Ιστορίες μιας νομαδικής ζωής (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

0
383

 

της Μαρίζας Ντεκάστρο.

Θα ΄λεγε κανείς, πως τελευταία, το αναγνωστικό κοινό συνεχώς πέφτει πάνω σε ιστορίες Εβραίων και για τους Εβραίους, σε βιβλία που είτε αφορούν μελέτες ή μαρτυρίες, είτε λογοτεχνία, ελληνική και μεταφρασμένη. Σε κάποιο βαθμό το ίδιο φαινόμενο  παρατηρείται και στην παιδική λογοτεχνία. Αυτές οι ιστορίες άλλοτε αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα της μυθοπλασίας,  ή και τη διατρέχουν, ενώ όταν δεν είναι ο πυρήνας της, εμφανίζονται ως παρένθετα επεισόδια μέσα στην υπόθεση. Σημειώνουμε επίσης, ότι όταν αυτές οι ιστορίες, λίγο ως πολύ αληθινές,  μετουσιώνονται λογοτεχνικά, αφενός τεκμηριώνονται ιστορικά από τους συγγραφείς και αφετέρου αφηγούνται, σχολιάζουν ή ανιχνεύουν κοινωνικές αντιλήψεις και πολιτικές απόψεις. Ως επί το πλείστον όμως, παρουσιάζουν τον προβληματισμό των πεζογράφων και των ηρώων τους σχετικά με την εβραϊκότητα και τις τραυματικές μνήμες διωγμών, ειδικά  οι παλαιότεροι (Ροτ, Ζίνγκερ, Κανέττι, Μορέν, κ.ά.). Για τους νεότερους (μεταξύ άλλων οι Ροθ , Ζέγκερς, Φόερ, Κράους, Μέντελσον…) σε πρώτο πλάνο το μεγαλύτερο τραύμα του 20ου αι., το Ολοκαύτωμα. Από τους Έλληνες πεζογράφους, οι Ιωάννου, Χατζής, Μπακόλας, Κοκάντζης, Σκαμπαρδώνης, Χουζούρη, Δαββέτας… έγραψαν επίσης.

Οι λόγοι που δικαιολογούν το ενδιαφέρον- εκδοτικό και αναγνωστικό – είναι σύνθετοι, και δεν έχουν αποκλειστική σχέση με την αναγνωρισμένη αξία των συγγραφέων που προανέφερα. Είναι μάλλον ένας συνδυασμός που οφείλεται στο άνοιγμα του αντικειμένου από την ιστορική έρευνα και τη μελέτη τη συγκεκριμένης περιόδου (για παράδειγμα, στην Ελλάδα από τους Φλάισερ, Μαζάουερ, Μόλχο, Μπεμβενίστε, Σιμπής- Λάμψα…), στην ένταση των φαινομένων ρατσισμού/ αντισημιτισμού στην Ευρώπη και λιγότερο σε κάποια παροδική τάση που επιβάλλει η επικαιρότητα. Οι Εβραίοι, γνωστοί άγνωστοι, είναι άτομα περίπλοκα.

Οι εκδ. Καπόν, ανοίχτηκαν τα τελευταία χρόνια σ’ αυτή τη θεματική εκδίδοντας κυρίως βιογραφίες και μελέτες.  Το Εξόριστη σε τρεις ηπείρους, ιστορίες μιας νομαδικής ζωής, είναι ένα από αυτά. Πρόκειται για τη μαρτυρία της Μίριαμ Φρανκ, μιας εβραιοπούλας γερμανικής καταγωγής, η οποία γεννήθηκε στη Βαρκελώνη πριν από τον Β’ ΠΠ, και ακολούθησε τη μητέρα της σε χώρες και ηπείρους (στην Ισπανία του εμφυλίου πολέμου, στην ελεύθερη ζώνη της κατεχόμενης Γαλλίας, στο φιλόξενο Μεξικό, στη Νέα Ζηλανδία, ανά την Ευρώπη ξανά). Είχε λοιπόν τη μοίρα των χιλιάδων ευρωπαίων φυγάδων στην προσπάθειά τους να σωθούν από το Γ’ Ράιχ. Κι εδώ θυμίζουμε το μυθιστόρημα της Άννα Ζέγκερς, Τράνζιτο (μετ. Γ. Δεπάστας, εκδ. Άγρα, 2006).

Στην περίπτωση της ΜΦρ, το Ολοκαύτωμα είναι το φόντο της προσωπικής της ιστορίας. Πρώτος έρχεται ο πόλεμος, και οι φυγάδες που δεν ήταν αποκλειστικά Εβραίοι, όπως η μητέρα της κι αυτή, αλλά αντιφασίστες, κομουνιστές και φιλελεύθεροι διανοούμενοι.Η οικογένεια της μητέρας της ανήκε στην κατηγορία των αφομοιωμένων και, πέρα από το γεγονός ότι έπρεπε να φύγει από την κατεχόμενη Ευρώπη λόγω των ναζιστικών αντιιουδαϊκών  νόμων, η εβραϊκότητα δεν απασχολούσε ούτε τους συγγενείς της, ούτε τη μικρή Μίριαμ. Το θέμα εμφανίστηκε στη ζωή της όταν την ρώτησαν, σε ηλικία οκτώ ετών στο καθολικό Μεξικό, ‘τι είναι’ και  δεν ήξερε να απαντήσει. Δεν είχε ιδέα τι σήμαινε Εβραίος και χρειάστηκε να ρωτήσει τη μητέρα της για να μάθει. Από κει και πέρα, οι προβληματισμοί περί εβραϊκότητας επανέρχονταν με διαφορετική ένταση κάθε φορά ανάλογα με τη φάση που περνούσε και τις μετακινήσεις της.

Στο πρώτο μέρος αυτής της συναρπαστικής μαρτυρίας, κυριαρχούν η σχέση με τη μητέρα και οι περιγραφές  των μετακινήσεων από χώρα σε χώρα, η αγωνία για την επιβίωση (ασφάλεια, σπιτικό, τροφή), το στήσιμο μιας ζωής που ήταν ανώμαλη και ταραγμένη για κάθε μέλος αυτής της οικογένειας με τους χαλαρούς δεσμούς, όπου ο πατέρας ήταν ουσιαστικά απών, επίσης περιπλανώμενος και με δεύτερη οικογένεια – Pourquoi, maman, papa ne vient pas quand il dit qu’ il vient? ρωτάει με  αγωνία το παιδί.

Στο δεύτερο μέρος, η νομαδική ζωή της συγγραφέως συνεχίζεται. Και όσο προχωρά στην αφήγηση της ενήλικης ζωής, τόσο εμφανίζονται ερωτηματικά που ζητούν εξήγηση.

«Η αίσθηση μετατόπισης που με κυρίευε, μου έφερε πάλι σύγχυση… Οι μπερδεμένες απαιτήσεις από μια μακριά σειρά ξένων σπιτιών και χωρών… Η μάταιη αναζήτηση για μια αποδεκτή εικόνα…» (σ. 120).

Η επιλογή να γίνει ειδική αναισθησιολόγος στη μαιευτική ώστε «…να επιτρέπω τη συνειδητή συμμετοχή της μητέρας στην περίπλοκη γέννηση του παιδιού της, σπάζοντας τον απομονωτικό διαχωρισμό ανάμεσα στους ανθρώπους… προσπαθώντας ίσως να της μεταδώσω την εγγύτητα, που κάποτε βίωσα, κι ύστερα έχασα..» (η πληγή της αποξένωσης από τη μητέρα της).

«…ακόμα περισσότερο (η αναισθησιολογία ως μέσον για την ανακούφιση από τους πόνους) εκπροσωπούσε την αντίθεση στην ανθρώπινη αδιαφορία, που το τελικό μονοπάτι της οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, και σε άλλες πράξεις αγριότητας που διαπράχτηκαν (και εξακολουθούν να διαπράττονται) στο κόσμο μέχρι σήμερα. Σε ό,τι με αφορά, γι’ αυτό επρόκειτο» (σ. 289).

Αναρωτιέται για τη δυσλειτουργική οικογένεια που έφτιαξε, αναρωτιέται για το κατά πόσο η ζωή της έχει σχέση με «την εγγενή ανασφάλεια του μόνιμου πρόσφυγα, από μια οικογένεια διαλυμένη, με φίλους και σπίτια που χάνονταν και ξαναστήνονταν συνέχεια…, ή εάν τελικά όλα πήγαζαν και «ήταν ίσως κάποιο απομεινάρι από αιώνες παράλογου μίσους και απόρριψης που κλιμακώθηκαν και στη δική μας ζωή, αφήνοντας το σημάδι τους...» (σ. 292).

Και παράλληλα σκέψεις για τη γλώσσα, τη μητρική – ποια ήταν της Μίριαμ; Τα ισπανικά, τα γαλλικά;  Τα αγγλικά που της έδωσαν επιτέλους υπηκοότητα; Τι ρόλο έπαιξαν τα γερμανικά ως απόηχος της γλώσσας της μητρικής οικογένειας; Η έκπληξη που της προξένησε η δήλωση του Σάλμαν Ρούσντι ότι «Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει ρίζες», η λογική αποδοχή εκ μέρους της αυτού του παράδοξου ότι «…οι μισοί από το ανθρώπινο είδος φαίνεται ότι μετακινήθηκαν, εκτοπίστηκαν, κατέληξαν πρόσφυγες… Είναι μια πολύ οικουμενική κατάσταση» (σ. 305), αλλά και η συναισθηματική εμμονή της να βρει ρίζες.

Η ιστορία της ΜΦρ είναι ιστορία μιας αναζήτησης που κάποια στιγμή έγινε επείγουσα, καθώς θέλησε να συμπληρώσει τα κενά της ζωής της με τη βοήθεια όσων από την οικογένεια και τους παλιούς  φίλους ήταν ζωντανοί.

Τελευταίο κεφάλαιο: Το αμετάβλητο σταθερό κέντρο

…Υπάρχει ένα κεντρικό σημείο σε μένα που αναδεύεται πάντα από τη μεγαλοπρέπεια των βουνών, μια ήρεμη λίμνη, μια ορμητική θάλασσα, τα ταραχώδη χρώματα του ήλιου που δύει ή τη σαγηνευτική φινέτσα ενός λουλουδιού, τους αγνούς ρυθμούς του Μπαχ και το θυελλώδες πάθος του Μπετόβεν… Όλα αυτά έρχονται και αγγίζουν κάτι ισχυρό μέσα μου, ανεξάρτητα από τον χρόνο, τις τρέχουσες μόδες ή τον κυρίαρχο πολιτισμό γύρω μου. Κι εδώ είναι το αμετάβλητο σταθερό κέντρο της ύπαρξής μου, η ρίζα μου από την οποία ξεπηδούν αυτά που με κάνουν να είμαι: μια ροή από αναμνήσεις, συναισθήματα, σκέψεις και αντιδράσεις, που χάνονται και επιστρέφουν και ανανεώνονται, από στιγμή σε στιγμή, συνυφαίνοντας το σταθερό με το εφήμερο του εαυτού μου.

Επίσης, στιγμές συμφιλίωσης.

Εξόριστη από τη γέννησή της, και πάντα νομάς, άλλαξε γλώσσες, χώρες, σπίτια και περιβάλλοντα, προσαρμόστηκε, έκανε φιλίες, τις διάλυσε, συγχρωτίστηκε με ενηλίκους διαφόρων εθνικοτήτων και ιδεολογίας και συνομήλικους σε κάθε χώρα που έζησε, αφομοίωσε κουλτούρες και περιστασιακά τις έχασε. Ένιωσε τη μοναξιά και την απελπισία που νομάδα που αγωνίζεται να αποκτήσει ταυτότητα και ρίζες.

Αυτή την πορεία διαβάζουμε στη μαρτυρία που παρέδωσε στους αναγνώστες.

 

 

 

INFO

Μίριαμ Φρανκ, εξόριστη σε τρεις ηπείρους, ιστορίες μιας νομαδικής ζωής

Μετ. Καρίνα Λάμψα

Εκδ. Καπόν, 2016

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here