Κάτω στον Πειραιά….

0
631

 

pireaslΤου Γιάννη Ν. Μπασκόζου. 

Ίσως ένα από τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς που πέρασε. Ακατάταχτο ειδολογικά είναι μια υβριδική αφήγηση μεταξύ ντοκουμέντου, μυθοπλασία και αυτοβιογραφίας.  Ο Διονύσης Χαριτόπουλος καταθέτει την αγάπη του για τον γενέθλιο τόπο και ξεδιπλώνει την ανθρωπογεωγραφία του Πειραιά με όλες τις πτυχές της σε ένα βιβλίο γραμμένο με μεράκι για κάτι που αγάπησε πολύ.

Η εποχή είναι το   1955. Ένα αλάνι γυρνάει τον Πειραιά από άκρη σε άκρη, βλέπει, μετέχει και καταγράφει εμπειρίες, άλλοτε σκληρές κι άλλοτε γλυκές σαν κουρκουμπίνια. Αναφέρει και γεγονότα που έγιναν  αργότερα που τα ενσωματώνει πρωθύστερα στην προσωπική του μυθολογία.  Το αγόρι, που είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, στην ηλικία του δημοτικού, χαρτογραφεί τον Πειραιά μαζί με τους ανθρώπους και τις συνήθειες τους. Στο λιμάνι, «ένα ανοικτό στόμα για να τραφεί η χώρα», εισέρχονται τα καράβια που φέρνουν προϊόντα αλλά και οι άνθρωποι που εκδιώχθηκαν από τα μικρασιατικά παραλία και οι άλλοι φτωχοί από τα νησιά και την επαρχία που ήρθαν εδώ κυνηγώντας την επιβίωση.

Ένα παιδί, λέει ο συγγραφέας, για να ξεκινήσει τη ζωή του στο λιμάνι ήθελε τρία πράγματα: Να μπλέξει σε αληθινό καυγά με αίματα, να φιλήσει ένα κορίτσι και να δει τον Ολυμπιακό στη Μάντρα, ένα ποδηλατοδρόμιο που ήταν και η έδρα της ομάδας. Ο Χαριτόπουλος αρχίζει την περιήγηση του από τη γειτονιά του, τα σκληρά Μανιάτικα. Μια περιοχή όπου ο θάνατος έπαιζε κρυφτούλι με τους άνδρες και οι γυναίκες το είχαν για καμάρι. Εκεί στα Μανιάτικά το αλάνι του Χαριτόπουλου θα γνωρίσει και τα τρία:  θα μπει «τρέχοντας» σε μια πρώιμη ενηλικίωση, αφού θα μπλέξει σε αληθινό καβγά, θα έχει την πρώτη του εμπειρία με κορίτσι και θα καταφέρει εισχωρήσει στην Μάντρα, για να δει τον θρυλικό Μπέμπη, τον Μουράτη, τον Δαρίβα, τον Κοτρίδη και τον Σούλη.

Από τα Μανιάτικα θα κατηφορίσει στην Αγία Σοφιά και στην Παλαμηδίου στα τότε κέντρα του Περιμένη , του Κορδονούρη, του Κοτσιοβόλη του Χαρτοφύλακα και του Νάστου για δει έναν κόσμο περίεργο, μυθικό και εσωστρεφή, αυτόν του ρεμπέτικου. Εκεί συχνάζει το «ανφάν γκατέ»: «ο ψηλέας Παπαιωάννου, πρώην βαρκάρης και τερματοφύλακας, ο γκραντ κουστουμάκιας Γεννίτσαρης, γέννημα θρέμμα της Αγία –Σοφίας, ο αρβανιτόμαγκας της Κούλουρης Νίκος Μάθεσης ή Τρελλάκιας, που δεν παίζει κανένα όργανο μόνον γράφει στίχους, ο σένιος και ήμερος Μητσάκης, ο χαμογελαστός Κούλης Σκαρπέλης και ο τσαρλατάνος Μπάτης με το παπιγιόν που πουλάει γιατροσόφια στις γυναίκες όπως και ο Κώστας Καπλάνης που έχει κουρείο.»

Το αγόρι, ο ήρωας του Χαριτόπουλου, θα συνεχίζει την περιοδεία του στο λιμάνι. Θα περάσει από τα μηχανουργεία, τα καπνεργοστάσια, τις λαμαρίνες,  εκεί που είναι τα οι οξυγονοκολλήσεις, οι τόρνοι, τα τρυπάνια. Θα δουλέψει κι αυτό σε καρφάδικο, μηχανουργείο, χυτήριο. Θα γνωρίσει τον κόσμο του μεροκάματου και της μουτζούρας αλλά και της παραβατικής ζωής. Μετά θα κατηφορίσει στο λιμάνι, με τους χαμάληδες, τους φορτωτές, τους τσεκαδόρους, τα λαμόγια, αλλά και τους ελαφροίσκιωτους, τους βαρεμένους, τους λειψούς, τους φευγάτους. Το παιδί αφομοιώνει σα σφουγγάρι αυτόν τον βρώμικο, μάγκικο αλλά και μαγικό κόσμο. Θα συμμετάσχει σε δύσκολες περιπτώσεις , αλλού θα κρυφτεί, θα είναι όμως παρόν σε ότι συμβαίνει.

 

Όμως ο ήρωας του Χαριτόπουλου είναι παιδί και σαν παιδί θα καταγράψει τα «άλλα»  θαύματα: το τσίρκο, τους κινηματογράφους, το θέατρο, το ριγκ. Το τσίρκο APOLLO, με δέκα λιοντάρια της Αφρικής, έξι ινδικούς ελέφαντες, δώδεκα αραβικά άλογα, οχτώ μαύρα άλογα που χορεύουν βαλς, ινδούς φακίρηδες με φίδια, άσπρες πολικές αρκούδες, ο ατρόμητος Κονμπάνος στο πήδημα του θανάτου, η ακροβάτις Μαργκό, ο διάσημος Τζόλι που στηρίζεται στο ένα του δάκτυλο, οι ξεκαρδιστικοί κλόουν, οι ισορροπιστές, η ακροβάτις Λίλιαν, το περίφημο άλογο Καρούζο που χορεύει και όλοι αυτοί να παρελαύνουν από το Πασαλιμάνι ως την Καστέλλα και να σέρνουν πίσω τους πιτσιρικάδες με μάτια μεγάλα, γεμάτα θαυμασμό για όσα βλέπουν. Οι κινηματογράφοι πολλοί σε κάθε γειτονιά με περίεργα ονόματα Καλιφόρνια, Αλκαζάρ, Παλλάς, Έσπερος. Ανάμεσά τους, το πιο περίεργο στη Δραπετσώνα, τα Βαλκάνια, πάντα σκοτεινό, πάντα ανοικτό, «οι θεατές μπαίνουν από παντού σας αρουραίοι». Θα πάει στο ριγκ να δει κατς, τον Ασημάκη, τον Καρυστινό, τον Ναθαναήλ, τον Καρπόζηλο, τον Παπαλαζάρου κ.ά

Στην Κοκκινιά το αγόρι θα ξεναγηθεί στους λαϊκούς ναούς, τον Περιβόλα, τον Γάλλο, τον Εγγλέζο που βρίσκεται απέναντι του , τον Αστέρα που τραγουδάει ο Καζαντζίδης , τα Έξι αδέλφια. Και θα διηγηθεί για τους διάσημους που κατέβαιναν στα λαϊκά μαγαζιά, τον Λέοναρντ Μπέρνστάιν, τον Τενεσί Ουίλιαμς και τον Σώμερσετ Μωμ που ξημερώθηκε στου Κεφάλα ακούγοντας δέκα φορές το «για πρόσεξε με βλάμισσα/ κοίτα με και στη μούρη/ κοίτα να δεις αν φαίνομαι/ αν μοιάζω για καψούρι», προσπαθώντας να καταλάβει τι είναι το «καψούρι»!

Στη Δραπετσώνα η ζωή είναι κατάρα, η μεγαλύτερη παραγκούπολη της χώρας. Παραπήγματα παντού από παλιοσάνιδα, σκουριασμένους τενεκέδες, τσουβάλια, σκισμένα πισσόχαρτα, λαμαρίνες. Και στην άκρη της οι σπηλιές με τους τεκέδες, ένας περίκλειστος κόσμος, απείθαρχος και απρόσβλητος από κοινωνικές συντεταγμένες. Η χώρα του Μάρκου, του Στράτου, του Μπάτη και του Δελιά ή Αρτέμη –  η περίφημη «Τετράς, η ξακουστή του Πειραιώς». Το 1960 η αστυνομία θα προσπαθήσει να διαλύσει τις παράγκες, και θα γίνει η μεγάλη μάχη της παράγκας με μπροστάρισσες τις γυναίκες του συνοικισμού. Η αστυνομία θα καταθέσει τα όπλα. Ο μικρός θα συνεχίσει την περιοδεία του στο Πέραμα – το Χονγκ Κονγκ του Πειραιά, όπου «άνθρωποι και πλεούμενα ζουν ανακατεμένοι  μέσα κι έξω από το νερό, η Γη Χαναάν των αστέγων». Θα περιηγηθεί ακόμα τις εξίσου απαγορευμένες γειτονιές , την Λεύκα και την Πειραική.

Και θα ακολουθήσει η μύηση στην απαγορευμένη ζώνη, τα κέντρα διασκέδασης, την Τρούμπα και τα μπουρδέλα της. Τα καμπαρέ, όλα με εξωτικά ονόματα Κιτ Κατ, Τζον Μπουλ, Αρζεντίνα, Σανγκάι, Μοκάμπο, Πουέρτο Ρίκο και το περίφημο «45 Γιάννηδες» , εκεί που η Τζένη Καρέζη γύρισε τη Λόλα. Μαζί πάνε και τα ξενοδοχεία του έρωτα, Λουξ, Μαξίμ, Αλεξάνδρεια, Παράδεισος, Αίγυπτος κ.ά. Η Τρούμπα είναι μεγάλη φάκα, το ξέρουν οι μάγκες, τα αλάνια, οι ληστές, οι πορτοφολάδες, οι πόρνες, οι χορεύτριες αλλά και οι ναύτες των στόλων που καταπλέουν με καράβια, όπως το θρυλικό Έντερπράις, το πολεμικό Φόρεσταλ, τα καταδρομικά Αιόβα, Μέικον , Χέιλ κ.ά

Ο Χαριτόπουλος καταγράφει τα πάντα, σε ατελείωτες σειρές, ονόματα εμπορικών και πολεμικών πλοίων, πελαγίσια και του Σαρωνικού, κρουαζιερόπλοιων και γιωτ, πρωταγωνιστές και αυτά στο θέατρο που λέγεται λιμάνι του Πειραιά. Καταγράφει τις ταβέρνες, τα καφέ, από τα απλά με τα 20 είδη ελληνικού καφέ μέχρι τα καφέ σαντάν.  Ονοματίζει με τη σειρά τους κινηματογράφους, τα θέατρα, τους δρόμους, τα παράνομα στέκια, τις πιο γνωστές πουτάνες, τα ψώνια, τους περίφημους μάγκες αλλά και τους ανθρώπους που τον βοήθησαν, όπως το παλαιοβιβλιοπώλη, τον «πιο διαβασμένο και αλεπουδιάρη», τον Θανάση. Αυτός τον μύησε στο χόμπι του διαβάσματος ξεκινώντας από τη «Γέφυρα των Στεναγμών».

Ένα γοητευτικό βιβλίο μεταξύ λαογραφίας, μυθιστορήματος, βιογραφίας και ντοκουμέντου. Μια κατάβαση του συγγραφέα στην εσωτερική νεότητα. Στα συν η ικανότητα του συγγραφέα να περνάει ανάλαφρα από την μαγκίτικη γλώσσα  στην κοινή καθομιλουμένη, να κρατάει σε ισορροπία τον λογοτεχνικό λόγο με τις ιδιορρυθμίες του καθημερινού διαλόγου,  χωρίς λαϊκισμούς και  ευκολίες..

INFO : Διονύσης Χαριτόπουλος

Εκ Πειραιώς

Τόπος, σ.416, 16.50 ευρώ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here