Θέδα Καϊδόγλου, Κακές παρέες- Το ύφασμα (δύο διηγήματα)

0
391

 

 

Κακές παρέες

Κι-κί-τσα. Τρεις συλλαβές τρικέφαλος. Παίζαμε λάστιχο, κέρδιζε. Παίζαμε μήλα, κέρδιζε. Παίζαμε τζαμί, κέρδιζε. Παίζαμε κρυφτό, κέρδιζε. Παίζαμε με τα αγόρια, όχι, εκεί κέρδιζα εγώ. Τέλος πάντων κι αυτή κι ο αδερφός της ήταν λες και είχαν βγει απ’ την κοιλιά της μάνας τους έτοιμοι για τους ολυμπιακούς. Κάθε απόγευμα είχαμε θρίαμβο. Σκαρφάλωνε στα δέντρα. Έτρεχε και οι σόλες απ’ τα σπορτέξ της πετούσαν σπίθες. Στο άψε σβήσε είχε κάνει σπαγκάτο, κατακόρυφο, τούμπες στον αέρα, προχωρούσε με τα χέρια, στηριζόταν στις μύτες, πηδούσε από τις στέγες, και όλα αυτά με την πιο αυτονόητη άνεση, δίχως να ιδρώσει δαχτυλάκι. Σε λίγο θα ‘βγαζε φτερά. Τα νεύρα μου. Διέθετε  αυτό που λένε σωματική ευφυΐα. Η φτιαξιά της ήταν σπάνια.  Όπως ένα νέγρικο κορμί αγοριού, τόσο σφιχτό, εξωπραγματικά σκληρό, που μέχρι και σκύλος να το δάγκωνε, θα του ‘πεφταν τα δόντια.

Αεράτη, αεράτη, ηλιοκαμένη και τραγανή, με μια αλογοουρά μαύρη και γυαλιστερή μέχρι τον ποπό, κατέβαινε με το κολατσιό στο χέρι, λες και πήγαινε να χτενίσει κάνα λιοντάρι στη σαβάνα, να το ταΐσει απ’ το ψωμί της ή να του χαϊδέψει τη μουσούδα σαν να ‘ναι γάτα. Εμείς ούτε σαύρα δεν τρομάζαμε δίχως να το κάνουμε θέμα. Οι γλουτοί της ήταν δυο σιδερένιες σφαίρες, περπατούσε και έμεναν ατάραχοι, λαχταρούσες να τους ζουλήξεις, να δεις αν αυτό που πιάνεις είναι όντως μπάλες από μέταλλο ή ανθρώπινος κώλος. Είχαμε αποκτήσει μέγα κόμπλεξ. Και σύμφωνοι, όταν γνωρίζεις την ανεπάρκειά σου, το παίρνεις μια απόφαση, κάπως συμβιβάζεσαι. Αλλά η Κικίτσα κάθε μέρα έδινε καινούργιο ρεσιτάλ. Κάθε μέρα είχαμε να αντιμετωπίσουμε και νέο κλονισμό. Αυτό που δεν είχαμε δει την προηγούμενη, το βλέπαμε την επομένη και ό, τι δεν είχαμε φανταστεί, συνέβαινε μπροστά μας με την ασύλληπτη σωματική καλλιέπεια και την ρώμη της να μας αφήνουν άφωνους να οικτίρουμε από μέσα μας τα μούτρα μας.

Δεν ήταν και καμιά ψυχοπονιάρα. Δεκάρα δεν έδινε αν μας πτοούσε. Να πει ας πούμε, να μην προκαλώ, ομάδα είμαστε στην τελική, κρίμα κι αυτά τα καημένα, λαχανιάζουν με το παραμικρό, όλο πέφτουν και ματώνουν γόνατα, κοπανιούνται στις κολόνες, σκέτη φύρα. Όχι, εκεί. Την έτρεφε ο ανταγωνισμός. Να επιδεικνύει την καταπληκτική της φόρμα, να μαζεύει τρόπαια, να μας τα τρίβει στη μούρη. Πόση ψυχική δύναμη είχαμε να περνάμε κάθε απόγευμα το ίδιο δράμα. Σαν εθισμένοι μαζευόμασταν κάτω από το σπίτι της, γύρω από ‘κείνο το χιλιόχρονο πλατάνι και την περιμέναμε να εμφανιστεί με τα αθλητικά σορτσάκια και τις αμάνικες φανέλες να μας αποτελειώσει πάλι με το τίποτα. Όλα της φαίνονταν εύκολα. Ανέβαζε διαρκώς τον πήχη. Ζητούσε όλο και πιο ψηλά το λάστιχο, όλο και πιο μακριά την μπάλα, όλο και πιο γρήγορο το κυνηγητό. Όπως ο άριστος μαθητής κάθεται με τους κουμπούρες και για να διασκεδάσει την πλήξη του διαβάζει επιδεικτικά το παρακάτω ή λύνει τις επόμενες ασκήσεις στο πόδι του καθηγητή, έτσι κι εκείνη. Είχε γίνει η απουσιολόγος της αλάνας. Η σημαιοφόρος της γειτονιάς. Το καμάρι της τρεχάλας.

Μια φορά ξεμείναμε οι δυο μας σ’ ένα πεζούλι δίχως να καταλάβουμε πώς. Κάπου είχαν τραβηχτεί οι υπόλοιποι, σε κάνα επεισόδιο παιδικής βεντέτας στα πέριξ υποθέσαμε και τους περιμέναμε να επιστρέψουν για να συνεχίσουμε το παιχνίδι. Αυτό που συνέβη ήταν πρωτοφανές. Η αμηχανία ήταν ανυπόφορη. Δεν είχαμε να πούμε τίποτα. Όποιο θέμα άνοιγε, έκλεινε αμέσως με κρότο σαν πόρτα στο ρεύμα. Εγώ να προσπαθώ να την πλησιάσω, να επικοινωνήσω μαζί της, να συνδεθώ κι εκείνη ανέκφραστη σαν ξόανο. Άπαξ και η Κικίτσα δεν δούλευε τους μυς, γινόταν βουβή και άψυχη τελειότητα, όπως οι κούκλες στα μαγαζιά αθλητικών που στέκονται και τις χαζεύουν τα πιτσιρίκια. Είχε το παγωμένο βλέμμα του αγάλματος, που όσο όμορφο κι αν είναι, όσο συμμετρικό, θαυμάζεις τις αναλογίες και τον επιβλητικό κορμό, ζηλεύεις, εύχεσαι να τα ‘χες όλα, αλλά αισθάνεσαι μια αφόρητη μοναξιά για την αδιάνυτη απόσταση μεταξύ σας. Έπιασα να παίζω με τα ξυλαράκια που έβρισκα στο έδαφος και να χαράζω λέξεις στο χώμα, γιατί δε γινόταν αλλιώς, τι να ‘κανα?

Κάποια στιγμή ακούστηκαν φωνές και ποδοβολητά και όλη η παρέα επανήλθε με νέες δυνάμεις στο δρόμο. Είχα χάσει το κέφι μου. Τι κουσούρι κι αυτό, γαμώτο. Ξέχωρα απ’ το θεϊκό χάρισμα, τζίφος. Και τι έγινε θα πεις. Τι άλλο να ζητήσει η Κικίτσα και η κάθε Κικίτσα, δηλαδή? Κι εμάς γιατί να μην μας φτάνει και να θέλουμε και κάτι ακόμα? Αλλά να, είναι κάπως περίεργο. Δεν έχει ρέγουλα το πράγμα. Θέλεις να βρεις λίγη ποικιλία και δεν την βρίσκεις. Υπερβολική δόση από το ίδιο γλυκό. Μπουχτίζεις. Ψάχνεις κάποια στιγμή να αισθανθείς μια οικειότητα, μια ταύτιση, κάτι συγγενικό, μια μοίρα κοινή και δεν υπάρχει ούτε δείγμα. Αχ, σαν να λυτρώθηκα εκείνη την ημέρα. Πάνω που τα ‘βαζα με τον εαυτό μου και την αχρηστία μου τόσον καιρό, σκέφτηκα πως καλύτερα που δεν είμαι αυτή που θα με βαριόμουν. Τι δηλαδή? Να με θαυμάζουν δίχως να μ’ αγαπούν? Να λείπει. Να με θαυμάζουν και να μ’ αγαπούν μαζί. Αυτό μάλιστα. Ονειρικό. Για την ώρα, βέβαια, μ’ αγαπούσαν σκέτο. Εντάξει, δεν ήταν και λίγο.

 

 

Το ύφασμα

Κάποιοι έχουν την εντύπωση πως είσαι έτοιμος να ξεπουληθείς με την πρώτη ευκαιρία στα παζάρια. Να κρεμαστείς στους αυτοσχέδιους γάντζους από σίδερο, να σε πηγαινοφέρνει ο άνεμος, να γίνεις κοινό εμπόρευμα του τέλους εποχής.

Θαρρούν πως είναι απλό και εύκολο. Υπόθεση στιγμής. Όσο να αναποδογυρίσει στον πάγκο ένα καλάθι ρούχα.

Σε ρίχνουν κακό μακό στη σούμα με τ’ απομεινάρια. Θέλουν ν’ αφεθείς δίχως αντίρρηση στο σκόντο του πονηρού πραματευτή.

Άλλο χέρι να σε τραβάει από δω, άλλο από κει. Άλλο θα το σκεφτεί λίγο αν του χρειάζεσαι, θα αποφασίσει ναι, μετά θα αλλάξει γνώμη για να σ’ αφήσει κουλουριασμένο πίσω.

Κάποιος ενίοτε επιθυμεί να σε βάλει στη σακούλα για μια τιμή κιλού ανάλογη μ’ ένα τσίτι.

Κι επειδή θέλουν να σε χειρίζονται, αναρωτιούνται επίμονα τι κρύβεις άραγε πίσω απ’ το στεγανό ύφασμά σου. Πίσω απ’ το αδιάβροχο υλικό, το αδιαφανές, αυτό με τα σημάδια, τις τσάκες, τις στραβές ραφές και τα χίλια δυο τραβήγματα, το άχρωμο πανί από κύτταρα, αυτό που καλύπτει μ’ επιτυχία την καρδιά και που δεν την ακούν δίχως προσπάθεια, παρά μονάχα αν πλησιάσουν μ’ ελεύθερο αυτί κι αφουγκραστούν τους χτύπους.

Σκοντάφτω τέτοιους καιρούς σε κάτι πανέρια με εκπτώσεις ζωής μεγάλης ευκαιρίας.

Διακρίνω απ’ το σωρό πλεχτούς θώρακες με τρύπες ακαρίκωτες που κατέληξαν στ’ αζήτητα. Καβάλους τριμμένους. Μπαλωμένες χειραψίες με κενά στα δάχτυλα, ξεχειλωμένα βήματα, σκουφιά με φούντες στον εγκέφαλο, αταίριαστες συναντήσεις δίχως σημασία. Φιλιά αδρά, αγγίγματα που τσιμπάνε ανυπόφορα και που δεν θα φορούσα για να βγω στα πρόχειρα ούτε μέχρι τη γωνία.

Ανακατεύω εσάρπες που δένουν γύρω απ’ το λαιμό, μα τις αφήνω πάλι γρήγορα γιατί ο λαιμός είναι ήδη πνιγμένος τύπος. Βγαίνει στην επιφάνεια του νερού με μάτια ψόφιου ψαριού. Τρομάζω, φεύγω.

Πετάω τα δερμάτινα από δέρμα ψεύτικο, όμως το ψεύτικο δέρμα φοράει γνήσια αλεπού και βγαίνει καμαρωτό έξω.

Βλέπω τους ώμους να στέκουν στις κρεμάστρες στητοί, μα στις πλάτες να γέρνουν σκυφτοί, αναγκασμένοι να σηκώνουν κάθε ανόητο αφήγημα.

Κοιτώ που σε κατεβάζουν με ενθουσιασμό από τα ράφια, σε ξεδιπλώνουν ανοιχτό σε τόσα μάτια, βγάζουν ντελάλη για χάρη σου πως τώρα πλέον είσαι απαραίτητος, συμφέρεις και να σε προτιμήσουν. Μυρίζεις κάτι σκονισμένο. Μυρίζεις ανάσα μηχανής. Χωράς σε πρακτική συσκευασία νάιλον, έχεις γραμμένες τις οδηγίες πλύσης.

Ακολουθώ. Καθώς σε πηγαίνουν σπίτι στο πακέτο για να σ’ αφήσουν στο βοηθητικό δωμάτιο κι εκεί να ξεχαστείς.

Τελειώνει η εποχή και δεν σε ψάχνει κανείς για να σε ρίξει επάνω του.

Τώρα που η εποχή τελειώνει, που ο χιονιάς στριφογυρίζει και παραμένει εδώ, ενώ είναι η ώρα του να αποσυρθεί άπραγος, παραμένεις ακόμη ένα ρούχο αχρείαστο, αφόρετο, περιττό, μια απερισκεψία και μια επιπολαιότητα πάνω στη φούρια, πάνω στη βιάση ενός περαστικού που βρέθηκε τυχαία στο δικό σου το στενό κι ήθελε οπωσδήποτε να πάρει κάτι για το τίποτα.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΕμπράγματος υπερρεαλισμός, απεξοικειωτικός νατουραλισμός (της Ειρήνης Σταματοπούλου) 
Επόμενο άρθροΔευτέρες της Στέπας: η Ρώσικη σκέψη (Δ.Β.Τριανταφυλλίδης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here