“Κάποιον να του τηλεφωνήσω” (χριστουγεννιάτικο 5, της Βίκυς Τσελεπίδου)

0
835

Βίκυ Τσελεπίδου

 

Έλα, μου λένε, να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα, με τα παιδιά, με τα αυτά, να μη μένεις μόνη, να φάμε, να πιούμε ένα ποτήρι κρασί, να περάσεις την ώρα σου, να πούμε δυο κουβέντες, να γελάσουμε, αυτά, τι όρεξη έχω τώρα εγώ ν’ ακούω τα μωρά να τσιρίζουν, μωρά είναι και τσιρίζουν, δεν είμαι μαθημένη εγώ, τους έδωσα δυο χιλιάρικα που πούλησα το σπίτι, έτσι για το καλό, δώρο για τις γιορτές τους λέω, από μένα, νέοι είναι, ανάγκες έχουν, μόνο το παιδί δουλεύει, υδραυλικός, υπάλληλος, δε βαριέσαι, να ΄χω δυο ανθρώπους, τέτοια μέρα τι με θέλετε και τι σας θέλω λέω, άσε να μείνει ο καθένας στο κονάκι του, δε μ’ αρέσει ν’ ανακατεύομαι στα πόδια κανενός, μόνο για την κακιά την ώρα σκέφτομαι, σαν πέσω, σαν αρρωστήσω, να είναι κάποιος να με πάει ως το νοσοκομείο, να έχω να πάρω έναν αριθμό, να έχω μια φροντίδα, αυτά, τώρα αν σωριαστώ στ’ απότομα κι είναι Θεού θέλημα, πώς να το μάθουν να ΄ρθουν, ε; Σωστά. Καλά παιδιά φαίνονται, τι να πω, όλο με νοιάζονται, το ένα το άλλο, ρωτούν, όλο έλα κι έλα, γιορτές, Κυριακές, τι να το κάνεις, μείνετε εσείς ως οικογένεια τους λέω, τι με θέλετε μένα, αλλιώς είμαι μαθημένη εγώ, ούτε λαμπάκια, ούτε στολισμούς, αυτά, ένα κρέας κάνω απ’ την παραμονή (για γαλοπούλες είμαι;), κάνα ρύζι, καμιά πατάτα στο φούρνο, φτάνει, τραγούδια, αυτά, στην τηλεόραση, ησυχία στον δρόμο έξω, μόνο να ξέρω ότι θα μείνετε εδώ, στην πόλη, αυτό να το ξέρω, αν χρειαστεί, αν παραστεί ανάγκη, ότι θα έχω κάποιον να του τηλεφωνήσω να τρέξει, λέει το παιδί να ΄ρθει να με πάρει με το αυτοκίνητο να γιορτάσουμε όλοι μαζί, να με γυρίσει, δε ρωτάει άμα με γυρίσει πώς θα μπω εγώ στο έρμο αυτό σπίτι ξανά, εκείνη την πόρτα πώς θα την ανοίξω, δεν το ρωτάει, μόνο θα λέει στη γυναίκα του «Κρίμα τέτοιες μέρες να μένει μοναχή, να της πούμε, να μην της πούμε για το τραπέζι; Μια ψυχή τι τόπο πιάνει», ή μπορεί κι άλλα να σκέφτεται (μπορείς ποτέ να ξέρεις;) «Κάτσε να την καλοπιάσουμε, να την έχουμε από κοντά, έχει κομπόδεμα τούτη δω», άντε, άντε, με τα λόγια, με τα αυτά, σε ζάλισα, τα λόγια τελειωμό δεν έχουνε, υγεία σας εύχομαι Θάλεια μου, αγαπημένοι να είστε, να μου φιλήσεις τον πατέρα σου, τα παιδάκια σου, τον αντρούλη σου, να, είπα να σου χτυπήσω, να σου αφήσω λίγα γλυκά, λίγα αυτά, για το καλό, πάστες είναι για το ψυγείο, μελομακάρονα λέω θα ΄κανες, άντε μη στεκόμαστε άλλο εδώ, σε πάγωσα με τα λόγια τόση ώρα στο πεζοδρόμιο, μέσα δεν μπαίνω, όχι,  άντε να μπεις εσύ μην κρυώσεις, είπα να ΄ρθω από κοντά να σου ευχηθώ, απ’ το τηλέφωνο δεν καταλαβαίνεις, είναι ο άλλος καλά, δεν είναι, κοίτα, κοίτα πώς άλλαξε, τι αέρα σήκωσε, μπες εσύ, πάω εγώ, ένα ταξί να ΄παιρνα, πού να τραβήξω τώρα με τέτοιον αέρα την ανηφόρα, μη με βρει καμιά πνευμονία Χριστουγεννιάτικα, με πέντε ευρώ θα με πάει, μακριά δεν είμαστε.

 

info: Η Βίκυ Τσελεπίδου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Σπούδασε νομικά, επικοινωνία και δημιουργική γραφή. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων Ελενίτ (2014, Νεφέλη), το μυθιστόρημα Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι; (2017, Νεφέλη), το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, και πρόσφατα τη νουβέλα Φιλελλήνων (2018, Νεφέλη).

 

Προηγούμενο άρθροΓια το “τρεις απόκληροι” του Χέρμαν Μέλβιλ (χριστουγεννιάτικο 4, του Δημήτρη Φύσσα)
Επόμενο άρθροΟ βιβλιοθηκάριος (χριστουγεννιάτικο 6,της Κατερίνας Παπαντωνίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here