδή την ομφαλοσκοπία, και ασχολούνται στα έργα τους με την κοινωνία και τους ανθρώπους της, όπως διαμορφώνεται στις μέρες τους ή όπως υπήρχε στο παρελθόν.

Αυτή η στροφή προς τον ρεαλισμό, που δεν είναι ούτε ηθογραφικός ούτε μεταμοντέρνος, δηλαδή τα δύο άκρα της πεζογραφίας, φέρνει μία νέα πνοή στη λογοτεχνία μας και αργότερα, μετά από δεκαετίες, θα αποκτήσει και αυτή τη γενιά της, όπως η γενιά του ΄30.  Που ονομάστηκε έτσι μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο.

Παρακολουθώντας και λόγω της εκπομπής μου στην τηλεόραση το «Άξιον Εστί» εδώ και περίπου μια εικοσιπενταετία τη σύγχρονη λογοτεχνική μας παραγωγή επαίρομαι να πιστεύω ότι κάπου και εγώ συνετέλεσα σε αυτή τη μεταστροφή.  Διότι για πολλές δεκαετίες η κάθε λογής αναρμόδιοι κριτικοί με κατέτασσαν στους δημοσιογράφους, ενώ η Ένωση Συντακτών, η ΕΣΗΕΑ, δεν με εξέλεγε ως μέλος της υποστηρίζοντας ότι είμαι λογοτέχνης.

Τώρα δεν υπάρχουν αυτά τα στεγανά. Ακόμα και οι «ερημίτες των θαλερών πραγμάτων» πείσθηκαν ότι πολλοί από τους σημαντικούς πεζογράφους του κόσμου πέρασαν για ένα φεγγάρι κι από την έμπρακτη δημοσιογραφία που τους ωφέλησε αντί να τους βλάψει. (Χέμιγκουέη, Οργουελ και τα λοιπά.).

Ο συγγραφέας που απόψε τιμούμε πέρασε και παραμένει στη δικηγορία.  Άλλη τεράστια δεξαμενή άντλησης θεμάτων για να γράψεις.  Κι ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα δεν έχει καμία σχέση με αυτήν, το δεύτερο που γι’ αυτό θα σας μιλήσω απόψε το «Καπνισμένα ερείπια», αντλήθηκε εν μέρει κι από το επάγγελμά του.  Κι αυτό είναι απόλυτα νόμιμο εφόσον το μετέπλασε σε μυθοπλασία υψηλών μάλιστα λογοτεχνικών προδιαγραφών.

Θέμα του; Μία τρομοκρατική οργάνωση με την επωνυμία «Οργάνωση των Οκτώ».  Και σαν καλός πεζογράφος που είναι μας εξηγεί ευφυώς το νούμερο οκτώ και τους συμβολισμούς του. Και βουτάει με τα μούτρα στην αφήγηση ξεκινώντας από τα παιδικά χρόνια του πρωταγωνιστή του, του Ηρακλή, που σημαδεύονται με δύο τραυματικά γεγονότα, αφαιρουμένης της φτωχικής του οικογένειας στο άχαρο νησί του Αργοσαρωνικού που αυτοεξορίστηκε για να γλιτώσει από μία πιθανή βεντέτα στη γενέθλια Κρήτη, την αντεκδίκηση από τους κατιόντες ενός ατυχήματος στο αντάρτικο που εκλήφθηκε από την οικογένεια ως ηθελημένος φόνος.

Το πρώτο τραύμα του πιτσιρικά Ηρακλή που του προκάλεσαν τα τσογλάνια του νησιού που λυμαίνονταν την παραλία, είναι το βύθισμα στη θάλασσα του επαγγελματικού ποδηλάτου του ταχυδρόμου – πατέρα του και ότι αυτό συνεπάγεται για έναν υπάλληλο των ταχυδρομείων.  Και το δεύτερο τραύμα ένα ξαστοχημένο ραντεβού με τον πρώτο έρωτα της ζωής του στο θερινό σινεμά του ψωραλέου νησιού.

Αυτά τα δύο τραύματα θα τα ξεπεράσει γιατί δεν είναι τραγικά, όσο κι αν αργότερα έχοντας περάσει πια στην παρανομία τα θερινά σινεμά στην Αθήνα θα παίξουν ρόλο σε αυτήν.

Όμως το τραύμα που δεν επουλώνεται είναι εκείνο που τον βρίσκει στη μετα– εφηβική του ηλικία.  Που τον οδηγεί σε ένα φόνο: Λίγος καιρός έχει περάσει από τότε που ο πατέρας του στον Πειραιά όπου τελικά κατέληξαν μετά την πολυετή παραμονή τους στο εφιαλτικό νησί του Αργοσαρωνικού και η μάνα του παλεύει να βγάλει κάτι απαραίτητα χαρτιά που της χρειάζονται από την Αστυνομία και ο Αστυνόμος που χειρίζεται το πρόβλημά της πηγαίνει από αναβολή σε αναβολή για τη λύση του προβλήματος.  Είναι μία μάνα χήρα με τρία αγόρια ορφανά από τον πατέρα τους και ο Αστυνόμος που τη λιμπίζεται και αυτή όχι δεν ενδίδει, αλλά δεν πάει ο νους της καν στο πονηρό, της ρίχνεται και τη βιάζει μέσα στο ίδιο το Αστυνομικό τμήμα που είναι ο επικεφαλής.

Ως έμπειρος πεζογράφος που είναι  ο Βασίλης, η μάνα δεν ομολογεί στο γιο της, τον Ηρακλή, τίποτα.  Εκείνος όμως παρατηρώντας την σκισμένη κάλτσα της, τη τσαλακωμένη φούστα της και το χλωμό τρομαγμένο πρόσωπό της καταλαβαίνει τα πάντα. Στήνει ενέδρα στον αστυνομικό διοικητή του Τμήματος που ταλαιπώρησε τη μάνα του επί μήνες και τον καθαρίζει μες τη βαθιά νύχτα καθώς ενώ εκείνος επιστρέφει αμέριμνος στο σπίτι του τραγουδώντας μάλιστα το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «κάποια μάνα αναστενάζει…».

Η καλή πεζογραφία φτιάχνεται από λεπτομέρειες.  Κι αυτό το ξέρει καλά ο συγγραφέας που τιμούμε απόψε, ήδη από το πρώτο βιβλίο του.

Ακούστε με: δεν πρόκειται να σας διηγηθώ την συναρπαστική πλοκή του βιβλίου.  Εγώ το διάβασα δύο φορές. Τη μία όταν μου το έδωσε προ μηνός και τώρα ξανά για να το φρεσκάρω στη μνήμη μου για την αποψινή μας εκδήλωση.  Και, αμφότερες, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω.  Όποιο τηλέφωνο ή οτιδήποτε άλλο με διέκοπτε από την ανάγνωση το καταριόμουν.  Γι’ αυτό τη δεύτερη φορά προτίμησα τα ξημερώματα και το μεσονύχτι.  Για να είμαι ήσυχος.

Έτσι θα σας αφήσω τα αναγκαία περιθώρια για να το απολαύσετε εσείς.

Ωστόσο θα σας επισημάνω μερικά πράγματα για να τα προσέξετε, καθώς θα το διαβάζετε.  Προς Θεού μην σκεφτείτε ποτέ ότι η Οργάνωση των 8 είναι ένα κλείσιμο ματιού στη 17 Νοέμβρη.  Ως πιθανός αρχηγός της που κατηγορήθηκα τον Ιούνιο του 2001, είπα στον τότε αρχηγό της ΕΥΠ, χαριτολογώντας ότι αν ήμουν εγώ θα τη βάφτιζα 18 Νοέμβρη, ημέρα των γενεθλίων μου.  Παρόλα αυτά ωστόσο στο βιβλίο του Κουνέλη τίθεται το ερώτημα με ποιο δικαίωμα ή δικαιολογία αφαιρεί κάποιος τη ζωή ενός άλλου, χωρίς να είναι ληστής ή πληρωμένος δολοφόνος.  Και δίνεται από τον συγγραφέα η σωστή απάντηση..

Θα σας διαβάσω το σχετικό απόσπασμα αφού πρώτα σας πω μιαν άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή του πρωταγωνιστή του, του Ηρακλή.  Σε κάποιο σημείο της ζωής του, πριν ενταχθεί στην τρομοκρατική Οργάνωση των 8 και ενώ ακόμα ζει ο πατέρας του και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του έχουν εισαχθεί στην Σχολή Ευελπίδων, ενδιαφέρεται για τη μουσική και αρχίζει να μαθαίνει βιολί σε μία σχολή στον Πειραιά με έναν σπουδαίο δάσκαλο, τον ίδιο που είχε αργότερα και ο αφηγητής δικηγόρος υπεράσπισής του.

Μετά από πολύχρονες σπουδές στις διπλωματικές εξετάσεις στο βιολί ο Ηρακλής θριαμβεύει.  Γιατί παίζει με τέτοιο πάθος που μένουν άφωνοι οι κύριοι της επιτροπής.  Σαν να γεννήθηκε ένας καινούργιος Μενούχιν!  Ο λόγος, μας αφήνει να υποθέσουμε ο συγγραφέας, είναι ότι ήδη έχει ενταχθεί στην Οργάνωση χωρίς ακόμα να έχει περάσει στη δράση, και ξέρει ο Ηρακλής ότι ίσως παίζει για τελευταία φορά το βιολί του.  Και είναι πράγματι η τελευταία φορά…

Από κει και πέρα ο αναγνώστης μπαίνει στην ένοπλη δράση με τη ληστεία από την Οργάνωση μιας τράπεζας  που συνοδεύεται από έναν φόνο.

Είναι η μόνη δολοφονία από τις πολλές που έπονται και που γι’ αυτές δεν μας λέει τίποτα ο συγγραφέας. Και καλά κάνει διότι δεν πρόκειται για νουάρ, πολάρ, ή δημάρ, αλλά για μυθιστόρημα υψηλών προδιαγραφών, χωρίς φτηνές αγκίστρια – παγίδες για τον αναγνώστη.  Ο αφηγητής δικηγόρος υπεράσπισης του Ηρακλή θέλει, ψάχνει να βρει τη ρίζα του κακού, το βάθος του πνιγμού, το ανεντόπιστο του μυελού οστέως της τρομοκρατίας.

Σας διαβάζω ένα μικρό απόσπασμα.  Σελ. 231 – 232: Θέλεις τα πρόσωπα που ακολούθησαν στη συνέχεια να μην ήταν –που, όπως κατέληξε ο ίδιος, δεν ήταν– άξια της δικής του εμπιστοσύνης; Θέλεις που το παράδειγμα του Βούρτση ήταν μοναδικό κι όχι συνηθισμένο; Θέλεις που μπλέχτηκε στον νέο εξεγερμένο κόσμο του, σε καταστάσεις και πράγματα, όπως η λειτουργία μιας τρομοκρατικής οργάνωσης, όπου η αγάπη δεν εμφιλοχωρεί και στο χώρο της μοιάζει να  «πρυτανεύουν» οι δυνάμεις της βίας και να περισσεύουν το μίσος και η εκδίκηση;

…Μήπως, όμως, αναρωτιέμαι εγώ, αυτό το βάρος της ευθύνης και της ελευθερίας του ατόμου να κάνει χρήση της βίας, στην πραγματικότητα, δεν τέθηκε σαν ερώτημα ποτέ, ούτε στον νεαρό Ηρακλή, ούτε σε κανέναν τους; Μήπως το τόσο ουσιαστικό αυτό ζήτημα, ένα στάδιο προχωρημένο σε κάθε περίπτωση για την ανθρώπινη σκέψη, υπερπηδήθηκε με ευκολία; Μήπως αυτός κι οι σύντροφοι του περάσανε στο επόμενο στάδιο, αυτό της διαχείρισης των συνεπειών της βίας και ιδίως του φόνου, γυρνώντας βιαστικά χωρίς να τις κοιτάξουν τις ενδιάμεσες σελίδες, και χωρίς το θέμα του δικαιώματος ή μη της αφαίρεσης της ζωής να τεθεί ποτέ σε κάποια διαπραγμάτευση και για κανέναν τους; Γιατί το σχετικό δικαίωμά τους θεωρήθηκε δεδομένο και παραχωρημένο εξαρχής – και από ποιον, άραγε;

Εκείνο που είναι μία διεθνής πρωτοτυπία στο μυθιστόρημα αυτό είναι ότι ο συνήγορος υπεράσπισης με τον κατηγορούμενο Ηρακλή συμπίπτουν στην κοινή εμπειρία τους με τον ίδιο δάσκαλο για το βιολί, (τον Βούρτση), στην ίδια παράταξη αμφισβήτησης που ακολούθησε την πτώση της χούντας και στην ίδια γυναίκα (μία μεγαλοαστικής καταγωγής αναρχική που με τις δύο φίλες της σηκώνουν την παντιέρα της απεξάρτησης κατά τα πρότυπα της Καλλιρόης Παρέν).  Κι αυτή η συνύπαρξη μουσικής, έρωτα, και συνηγόρου υπεράσπισης του Έλληνα Τουπαμάρος Ηρακλή, αντί να προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη τον κάνει αντίθετα να διάκειται ευμενώς προς αυτόν.

Αλλά φτάνει το θέμα του βιβλίου.  Στην λογοτεχνία γενικά δεν είναι τόσο το θέμα που πρωτοστατεί όσο η μορφή της γραφής του.  Και η γραφή του Κουνέλη είναι σπαρταριστή από ζωντάνια.  Δεν πρόκειται να νεκροαναστημένη ζωντάνια. Πρόκειται για ζωντάνια πρωτογενή.  Αν το γράψιμο είναι σαν την ύφανση ή το κέντημα, τότε και πολύ καλός τεχνίτης του αργαλειού, είναι και πολύ καλή κεντήστρα!

Και κάτι ακόμα: αγαπά τις γυναίκες, ως ηρωίδες των βιβλίων του, πράγμα που αρχίζει να σπανίζει στη λογοτεχνική παραγωγής των τελευταίων δεκαετιών μια που οι γυναίκες συγγραφείς έχουν την πρωτοκαθεδρία.  Είτε ως αυθεντικές συγγραφείς, είτε εν πολλοίς ως «Νόρα», «Άρλεκιν» δηλαδή ως παραλογοτεχνία.

Τα «καπνισμένα ερείπια» όπως και ο «Νοματαίος» ανταποκρίνονται πλήρως σε αυτό που οι ξένοι ονομάζουν «νόβελ» «ρομάν» κ.τ.λ. και εμείς το λέμε μυθιστόρημα.  Δηλαδή μύθος σαν ιστορία, είτε με κεφαλαίο είτε με πεζό.  Και το μύθος με την αρχαία σημασία του και όχι με αυτή του ψεύδους ή της μπύρας.

 

(*) Ομιλία του Βασίλη Βασιλικού στην παρουσίαση του βιβλίου

info: Βασίλης Κουνέλης, Καπνισμένα Ερείπια, Καστανιώτης

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here