Θαύματα που δεν είδαμε

0
120

 

 του Γιώργου Μαραγκού.

ΠΟΤΑΜΟΣ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Ο Borges μας μαθαίνει ότι κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προγόνους του, ότι μετατρέπει το παρόν και το μέλλον διαλέγοντας με προσοχή τους συγγενείς του στο λογοτεχνικό κανόνα. Ενάντια σε αυτούς τους συγγενείς, παραδόξως, μάχεται συνεχώς, καθώς είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγει από την επιρροή τους. Υπό αυτή την έννοια, η Ann Patchett, το τελευταίο έργο της οποίας, με τίτλο Ο Ποταμός των Θαυμάτων, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, έχει επιλέξει την κατάλληλη παρέα, επιθυμεί να περιληφθεί ανάμεσα στους τιτάνες της μυθιστοριογραφίας αφού συνδιαλέγεται, κυρίως κατά παραδοχή της, με τον Charles Dickens, τον Henry James, τον Cormac McCarthy και άλλους. Δυστυχώς, όμως, τα μαθήματα που παίρνει δεν εισχωρούν ποτέ εις βάθος, παρά μένουν στην επιφάνεια της γραφής.

 

Ο Ποταμός των Θαυμάτων (State of Wonder ο πρωτότυπος τίτλος) είναι ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα. Από τις χιονισμένες πόλεις της Μινεσότα μέχρι τη ζούγκλα του Αμαζονίου και του παραποτάμου του, Ρίο Νέγκρο, η Patchett προσπαθεί να υφάνει μια πλοκή δαιδαλώδη που εν τέλει, όμως, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες όχι μόνο του αναγνώστη, αλλά και της ίδιας της συγγραφέως. Πρωταγωνίστρια είναι η φαρμακολόγος και πρώην ειδικευόμενη γυναικολόγος Μαρίνα Σινγκ που, κατόπιν εντολής του αφεντικού της, αφήνει το γραφείο της σε μια μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία για να ταξιδέψει στα βάθη του τροπικού δάσους, όπου πρέπει να διερευνήσει το θάνατο του φίλου και συναδέλφου της. Αρχηγός της αποστολής την οποία είχε επισκεφτεί ο άτυχος άντρας είναι μια παλιά καθηγήτρια της Μαρίνας, η Ανίκ Σβένσον, στυγνή επαγγελματίας, απόλυτα αφοσιωμένη στο έργο της, με την οποία η φαρμακολόγος μοιράζεται και μια τραυματική εμπειρία από το παρελθόν. Στην καρδιά του δάσους η Μαρίνα θα αντιμετωπίσει ιθαγενείς με μυστήριους εθισμούς, τα συμφέροντα των πολυεθνικών, την κρυψίνοια των επιστημόνων, την αγάπη ενός μικρού κωφάλαλου παιδιού και επικίνδυνους κανιβάλους.

 

Η περιγραφή της υπόθεσης του μυθιστορήματος αφήνει υποσχέσεις, ενώ αποφεύγει τα κλισέ του έρωτα και επικεντρώνεται στις σχέσεις του ανθρώπου με τον άνθρωπο, αλλά και του ανθρώπου με τη φύση. Παραλληλισμοί με το Heart of Darkness του Conrad μπορούν να γίνουν, αλλά δεν είναι το ταξίδι που μεταφέρει το νόημα εν προκειμένω, αλλά ο ίδιος ο προορισμός, η καταπίεση και η πνιγηρότητα της ζούγκλας (η διαδρομή άλλωστε από τον πολιτισμό στο δάσος διαρκεί περίπου δύο σελίδες). Το δυσάρεστο είναι ότι η γραφή αδυνατεί να δικαιώσει την πλοκή. Η Patchett γεμίζει τις σελίδες με ατέρμονες περιγραφές και αναδρομές σε σημείο να πνίγει τη φαντασία του αναγνώστη. Η αγγλική ρήση «show, don’t tell», με άλλα λόγια η υποχρέωση του συγγραφέα να μη δηλώνει τι συμβαίνει, αλλά να το δείχνει μέσω των γεγονότων και των καταστάσεων, αγνοείται παντελώς. Κάτι τέτοιο, βέβαια, είναι θεμιτό, όταν η περιγραφή δεν εξυπηρετεί μόνο τη δημιουργία του περιβάλλοντος, αλλά την ίδια τη γλώσσα: η σελίδες επί σελίδων ανάλυση μιας χιονοθύελλας από τον Thomas Mann δεν γίνεται μόνο για να νιώσει ο αναγνώστης το ψύχος και τον κίνδυνο στην ψυχή του, αλλά για την ίδια τη λυρικότητα της φωνής. Αυτό δεν συμβαίνει εδώ.

 

Η Ann Patchett είναι κάτοχος σημαντικών βραβείων για άλλα της μυθιστορήματα, όπως το PEN/Faulkner και το Orange, αλλά Ο Ποταμός των Θαυμάτων δεν δικαιολογεί κάτι τέτοιο. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με μια άλλη νικήτρια του Orange, την Jeanette Winterson, η οποία, όπως αποδεικνύει συνεχώς το ελαφρύ πάτημα της πένας της, δεν ξεχνά ότι η κατάλληλη λέξη προέχει της καλής ιδέας, η Patchett μοιάζει να παραγεμίζει το μυθιστόρημά της με περιττές λεπτομέρειες. Κάτι τέτοιο θα ήταν απόλυτα αποδεκτό και ικανοποιητικό σε μυθιστορήματα γραμμένα πρόχειρα και βιαστικά για να ικανοποιήσουν – ή και να δημιουργήσουν – τις ανάγκες ενός μη αναγνωστικού κοινού. Το εν λόγω πόνημα, όμως, έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις από τον εαυτό του και θέλει να ανήκει στη λεγόμενη καλή λογοτεχνία. Είναι, λοιπόν, βιβλίο που σέβεται την καταγωγή του, δεν πετυχαίνει όμως το στόχο του. Έχει, άλλωστε, ορισμένα υφολογικά παιχνίδια, όπως την αλλαγή αφηγηματικού κέντρου ακόμα και στο μέσο της παραγράφου, που δείχνουν προσπάθεια και θέληση. Αν η κριτική μέχρι τώρα φαντάζει αυστηρή, αυτό συμβαίνει επειδή γίνεται με βάση αυτό που θα μπορούσε να είναι το μυθιστόρημα και όχι αυτό που εν τέλει είναι. Τούτων λεχθέντων, όμως, το έργο έχει ρόλο να παίξει στην ελληνική αγορά βιβλίου. Μπορεί να διαβαστεί ακριβώς από ένα μέρος του κοινού των προαναφερθέντων μυθιστορημάτων, ένα μέρος που ψάχνει κάτι καλύτερο και, γιατί όχι, πιο ποιοτικό, αλλά δεν είναι ακόμα έτοιμο, όσο αβάσιμος και αν είναι ένας τέτοιος φόβος, να αναμετρηθεί με τους σημαντικούς συγγραφείς της εποχής μας.

 

Μια τελευταία σημείωση: οι χαρακτήρες της Patchett, όσοι βρίσκουν χώρο και χρόνο να αναπτυχθούν, είναι ενδιαφέροντες, αν και μερικοί κινούνται πολύ κοντά στα όρια της καρικατούρας. Δυστυχώς, όμως, η συγγραφέας δεν διστάζει, για χάρη των ίδιων των περιγραφών που προσπαθούν να τοποθετήσουν βίαια τον αναγνώστη στη ζούγκλα του Αμαζονίου, να τους βάζει να πράττουν με τρόπο ασύμβατο με όσα γνωρίζαμε για εκείνους. Ένα παράδειγμα αρκεί: η αυστηρή, αφοσιωμένη, επιβλητική και τρομακτική επιστήμονας που περιγράψαμε προηγουμένως, μια «Αρσακιώτισσα δασκάλα» που θα έλεγε και ο Παλαμάς, δεν διστάζει να δείξει στη Μαρίνα τα αμέτρητα αστέρια στο νυχτερινό ουρανό του σκοτεινού τροπικού δάσους, μια ρομαντική χειρονομία που, όμως, δεν μοιάζει να έχει θέση στο χαρακτήρα της. Οι πρωταγωνιστές ενός μυθιστορήματος μπορούν να αλλάζουν, να εξελίσσονται. Αυτό, όμως, πρέπει να γίνεται σταδιακά, προσεκτικά και χωρίς τυχαία πισωγυρίσματα.

 

Η μετάφραση της Ιωάννας Ηλιάδη είναι άρτια. Ο λόγος ρέει όμορφα και υπάρχουν ελάχιστες άκομψες φράσεις που ξενίζουν καθώς είναι μεταφρασμένες αυτολεξεί από αγγλικούς ιδιωματισμούς. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι απόλυτα κατανοητό για ένα έργο που είναι τόσο γεμάτο από περιγραφές και τραβηγμένες μεταφορές.

 

INFO: Ann Patchett: Ο Ποταμός των Θαυμάτων, Μεταίχμιο (μτφρ Ιωάννας Ηλιάδη)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here