«Η ποίηση κεντά σιωπηλά ερωτήματα»

2
1183

Της Λίζυς Τσιριμώκου.

 

Πλάνητες στίχοι

αδέσποτοι

του κύκλου αγγελίσματα

γυρεύουν να εγγραφούν

στο ακατέργαστο ποίημα

Β. Καπλάνη, Λευκές συνομιλίες

 

 

 

 

H τρίτη ποιητική συγκομιδή της Βικτωρίας Καπλάνη είναι ένα «διπλό βιβλίο», συνδυάζει δύο χειρονομίες σε μια κίνηση: τη φιλική υποστήριξη και τη θυγατρική οφειλή που συστεγάζονται στον ίδιο χώρο, ενοποιώντας τη συγκίνηση, φέρνοντας κοντά τους ακριβούς νεκρούς με τους ζωντανούς σε κοινό σύμπαν. Στίχοι έμφορτοι από μνήμες και αισθήματα, πρόσωπα, εικόνες και όνειρα που κρατούν την υγρασία της πρωτοβάθμιας, βιωματικής αίσθησης αλλά και συνάμα τη μετασχηματίζουν έντεχνα σε ποιητικά κρυσταλλώματα, λεπτοδουλεμένα κοσμήματα λόγου.

Η πρώτη ενότητα, λοιπόν, του παρόντος διπτύχου περιλαμβάνει τα «Φωτο-παίγνια», ποιήματα καμωμένα ως αναγνωστικά σχόλια σε μια σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη με αυτόν τον τίτλο. Φιλικός υποστηρικτικός λόγος, όπως προανέφερα: συναδελφικός ή συντροφικός, θα διευκρίνιζα περαιτέρω, συνομιλία ομοτέχνων, μια και η ποιητική αύρα είναι ήδη δεδομένη, έκδηλη στις συγκεκριμένες φωτογραφίες. Πρόκειται για φωτο-ποιήματα που καδράρουν μια παλλόμενη ευαισθησία, καταγράφουν το φως, τις σκιές, τα χρώματα, τις καλειδοσκοπικές συνενώσεις και διαθλάσεις τους, διαμορφώνοντας συνεχείς εκπλήξεις εικόνων και σχημάτων. Τα παιχνίδια του φωτός και οι ιριδισμοί του νερού μέσα σε ένα παλιό γυάλινο μπουκάλι μεταδίδουν με μέσα απλά τα «κινήματα της ψυχής» και λειτουργούν σαν εικονικό αυτοβιογράφημα, σαν προσωπικό ημερολόγιο με διαυγείς εγγραφές.

Σε αυτή τη ροή των εικόνων έρχεται να παρεμβληθεί το αναγνωστικό φίλτρο της Βικτωρίας Καπλάνη. Επανεστιάζει σε λεπτομέρειες, μεταφράζει τη μουσική των χρωμάτων και ενωτίζεται τη σιωπή των πραγμάτων, επιστρέφει, πολιορκεί, αναδιατάσσει τον εικονικό αυτό κόσμο και διαμορφώνει μια νέα επικράτεια. Η ποιητική αρχιτεκτονική της μετρά με δικούς της κώδικες τις ακολουθίες και τις παύσεις, τις συμμετρίες και τη διάχυση, τους στροβιλισμούς και την καθήλωση. Ο εσωτερικός ρυθμός της χωρίζει σε δεκατρία τρίφωνα ποιήματα, γεωμετρημένα και πολλαπλώς επεξεργασμένα, τον λόγο της. Έκαστο μέρος του τρίπτυχου ακολουθεί μια ενδότερη λογική: το μεσαίο (β) ποίημα, πυρηνικό, πάντα πλαγιογράμματο, προβάλλει την ισχυρή φωνή, σε πρώτο πρόσωπο, εσωκλείει τη βούληση, την επιθυμία, την ενδοσκόπηση, το αυτοσχόλιο, την έκκεντρη κίνηση και την επαναφορά στο πλαίσιο – ένας κυματισμός του εγώ. Τα δύο ακριανά ποιήματα (α και γ) κρατούν κάπως ασύμμετρες αποστάσεις. Το μεν ένα (α) είναι κατά κανόνα ευθεία αποστροφή σε ένα εσύ, στον ποιητή-τεχνίτη ενός κόσμου που αιχμαλωτίζει το βλέμμα, στον δημιουργό που έχει χαράξει τις διαδρομές του, τους περίκλειστους τόπους του, αλλά μένει ευάλωτος και εκτεθειμένος· το δε έτερο (γ) σε τριτοπρόσωπο λόγο, ουδέτερο, σχεδόν αποδραματοποιημένο και διαπιστωτικό, ισοκρατεί πάγκοινες και ζωτικές αλήθειες· είναι, κατά κάποιον τρόπο, η ήρεμη δύναμη του αποφθεγματικού λόγου έναντι των δύο άλλων εντονότερων εκφορών.

Με αυτή την ευρηματική τρίφωνη σχεδία η ποιήτρια αναπλέει τον ποταμό των συν-εικόνων και εκθέτει την περιπέτεια του εσωτερικού της ταξιδιού, κρατώντας το δικό της «ημερολόγιο καταστρώματος». Καταγράφω τους τίτλους-σταθμούς αυτών των δεκατριών τριμερών συνθεμάτων: Εν αρχή / Εναντιοδρομίες / Συν-εικόνες / Κατάδυση / Σιωπή / Blow up / Ταξίδι / Ανθοφορία / Αντικατοπτρισμοί / Επίκληση / Δίνη / Σκιές / Adieu.

Yπογραμμίζω το γεγονός ότι με αυτή την ποιητική επίνοια διευρύνει την αναγνωστική δυνατότητα της κατασκευής της, εφόσον μπορεί κανείς να ξεκλειδώσει αυτό το υπαινικτικό σταυρόλεξο … οριζοντίως και καθέτως: μπορεί δηλαδή ο αναγνώστης να στοιχίσει σε κάθετη ανάγνωση, σαν ένα ενιαίο ποίημα, τα μεσαία πλαγιογράμματα ποιήματα (τα β΄) ή, χωριστά πάλι, όλα τα εναρκτήρια ή τα καταληκτικά ποιήματα του τριπτύχου (τα α΄ είτε τα γ΄) – θα ακολουθήσει έτσι την κλιμάκωση μιας φωνής, με τις κορυφώσεις, τις υφέσεις, τις επιταχύνσεις, τις ανισοδιάρκειές της. Από την άλλη, μπορεί να κρατήσει, σε οριζόντια, σελιδαριθμική διάταξη, την τρίφωνη συμπλοκή, διατηρώντας την έκπληξη της αλλαγής του τόνου από το α΄ στο β΄ κι έπειτα στο γ΄ ποίημα και επανευρίσκοντας μέσα από την τρίτονη ασυνέχεια την ακολουθία των επόμενων τριαδικών συμπλεγμάτων. Δείγματος χάριν θα ακολουθήσω τη μία ή την άλλη λογική, διαβάζοντας πρώτα κάποιες από τις μεσαίες μονωδίες :

β΄

 

Από τα χλωμά νερά της λήθης

μια στιγμή αέρινη

έτοιμη να διαλυθεί στο φως

δάκρυ εγώ φωνήεν

στις χορδές της άρπας συλλαβή της αγωνίας

άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων

 

μεταμορφώνομαι

κόσμημα και νιο φεγγάρι

πίσω από τα σύννεφα της σκέψης σου

ανατέλλω και ο ουρανός σου πλημμυρίζει

αντιφεγγίσματα

αδικαίωτων στιγμών

 

                        *

Ανατέλλω

πνοές του αόρατου

ακατανόητα μηνύματα

ορίζουν την τροχιά μου

 

αποκρίνομαι

η σκιά μου βαθαίνει

χρυσαφένιο σύννεφο ελιγμός στον ορίζοντα

 

παλινδρομώ

η τροχιά μου κεντά

μελωδίες της αγρύπνιας

 

βυθίζομαι στα σκοτεινά ουράνια ύδατα

αμοιβάδες φωτός χάνουν το χρώμα τους

μέσα μου γαλάζιο ποτάμι

επικράνθη

ουρανοδρομώ και αναπαύομαι

όνειρο αθανασίας

 

                        *

Κινούμαι αργά

σε σπειροειδή τροχιά

εγώ ο διπλός καθρέφτης

η μία διπλή είσοδος

 

ψίθυροι του αιθέρα

μεταγράφονται στο σώμα μου

ο χώρος διάστικτος

απλές αρμονίες και καθαρούς χρωματισμούς

κατέρχομαι στο φαινομενικά αδρανές τοπίο

 

σκοτεινά ηχοχρώματα

επιστρέφουν πάνω μου

χρησμοδοτώ τη νοσταλγία

αντιστρέφω τα φαρμακερά βέλη

το εσωτερικό φως να ξημερώσει

 

                        […]

 

Παράθυρο βυθισμένο στα νερά

φυτά ονείρων μεγεθύνονται στο σκοτάδι

ναυάγιο φωτός η παρουσία μου

στον καθρέφτη του ουρανού

ζωγράφισε το εσωτερικό σου φεγγάρι

 

όλα ακίνητα εδώ

μόνο φευγαλέοι ήχοι άρπας

ντο έλασσον

μετέωρο μήνυμα διάλυσης

εστιάζεις αδέξια το φακό

να επιβεβαιώσεις την κίνηση

 

αποσύρομαι μην αναλωθώ

και καταργήσω την ύπαρξη

ως μνήμη και ως δυνατότητα

 

φευγαλέα γραφή

«υπάρχω»

μια συμβολική μορφή ύπαρξης

στο χρυσαφί των αθώων ονείρων σου

 

να με θυμάσαι

 

 

Και, σε οριζόντια ανάγνωση, ένα ατόφιο τρίφωνο, το όγδοο, που τιτλοφορείται «Ανθοφορία»:

α

 

Κι όμως στο χέρι σου

εικονίζεται εν μικρώ η αρμονία

ακολούθησε τις γραμμές τα όρη τα σύμβολα

τις αναλογίες με τα μουσικά διαστήματα

 

ακινησία

τα δάχτυλα αιμορραγούν

παραμορφώνονται

 

λευκό της μνήμης χρώμα

ανακαλεί σχήματα μελωδικά

αντάντε αμορόζο

 

όνειρο

η ανθοφορία

 

 

β

 

Αλλεπάλληλοι τραυματισμοί

σημαδεύουν κάθε έξοδο

από το γυάλινο κέλυφος

 

επιστρέφω

σ’ ένα φίλανθο κέντρο

απομονωμένο και αδιάφορο στην επαφή

 

οι αιχμηρές νότες

βουβές χωρίς ήχο

αδιάψευστο σημάδι στα δάκτυλα

 

η έκρηξη πάντα την τελευταία στιγμή

αναβάλλεται

 

γ

 

Η έκθεση στο πραγματικό ανάδυση του εσωτερικού τοπίου με έναν ιδιαίτερο κάθε φορά φωτισμό η γνώμη των άλλων συσκοτίζει την εικόνα το κέντρο ανθεκτικό παρά τους κλυδωνισμούς δεν συντρίβεται ο εαυτός και ο κόσμος συνέχονται η έκφραση αβίαστα ωριμάζει φως εν τη σκοτία ανθίζει

 

 

Πιστεύω πως τα διάπλοκα τούτα ποιήματα διεμβολίζουν τις εικόνες και ξεκλειδώνουν έναν κόσμο πολύχρωμο, ψηφιδωτό, καλοχτισμένο, με τις κρυφές στοές και τις καταπακτές του, καταχωνιασμένα μυστικά και θαρρετές αλήθειες, τις διάφωτες αίθουσες και τα δροσερά εξώστεγα, έναν εσωτερικό οίκο έτοιμο να δεχθεί και να φιλοξενήσει τον αναγνώστη. Η ένοικος ξεναγεί με λόγο παραστατικό, οπτικό, σχεδόν απτό και συνάμα μουσικό, με μελωδικά περιγράμματα. Οι εικόνες εντάσσονται σε προοπτική διάσταση, γίνονται κινητικές, εφορμούν σε βάθη και επανέρχονται στην επιφάνεια κουβαλώντας αινιγματικά όστρακα από λησμονημένους τόπους και δυσκατάληπτες γλώσσες.

Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου ονοματίζεται «Σημείο φυγής» με τη διακριτική αφιέρωση: Στη μητέρα μου. Πρόκειται για ένα ελεγειακό σύνθετο ποίημα με πύλες εισόδου και εξόδου και, ενδιαμέσως, επτά ποιητικά μέρη καταγεγραμμένα με λατινικούς αριθμούς (Ι – VII). Είναι μια δύσκολη συνομιλία μεταξύ προσώπων οριστικά πλέον αποχωρισμένων, του επιζώντος από τη μια μεριά και μιας βωβής σκιάς από την άλλη. Μονολογικός διάλογος («διαιρούμαι για να μιλήσω»), δηλαδή δίχως αντίλογο, με το το ποιητικό υποκείμενο να παίζει εναλλάξ ρόλους σε μια προσπάθεια να εξημερωθεί η αγριότητα της απώλειας, να εξορκιστεί το άγος της μοναξιάς, να συμφιλιωθεί η ζωή με το πένθος.

Το εισόδιο ποίημα, με καρφωμένο στα πλευρά του ένα ημιστίχιο από τη «Νέκυια» της Οδύσσειας (… εμέ δε χλωρόν δέος ήρει), καταλήγει αποφασιστικά:

 

η ενηλικίωση των στίχων μου

προκαλεί την αναμέτρηση

με το σήμερα

 

Τούτο μπορεί να διαβαστεί διττά, σε σχέση με τον τίτλο: το «σημείο φυγής» παραπέμπει και στην αποχώρηση της μητέρας και στην αναχώρηση μιας ποίησης από τη ζώνη της παρατεταμένης εφηβείας – σημείο εκκίνησης, λοιπόν, ή έστω επανεκκίνησης προς την ενηλικίωση. Στο κατώφλι των επτά ποιημάτων, ένα παραδοσιακό δίστιχο, αντίλαλος από τη μακρινή, θαλασσινή πατρίδα, σταλάζει την παραμυθία του στην πόλη της καταχνιάς και της ομίχλης:

«Ο πονεμένος δεν μπορεί ποτέ να ησυχάσει

γιατί του φαίνεται συχνά τον κόσμο πως θα χάσει»

 

Με τον ίδιο οικείο τόνο, χαιρετισμός πέρα από τη θάλασσα, ξεπροβοδίζεται το μεγάλο ελεγειακό σύνθεμα προχωρώντας προς το τέλος του:

 

«Χίλια παραπονέματα στα χείλια μου γραμμένα

μα δεν μπορώ να σου τα πω μόνο να πιάσω πένα»

 

Τα λαϊκά δίστιχα πλαισιώνουν, κατά κάποιον τρόπο, με την αμεσότητα και τη σοφία τους τον πένθιμο λόγο που επιχειρεί να υπερβεί την αμηχανία και το κόμπιασμα, τις αδέσποτες λέξεις και τις άτακτες σκέψεις. Φοδράρουν με την πατίνα τους τoν τρόμο και τον πόνο, επανοικειώνουν την ξεριζωμένη μητέρα με τον γενέθλιο τόπο της.

Το μελανό ριπίδι ανοίγει σε επτά πτυχές, παραλλαγές ενός επίμονου ανακαλέσματος, που στέκεται σε παρωχημένες στιγμές, ανείπωτα μηνύματα, μορφές αγαπημένες, ανήμπορα συλλαβίσματα και παράπονα της ψυχής, «των αναμνήσεων πυροτεχνήματα».

 

… Έχεις καιρό να σχολιάσεις τα συμβαίνοντα εδώ

ίσως όμως η σιωπή σου να είναι το σχόλιο

της αδέξιας ζωής μου

 

[…]

 

κοιτάζω τα σύννεφα

κι ας μην ξέρω να τα διαβάζω

τα μεταβαλλόμενα σήματα – τους οιωνούς

 

δεν κάλεσες τα φαντάσματά σου

ποτέ να αναμετρηθούν στο φως της μέρας

τώρα – κατόπιν εορτής – μεταμφιεσμένα

ουρλιάζουν στο βυθό

[…]

 

άκου την πνοή της πέτρας

σαν τη χαϊδεύει το κύμα

της μοναξιάς τα καρφιά πώς κρατούν

στερεωμένα τα σπίτια

[…]

 

δρόμοι στα κύματα

γραμμές της μοίρας

στην ώρα τους όλα

μισόγιομο φεγγάρι

τιμόνι θυέλλης

 

[…]

 

γκρίζες πέτρες και καφετιές

στου νερού το διάφανο σεντόνι

το δέντρο γέρνει να κοιμηθεί

τον ύπνο σου να ταξιδέψει

εκεί που λύθηκαν τα γόνατά μου

εκεί που το κλειδί χάθηκε

κι εγώ παίζοντας τη νιότη μου στα ζάρια

το γύρευα στις πιο απίθανες κρυψώνες

του καλογυμνασμένου νου

δεν κοίταξα ποτέ τα μάτια σου

να μου το φανερώσουν

[…]

 

οι λέξεις μου έχασαν τα σύμφωνα

τα φωνήεντα-κραυγές σε καλούν

 

τόση αφήγηση και δεν κατάλαβα ποτέ

η επανάληψη σκότωσε το μήνυμα

το διαμέλισε

οι ερμηνείες το παραμόρφωσαν

 

[…]

 

στην άλλη όχθη απομαγεύεσαι

εδώ παιδί εγώ με το στανιό

να μη σε χάσω

 

[…]

 

ο δικός σου τόπος έρημος ερειπίων

ο δικός σου χρόνος μαρμαρωμένος

ο δικός σου φόβος

ο δικός σου πόνος

ίχνη στη γλώσσα

από τη γύρη του νοήματος

με αναζητώ και δε με βρίσκω

 

[…]

 

ηττημένη η μούσα πέρασε

να καταθέσει ένα αστέρι στο παράθυρό σου

το πήρες και το έθαψες στο πηγάδι του κήπου

νερό φλεγόμενο έκαψε τα λόγια του

 

σκοτεινό μαγνητικό κέντρο

η μοναξιά σου

γύρω της αδέξια γυρίζω

 

[…]

 

ο ήλιος βυθίστηκε στη θάλασσα

η μητέρα κι ο πατέρας έδυσαν μέσα μου

για ν’ ανατείλουν πάλι αύριο

την καινούρια μέρα

 

τη μετά θάνατον

δική μου μέρα

στην άλλη ακτή

της καθημερινής αναμέτρησης

 

 

Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, ότι στην εκπνοή των επτά ποιητικών μερών επανευρίσκουμε την ίδια λέξη με την οποία έκλεινε το εισόδιο ποίημα: την αναμέτρηση με το διεσταλμένο έξαφνα παρόν που προσπαθεί να χωρέσει τόσο παρελθόν και να ειρηνεύσει το μέλλον. Το επτάπτυχο ριπίδι κλείνει απαλά· το τελικό, εξόδιο ποίημα μεταφέρει στην κρύπτη του την ανάσα μιας οικείας γαλήνης:

 

… δώσε μου λέξεις κοχύλια της παιδικής μου θάλασσας

θροΐσματα δέντρων

πέταξε της τελειότητας

τα μαύρα ρούχα

τα μυστικά σου ο άνεμος

πενθοφόρος δε λησμονά

τα ξαναφέρνει πίσω σε μια αμέριμνη στιγμή

 

οι λέξεις

μεταμορφώνουν

στο βλέμμα σου το άγγιγμα της μέρας

 

[…]

στα χέρια σου κρατάς το όνειρο

εύθραυστο όπως πάντα

φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά

 

από αχαρτογράφητες περιοχές

από τα βάθη του χρόνου

έρχεται η ευχή της γυναίκας

μέσα στη ρευστότητα

να πάρει σάρκα και οστά

ο λόγος κι η κραυγή γίνονται μοίρα

 

στα κελάρια τους ωριμάζουν οι ποιητές

 

το ποίημα επινοεί

 

το ποίημα επινοείται

κι ανάμεσα εσύ

 

αληθεύεις

 

 

Πιστεύω να έδειξα πως σε αυτό το διαξονικό βιβλίο η Βικτωρία Καπλάνη ενοφθάλμισε την τεχνική της ωριμότητα. Γερά αρματωμένη, κατέχει πια την ποιητική εκείνη «ευγένεια» που δόξασε ο Καρυωτάκης:

Κάνε τον πόνο σου άρπα.

Και γίνε σαν αηδόνι,

και γίνε σαν λουλούδι

κάνε τον πόνο σου άρπα

και πε τονε τραγούδι.

 

Άλλωστε δεν ξεχνώ πόσο με ξάφνιασε η παιγνιώδης σοβαρότητα, η αδραματοποίητη σαφήνεια με την οποία μπήκε στην ποιητική αρένα, σαν έτοιμη από καιρό. Στους Ήχους-Απόηχους, το πρώτο της βιβλίο (2007), «αντί προλόγου» καρφίτσωνε το πρόγραμμα της αυτογνωσίας της:

 

Aριάδνη, εγώ σου το ᾽λεγα

ο θεός σου πέθανε

κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα

πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές

τώρα

το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου

ο χορός του θρήνου

ο θρήνος του χορού

χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις

 

ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα.

 

 

Δεν μπορώ, κλείνοντας, παρά να κάνω στη Βικτωρία Καπλάνη την αναμενόμενη ευχή: να συνεχίσει αυτό το ξετύλιγμα του κουβαριού με την ίδια ζέση και τη σκηνοθετική ευαισθησία που έχει δείξει ώς τώρα στα ποιητικά της πλάνα.

 

INFO: Βικτωρία Καπλάνη

Σημείο φυγής

εκδ. Γαβριηλίδη, 2013

 

 


* Κείμενο που ακούστηκε κατά την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στη Θεσσαλονίκη (27 Νοεμβρίου 2013).

2 ΣΧΟΛΙΑ

    • ΑΤΤΙΚΗ 23-7-18

      Αδέρφια μου,
      ταχύτερη απ’ τον φτεροσάνταλον Ερμή
      το νέο μάς ήρθε του ξολοθρεμού σας.
      Ένα όνειρο πικρό τα φρένα εξέσχισε των Ολυμπίων
      τον γαληνό ταράζοντάς τους ύπνο.
      Οι Συμπληγάδες της ψυχής μας
      ακίνητες μιας κι άνοιξαν εμείναν
      ακέριο αφήνοντάς το να περάσει το καράβι
      της Θλίψης, της Οργής και των Συγκλονισμών.
      Στην πλώρη του επάνω
      πελιδνός
      χωρίς φωνή και πρόσωπο
      της Τραγωδίας ο άγγελος να διασαλπίζει:
      “ΔΕΚΑΔΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΕΚΡΟΙ!”

      Ο απρόσμενος χαμός σας
      στις πιο ψηλές κορφές του Πόνου μάς ανέβασε.
      Εκεί που κόβεται η ανάσα,
      εκεί που άλαλα τα χείλη μένουν,
      εκεί που δεν μπορεί το δάκρυ ν’ αναβλύσει-
      εκεί στερρό που υψώνεται το κάστρο της Οδύνης
      με τα τριακόσα εξηνταπέντε δίκοπα της Φτώχειας
      ασήμαντα να κείνται τώρα κάτου-ευτελισμένα.

      Οι ώρες μας
      στην Άβυσσο της Λύπης βυθισμένες
      δεν αλλάζουν πια.
      Η υπομονή αδέρφια μου
      έφτασε ξάφνω
      στο ακρόχειλο του πιο βαθιού γκρεμού της
      βλέποντας κάτω
      αθέλητη υποψήφια αυτόχειρ.

      Στο πανηγύρι ετούτο του Χαμού,
      στο χώμα της πατρίδας μας επάνω
      η Φρίκη την πιο πλούσια της πραμμάτια εξεδίπλωσε
      κι απλόχερα τη σκόρπισε εναγύρω.

      Μέσα στων δέντρων τους κριγμούς
      μες στον ορυμαγδό
      μες στο φρικώδες ξάφνιασμα
      φωνές ακούονταν ικετευτικές
      από το κάθε στόμα:
      «Αδέρφια μας μη φεύγετε! Σταθείτε!”

      Όμως η Μοίρα εσάς σας είχε κιόλας ξεχωρίσει.
      Και σας πήρε.
      Και το άρωμα έμεινε χωρίς αγέρα
      το στόλισμα χωρίς γυναίκα
      η αγάπη δίχως αγκαλιά.

      Αδέρφια μας
      τώρα κοιμόσαστε ήρεμα
      γλυκά και αλαφρά.
      Τώρα στο χώμα ανθούν τα όνειρά σας.
      Κι οι αναμνήσεις σας-όσες προλάβατε να φτιάξετε-
      στα φύλλα των τριαντάφυλλων ακούμπησαν θλιμμένες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here