Θέλω να μείνω (της Andrea Applebee)

0
864

 

 

της Andrea Applebee (*)

 (Μετάφραση: Μέμη Κατσώνη)

Κουβαλούσα ένα σακίδιο πεζοναύτη στην πλάτη, που κάποιος μου είχε δώσει από παλιά, τη μεγάλη μαύρη βαλίτσα μου και την κιθάρα στο ένα χέρι και το λουρί της σκύλας μου – οδηγού στο άλλο. Εκείνη ήταν εξαντλημένη και καταπονημένη από τις πολύωρες πτήσεις. Την είχαν κρατήσει σε καραντίνα χωρίς λόγο στο Χίθροου, και μας χώρισαν για ώρες. Το σακίδιο και η βαλίτσα ήταν γεμάτα διάφορα πράγματα που πίστευα πως θα χρειαζόμουν. Είχα βάλει ένα φίλο να ξεδιαλέξει τα ρούχα μου για να με απάλλαξε από  τα λεκιασμένα. Είχα κι εγώ ξεφορτωθεί όσα δεν θα φορούσα για το τι μου θύμιζαν. Είχα τη γκαζιέρα μου, την καλή μου Ιταλική ομπρέλα, την καλή μου κατσαρόλα, το αγαπημένο μου φλιτζάνι του καφέ. Όλα τα άλλα τα είχα χαρίσει και, λόγο των περιορισμών βάρους στο αεροδρόμιο, αποχωρίστηκα και το τελευταίο μου βιβλίο, τη συλλογή ιστοριών του Ίταλο Καλβίνο.

Η προσγείωση δεν ήταν ομαλή.  Μια γυναίκα προσφέρθηκε να με φιλοξενήσει κάπου στο κέντρο.  Ήρθαν μαζί με τον  πατέρα  της να με πάρουν – εκείνο το βράδυ έμαθα πως ο πατέρας είναι αλκοολικός και ήμουν τυχερή που ήταν νηφάλιος. Και διαπίστωσα πως η φίλη μου είχε μια βίαιη σχέση και ήταν πιθανόν να έφευγε για το Λονδίνο ανά πάσα στιγμή. Είχε πάντως σχέδια για το βράδυ της άφιξής μου κι έτσι βγήκα για ψώνια και αγόρασα τόνο, ρύζι και κρασί. Δεν είχα μάθει ακόμα τα νομίσματα και μου έλειπαν κάτι ψιλά. Ευτυχώς δεν έγινε θέμα.

Είχα αφήσει πίσω μου ένα νεκρό κόσμο. Μια αποτυχημένη σχέση δέκα ετών που κατέληξε σε βία και βιασμό, μια μακρόχρονη μάχη για αξιοπρεπή εργασία ως έκτακτη καθηγήτρια, επίδικα ιατρικά χρέη, κλπ. Δεν μπορούσα να επιβιώσω στην Αμερική ούτε συναισθηματικά ούτε πρακτικά. Ένιωθα σαν να είχα πέσει από φλεγόμενο άστρο σε δροσερή ακτή. Δεν με ένοιαζε τι θα γινόταν. Είχα τη σκύλα μου. Ήμουν ερωτευμένη.

Ήταν επτά χρόνια νεότερος από μένα και ήρθε με το αυτοκίνητο από το βόρειο προάστειο όπου έμενε για να με καλωσορίσει τη νύχτα που έφτασα. Πρόσεξε όταν έβγαλα τις μπότες μου πως δεν φορούσα κάλτσες. «Είμαι βάρβαρη » του είπα. Ήμασταν φίλοι για κάποια χρόνια αλλά ερωτευτήκαμε μέσα από γράμματα και μηνύματα και περιμέναμε ένα χρόνο να αγγίξουμε ο ένας τον άλλον. Κοίταξε γύρω το ακατάστατο, σκονισμένο διαμέρισμα και με ρώτησε αν είμαι ικανοποιημένη. Του είπα πως ήμουν πανευτυχής. Φιληθήκαμε στο σεληνόφως, γερμένοι στο λεπτό κάγκελο της βεράντας κι ήμουν στ’ αλήθεια πανευτυχής.

Μετά από λίγες μέρες, το θέμα της φίλης μου έγινε σοβαρότερο. Ο σύντροφός της έκανε σατανικά κόλπα για να ερεθιστεί και έπαιρνε και τα λεφτά της. Ήταν πια ξεκάθαρο πως θα έπρεπε να βρω άλλο μέρος να μείνω. Τηλεφώνησα σε κάποιο ζωγράφο, γνωστό ενός κριτικού τέχνης (που γνώριζε ο εκδότης μου και μου τον είχε συστήσει μέσω email). Δεν είχαμε μιλήσει ποτέ. Πρότεινα να συναντηθούμε και να κουβεντιάσουμε πώς θα μπορούσα να βρω διαμέρισμα κι αν θα μπορούσε να με βοηθήσει. Εμφανίστηκε το ίδιο απόγευμα με κλειδιά, με πήγε στο άδειο διαμέρισμα ενός φίλου του στην πιο χλιδάτη πλατεία της Αθήνας, μου έφερε δυο σάντουιτς μπαγκέτες και άλλα τρόφιμα και μου είπε πως μπορούσα να μείνω εκεί το καλοκαίρι δωρεάν.

Η Μέρσι, η σκύλα μου, προσπαθούσε να συνηθίσει να μπαίνει στο ασανσέρ και να κατουράει στο δρόμο. Η Πλατεία Δεξαμενής, κάτω από το διαμέρισμα, είχε ένα δέντρο που της άρεσε και γάτες. Είχε και ωραία θέα του Παρθενώνα από τη βεράντα που δεν μπορούσα να δω. Το διαμέρισμα ανήκε στον πατέρα ενός φίλου αυτού του ζωγράφου και είχε μείνει όπως ήταν τότε που αυτός ζούσε ακόμα. Είχε ένα ας πούμε λειτουργικό πιάνο, ένα σωρό βιβλία και πίνακες παντού. Κάθιζα στο τεράστιο ξύλινο γραφείο λες και βρισκόμουν στο τιμόνι πλοίου, και κάπνιζα την πίπα μου. Λάτρευα τη μυρωδιά του φούρνου που έμπαινε απ’ τη στενή μπαλκονόπορτα της κρεβατοκάμαρας, τον ήχο των περιστεριών.

Κάναμε έρωτα όσο πιο συχνά γινόταν, τον έβλεπα μόνο κάθε τόσο, κι αυτό συνήθως πριν πάει σε κάποιο παιχνίδι ή γυρνώντας στη βάση του. Πεινούσε συνέχεια. Ξύπνησε στο κρεβάτι μου την πρώτη μέρα  που έπιασε δουλειά στο ναυτιλιακό γραφείο, μόλις είχε τελειώσει τη θητεία του. Είχε δουλέψει μερική απασχόληση για ένα διάστημα και δεν έδειχνε νευρικός. Θυμήθηκα για λίγο τον προηγούμενο σύντροφό μου και τις πρώτες μέρες του στη δουλειά και με έπιασαν ρίγη.

Μια μέρα, ένα δυνατό ρεύμα αέρα άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, το τζάμι χτύπησε στο καλοριφέρ και ράγισε. Όταν αργότερα ο καλός μου έκλεισε την πόρτα, έφυγε όλο το τζάμι και θρυμματίστηκε στην βεράντα της αποκάτω. Κατάρες αναπέμφθηκαν από την κυρία που θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί. Έγραψα στον άνθρωπο που με φιλοξενούσε και προσφέρθηκα να το αντικαταστήσω. Απάντησε «Λυπάμαι για την αναστάτωση, θα το φροντίσω εγώ».

Είχε απίστευτη ζέστη. Δεν είχα όρεξη για φαΐ. Δεν είχα καταλάβει πώς δουλεύει το κλιματιστικό. Δεν υπήρχε πλυντήριο στο σπίτι, έτσι έπλενα τα σεντόνια και τα ρούχα μου στην μπανιέρα. Άναβα την κουζίνα με σπίρτα. Στην αρχή έβγαινα έξω για πέντε λεπτά πάνω κάτω, μετά δέκα, μετά δεκαπέντε χωρίς να χαθώ. Μετά από τριάντα ή σαράντα λεπτά επέστρεφα γεμάτη μελανιές και με πονοκέφαλο. Έμενα μόνη για μέρες. Αλλά ήμουν ελεύθερη.

Ο καιρός περνούσε. Η σκύλα μου εξοικειώθηκε με το περιβάλλον. Είχα μερικούς διαπληκτισμούς με τον καλό μου. Δεν είχα αντιληφθεί πως ήταν από πλούσια οικογένεια και πως δεν ήθελαν να με γνωρίσουν, ή πως δεν είχε σκοπό να είναι το στήριγμά μου. Είχα μεγαλεπήβολα σχέδια. Όπως το να τρώμε μαζί πού και πού. Δεν του άρεσε που η σχέση μας ροκάνιζε το χρόνο που διέθετε στα σπορ. Ένα βράδυ μου είπε πως θα μπορούσα να πάω μαζί του σε ένα πάρτι αλλά πρώτα έπρεπε να περάσει να πάρει κάποια πράγματα, και μετά είπε, ναι, ήταν ναρκωτικά. Δεν πήγα μαζί του. Είχαμε κάνει έρωτα σε θαλασσινές σπηλιές. Είχαμε πει τα πάντα ο ένας στον άλλον. Είμασταν τρελά ερωτευμένοι. Αλλά μου είπε πως με τον καιρό η διαφορά της ηλικίας θα γινόταν πρόβλημα. Κάποτε αυτή η σχέση θα έπρεπε να τελειώσει. Δεν ήξερα πώς του κατέβαιναν τέτοιες ιδέες.  Κατάλαβα πως υπήρξα ηλίθια αλλά τουλάχιστον είχα προσγειωθεί σε μια άλλη ζωή.

Το πανεπιστήμιο Duke μου πρόσφερε μια καλύτερη θέση. Οι φίλοι από την πατρίδα άρχιζαν να αναρωτιούνται αν θα ερχόμουν στα συγκαλά μου μετά από έξι ή οκτώ μήνες κι αν θα επέστρεφα. Φαντάστηκα την επιστροφή μου στη Βόρεια Καρολίνα, με καλό εισόδημα αυτή τη φορά. Φαντάστηκα τη ζωή μου στην ίδια πόλη με τον πρώην μου, το σπίτι που είχαμε σχεδόν αγοράσει και τα δίδυμα που θα μπορούσα να έχω αποκτήσει. Δέχτηκα τη θέση στην αρχή και την απέρριψα την τελευταία στιγμή. «Είσαι τέρας, όπως και κάθε καλλιτέχνης» μου είπε ο ζωγράφος, «βάζεις την καρδιά σου σε δοκιμαστικό σωλήνα και περιμένεις να δεις τι θα γίνει, γιατί σου φαίνεται ενδιαφέρον».

Μετακόμισα στην απέναντι μεριά της πλατείας σε διαμέρισμα μιας οικογένειας που ζούσε στην Ελβετία, και ήταν γεμάτο με τα έπιπλά τους. Αλλά το σημείο ήταν εξαιρετικό και το διαμέρισμα τεράστιο. Είχε και πιάνο. Υπήρχαν πράγματα παντού. Φτηνά παιχνίδια, δυο γενιές περιοδικά, σάπια φαγητά, μισολιωμένα κεριά, στολίδια για όλες τις εποχές του χρόνου, το ένα πάνω στο άλλο. Η μαρμάρινη βεράντα είχε και φυτά που δεν είχα πάρει χαμπάρι σχεδόν μέχρι την τελευταία στιγμή. Αλλά ο κότσυφας στα κυπαρίσσια απέναντι στο λόφο τραγουδούσε στο σούρουπο που αχνόφεγγε. Δύο απ’ τα κυπαρίσσια έμοιαζαν με ανθρώπινες φιγούρες. Χορεύτρια το ένα, με καμπύλους ώμους και απλωμένα χέρια, άντρας με περικεφαλαία το άλλο, με το χέρι υψωμένο σε γροθιά. Υπήρχαν κρυστάλλινα ποτήρια στον μπουφέ και κάποιος μου είπε πως από την πίσω ισόγεια βεράντα φαινόταν η θάλασσα.

Πήγα στους Δελφούς με τον καλό μου την ημέρα του ΟΧΙ. Έτυχε στο ίδιο ξενοδοχείο να είναι και ο θείος του με την κοπέλα του. Χαιρετηθήκαμε στο λόμπι. Περάσαμε υπέροχα στο κρεβάτι, τεμπελιάσαμε, πήγαμε και για καφέ. Το αυτοκίνητο χάλασε στην εθνική καθώς γυρίζαμε στην Αθήνα και εκείνος τηλεφώνησε στους γονείς του. Ένας γερανός το μάζεψε και μετά ήρθε κι ένα ταξί για μας. Ο οδηγός του γερανού μας μίλησε για μια ιστορία που έγραφε για ένα δεξιό της εργατικής τάξης που ερωτεύεται την κόρη ενός πλούσιου Τούρκου διπλωμάτη. «Είναι αληθινή ιστορία,» μας είπε, «η δική μου». Έπρεπε να περάσουμε από το σπίτι του εραστή μου στην Εκάλη για να πάρουμε το αυτοκίνητο του πατέρα του ώστε να με πάει στο σπίτι μου. Εκείνος θα προτιμούσε να πήγαινα με ταξί αλλά επέμεινα. Η μητέρα του με χαιρέτησε ψυχρά, μου γύρισε την πλάτη και κάθισε σιωπηλή στο άλλο δωμάτιο. Ούτε νερό δεν μου έδωσε. Από τότε τον έβλεπα όλο και λιγότερο.

Η βίζα μου τελείωνε. Η προοπτική της επιστροφής μου στην Αμερική, στη Νότια Καρολίνα αυτή τη φορά, με βάραινε. Σκέφτηκα πώς θα μου φαινόταν να παίρνω κουπόνια για φαγητό από το Γραφείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Ο εραστής μου, που τον έβλεπα πια στη χάση και στη φέξη, συμφώνησε να με βοηθήσει να βρω άκρη στον γραφειοκρατικό λαβύρινθο της άδειας παραμονής, πράγμα όχι σίγουρο παρ’ όλο που είχα καταβάλει το αντίτιμο. Ήταν πολύ απασχολημένος με τη δουλειά του και τον αθλητισμό αλλά με βοήθησε πραγματικά. Σχεδόν απρόσμενα, η έγκριση ήρθε τη μέρα των αμερικανικών εκλογών.

Άρχισα να κάνω φίλους. Όχι σε τακτικά διαστήματα, αλλά πού και πού ένας καφές ή ένα γεύμα με έκανε να νιώθω χίλιες φορές καλύτερα. Κάποιοι έρχονταν κι έφευγαν τόσο γρήγορα, χωρίς εξήγηση, σαν απότομες αλλαγές σκηνικού. Οι καλύτεροι φίλοι μου ήταν άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας. Είχαν περισσότερο χρόνο και σοφία. Έμαθα πώς να ψωνίζω στη λαϊκή της γειτονίας μου. ‘Έμαθα περισσότερες διαδρομές, άρχισα μαθήματα Ελληνικών, έκανα επαφές με την κοινότητα των προσφύγων. Άρχισα να γράφω δοκίμια για την τέχνη. Σιγά σιγά έμαθα το μονοπάτια του Λυκαβηττού και πήγαινα η Μέρσι για παιχνίδι καμιά ώρα. Επισκεπτόμασταν τις τεράστιες χελώνες και τους ερπετοειδείς αθάνατους που άχνιζαν στον ήλιο.

Πολλές νύχτες, μόνη στο σπίτι, έπιανα την κιθάρα μου και μετά την άφηνα πάλι. Έβγαζα μια πολυθρόνα στη βεράντα και άκουγα τα γέλια από την κάτω πλατεία. Δεν είχα ζήσει ποτέ τόσο άνετα – το επίδομά μου και τα μαθήματα που παρέδιδα κάλυπταν όλα μου τα έξοδα. Αλλά το μέλλον ήταν άδηλο. Ο εραστής μου δεν μου μιλούσε σχεδόν καθόλου και ποτέ δεν ήξερα πότε θα τον ξαναδώ. Οι καινούργιοι μου φίλοι είχαν τις δικές τους παρέες και συνήθειες. Κατά τη διάρκεια ενός γεύματος,  ρώτησα μια επιτυχημένη και εύπορη κυρία πόσες φορές ερωτεύτηκε παράφορα. Τρώγαμε φιλέ μινιόν με πάστα αντσούγιας και πίναμε γαλλικό κρασί. Το δωμάτιο έλαμπε στο χρώμα του χαλκού. Ίσως δύο φορές είπε και ο τελευταίος της είχε πει πως η αγάπη της ήταν γι’ αυτόν λίγη βροχή στην έρημο. Το μόνο παρήγορο που είπε ήταν πως δε θυμάσαι μετά πόσο απεγνωσμένη ένιωθες. Μου είπε πως ήταν σαν ένα αστραφτερό χαμόγελο σε σκοτεινό παραμύθι και σκέφτηκα πως κι εγώ είμαι ένα σκοτεινό παραμύθι.

Έσπασα ένα δάχτυλο του ποδιού μου, έπαθα διάστρεμμα τους αστραγάλους μου, έσπασα τη ράχη της μύτης μου, έκαψα σοβαρά το χέρι μου. Προσπάθησα να βγω ραντεβού αλλά δεν το ευχαριστήθηκα. Διάφοροι μου έδιναν συμβουλές, ρούχα, ενθαρρυντικά χτυπήματα στην πλάτη. Μερικές φορές με κάλεσαν σε εντυπωσιακά δείπνα ή εκθέσεις ζωγραφικής. Στη λαϊκή μου έδιναν μανταρίνια για το κρύωμα και μου έλεγαν πως είμαι κούκλα.  Πού και πού κατάφερνα να κατέβω τις σκάλες άνετα ή να στρίψω τη γωνία με το κεφάλι ψηλά και κάποιος ψιθύριζε «μπράβο»! Η γλώσσα σιγά σιγά άνοιγε για μένα σα λουλούδι τη νύχτα. Κοιμόμουν αργότερα και συνήθισα να λιάζομαι στη βεράντα και να ονειροπολώ – ήταν κάτι ανάμεσα σε προσευχή και μελέτη, χωρίς θεό και θέμα.

Μετά από μερικές ήσυχες βδομάδες στη Σίφνο, καθώς τελείωνε η άνοιξη κατηφόρισα από το λόφο σ’ ένα λιτό, όμορφο ρετιρέ στο Παγκράτι. Είχα μια μεγάλη βεράντα με φυτά, κι ένιωθα καλά και ζεστά γιατί ανήκε στον πατέρα μιας φίλης. Η μετακόμιση έγινε μια κι έξω. Το σακίδιο, η βαλίτσα, το κρεβάτι της Μέρσι, η κιθάρα. Την πρώτη μου νύχτα περιπλανιόμουνα από δωμάτιο σε δωμάτιο μαθαίνοντας τον χώρο. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος και είχα επιτέλους φτάσει. Μετά από κάποιες βδομάδες ανησυχίας και εξάντλησης ένιωθα πια στο σπίτι μου. Οι γείτονες ήταν ιδιαίτερα απόμακροι αλλά δεν με πείραζε, ήξερα πως θα τους κέρδιζα με τον καιρό. Και έτσι έγινε. Η Μέρσι απολάμβανε τους καναπέδες. Φίλοι και συγγενείς ήρθαν να με επισκεφτούν και ακόμα μερικές φορές κι εκείνος ο άντρας που είχα αγαπήσει. Άρχισα να μαθαίνω πώς να χαίρομαι την πόλη όπως μαθαίνει κανείς να παίζει ένα όργανο.

Πολλοί με ρωτάνε συχνά γιατί ήρθα και πόσο θα μείνω. Συνήθως λέω κάτι ανάλαφρο όπως «έτσι μου ’ρθε» ή «είχα τάσεις φυγής». «Βρίσκει τη ζωή πιο εύκολη εδώ» αστειεύεται η φίλη μου, όταν κάποιος παρατηρεί πως πρέπει να είναι πολύ δύσκολο για μένα να τα βγάλω πέρα με τα αθηναϊκά πεζοδρόμια.

Έλεγα τότε, στα θλιμμένα χρόνια την νιότης μου πως σκόπευα να ζήσω όσα χρόνια μπορούσα και δεν ήξερα πόσα θα ήταν αυτά. Τώρα θέλω να μείνω όσο περισσότερο γίνεται και ελπίζω πως θα είναι για πολύ.

 

 

(*)   H Andrea Applebee γεννήθηκε στη Βόρια Καρολάινα, σπούδασε στο πανεπιστήμιου του Pittsburgh (MFA ποίηση). Γράφει κριτική για τις εικαστικές τέχνες, συνεργάζεται με το διεθνές συμβούλιο Πυξίδα στο συντονισμό εργαστηρίων τέχνης του λόγου για μετανάστες με εμφαση τη σκέψη, την έκφραση και την ανάπτυξη. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων της, Aletheia, εκδόθηκε το 2017 με έπαινο από τον John Ashbery.   Έχει περιορισμένη όρασηη. Ζει μόνιμα στην Αθήνα.  

Προηγούμενο άρθροΟ Προυστ ήταν νευροεπιστήμονας; Επιστήμη ή τέχνη;(του Δημήτρη Σωκιαλίδη)
Επόμενο άρθροΈπαινος για τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here