Η πένθιμη Μπρυζ του Ρόντενμπαχ (της Νίκης Κώτσιου)

0
441

 

Της Νίκης Κώτσιου.

Ο Ζορζ Ρόντενμπαχ(1855-1898) γεννήθηκε στην πόλη Τουρναί του Βελγίου και πέθανε στο Παρίσι,λίγους μήνες μετά το θάνατο του Μαλλαρμέ, του οποίου θαύμαζε και προωθούσε το έργο. Οι πόλεις της Φλάνδρας αποτέλεσαν ανεξάντλητο κοίτασμα έμπνευσης για το έργο του και η ονειρική Μπρυζ έγινε η πολύτιμη και ανεπανάληπτη  Μούσα του, στην οποία επανερχόταν σταθερά. Το «Μπρυζ, η Νεκρή»(στην ωραία μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου, από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν) είναι ένα εμβληματικό κείμενο του συμβολισμού, μια ποιητική πρόζα  με πολλά στοιχεία του φανταστικού  και συγχρόνως ένα ψυχολογικό δράμα. Η φορτισμένη ατμόσφαιρα της πόλης και ο μύθος που τη συνοδεύει, τα  σοφά επιλεγμένα μοτίβα που υποβάλλουν ένα ζοφερό- δυσοίωνο κλίμα, το αδιαπέραστο  μυστήριο που τυλίγει τα πρόσωπα και τα πράγματα με μια απόκοσμη, ονειρική αχλύ, ο επίσημος τόνος και η αυστηρότητα του ύφους σε συνδυασμό με την καλλιέπεια και την αξεπέραστη  λυρική διάθεση  φτιάχνουν ένα αδαμάντινο  κείμενο.

Συντετριμμένος από το θάνατο της συζύγου του, ο Υγκ  Βιάν ζει βυθισμένος στο πένθος. Μετακομίζει μάλιστα στην πόλη Μπρυζ, όπου  η σιωπηλή και μελαγχολική ατμόσφαιρα σε συνδυασμό με το υποβλητικό τοπίο, συνάδουν με την αβάσταχτη θλίψη του  και ταιριάζουν στο βαρύ πένθος του.  « Η πόλη, που υπήρξε και αυτή ωραία και αγαπημένη, έγινε η ενσάρκωση της νοσταλγίας του.Η Μπρυζ ήταν η νεκρή του. Η νεκρή του ήταν η Μπρυζ. Τα πάντα ενώνονταν σε μια κοινή μοίρα.Ήταν η Νεκρή Μπρυζ, θαμμένη και η ίδια μέσα στους λίθινους τάφους από τις προκυμαίες της…» Ο Υγκ ζει περιστοιχισμένος από τα πορτραίτα της  νεκρής συζύγου του, με μόνη συντροφιά μια γερασμένη θεοσεβούμενη οικιακή βοηθό. Έχει μάλιστα κρατήσει τα  υπέροχα  μαλλιά της νεκρής, τα οποία διατηρεί και  λατρεύει σαν πολύτιμο κειμήλιο και ανεκτίμητο ενθύμιο, με μια εμμονή κι έναν ζήλο ιδιαίτερο. Ωστόσο, η πένθιμα τακτοποιημένη ζωή του Υγκ θα ανατραπεί ξαφνικά, όταν, στον περιπατό του, συναντήσει μια γυναίκα, που μοιάζει καταπληκτικά στην εκλιπούσα. Ο Υγκ θα την ακολουθήσει και θα βαλθεί να την κατακτήσει και να την κάνει δική του ώστε να δοκιμάσει έτσι  την ψευδαίσθηση ότι « ξαναβρήκε» τη νεκρή αγαπημένη του.  Από κει και πέρα, θα δρομολογηθεί μια σειρά εξελίξεων, που θα οδηγήσουν τον Υγκ στην καταστροφή. Η ζωντανή γυναίκα θα τον διαψεύσει και ο Υγκ θα είναι αμείλικτος.

Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα στην Μπρυζ, μια πόλη μαγική,μυστικιστική, σχεδόν μυθική,που περιγράφεται πολύ ατμοσφαιρικά σε ολόκληρο το βιβλίο και δεν λειτουργεί μόνο σα σκηνικό αλλά και σαν καταλύτης ή ακόμα και σαν πρόσωπο. Τα κανάλια, οι καθεδρικοί μαζί με τα υπόλοιπα γοτιθκά κτίσματα, η καταχνιά και η σιγή που διακόπτεται μόνο από τα πεισιθάνατα χτυπήματα της καμπάνας φτιάχνουν έναν  αόρατο αλλά πυκνό ιστό που περισφίγγει τον Υγκ  σα θηλειά. Η πόλη τον ακολουθεί και του υπαγορεύει μια διαδρομή αδιατάρακτου πένθους και αδιάκοπης συντριβής.  «Είχε την εντύπωση ότι έπεφτε στην ψυχή του η σκιά από τα καμπαναριά, σα να έφτανε μέχρι τον ίδιο μια παραίνεση από τα παλιά τείχη, σα να ανέβαινε μια ψιθυριστή φωνή απ’ το νερό…Περισσότερες από μία φορές είχε νιώσει εγκλωβισμένος. Είχε αφουγκραστεί τη σιγανή πειθώ των λίθων, είχε εκπλαγεί από την εντολή των πραγμάτων να μην επιβιώσει και ο ίδιος από τον θάνατο που τον περιέβαλε. Και για πολύ καιρό και σοβαρά σκεφτόταν την αυτοκτονία».

Υπό οποιαδήποτε οπτική γωνία κι αν τη δει κανείς, παρά την αδιαμφισβήτητη γοητεία της, η Μπρυζ  δεν παύει να περικυκλώνει τα πρόσωπα σα Μοίρα οδηγώντας  την τύχη  και τα βήματά τους  στο σπαραγμό. Ο Υγκ τη διατρέχει καθημερινά σκεπτόμενος τα δεινά του και μηρυκάζοντας  τη θλίψη του. Είναι ο μελαγχολικός εκείνος flaneur,  που, πάνω  στους  μυστικούς δαιδάλους της πόλης, βλέπει να αντιστοιχεί κάτι από το λαβύρινθο της καρδιάς του. Στη διάρκεια των τελετουργικών του περιπάτων, ο Υγκ ερμηνεύει τα σημάδια του τοπίου και κάνει συσχετισμούς με την ψυχική του διάθεση. Η Μπρυζ γίνεται η ιδανική μετωνυμία του πένθους του, πάνω στην ονειρική υφή της αποκρυσταλλώνεται ο πόνος της απώλειας και η διαρκής παρουσία του θανάτου. Το υγρό στοιχείο κυριαρχεί παντού. Η Μπρυζ είναι μια πόλη φτιαγμένη από νερό και  θλίψη, από αντικατοπτρισμούς και αντανακλάσεις. Το νερό καθρεφτίζει και πολλαπλασιάζει τη θλίψη της πόλης εις το διηνεκές. Και δεν είναι μόνο το νερό των καναλιών αλλά και τα σύννεφα,  η βροχή, ακόμα και τα δάκρυα των ανθρώπων, που πάντα έχουν κάποιο λόγο να θρηνούν. Φασματική και γκρίζα, βυθισμένη στη σιγαλιά και το πένθος, η Μπρυζ ξέρει καλά να διαφυλλάττει  τα μυστικά της, σαν κείμενο κρυπτικό, που ανθίσταται επίμονα στην ερμηνεία παραμένοντας για πάντα αινιγματικό και μυστηριώδες, απροσπέλαστο. «Κάθε πόλη είναι μια ψυχική κατάσταση και μόλις πατήσουμε το πόδι μας σ’ αυτή, κοινοποιείται, διαχέεται πάνω μας σαν υγρό που μας μολύνει και το προσλαμβάνουμε στο σώμα μας μαζί με τον αέρα που αναπνέουμε».

Μέσα σ’ αυτόν τον υδάτινο ιστό, με τα σύμβολα θανάτου να στίζουν ακατάπαυστα την ανθρώπινη ζωή στοιχειώνοντας καρδιά και νου, ο Υγκ θα επιχειρήσει το ακατόρθωτο: να φέρει πίσω , σαν άλλος Ορφέας, την Ευρυδίκη του. Στο πρόσωπο της άγνωστης που συναντά τυχαία στο δρόμο, ο Υγκ αναγνωρίζει ένα κάλεσμα απόκοσμο, μα ηχηρό. Τα πάντα πάνω της θυμίζουν την πεθαμένη σύζυγό του και η ομοιότητα είναι τόσο εξώφθαλμη, που δε γίνεται να περάσει απαρατήρητη. Η άγνωστη ονομάζεται Τζέιν Σκοτ, είναι χορεύτρια και ηθοποιός και ο Υγκ  βλέπει πάνω της ένα πιστό αντίγραφο της εκλιπούσας. «Σ’αυτήν ξαναβρήκε τη νεκρή, αυτήν έβλεπε, όπως βλέπει κανείς ίδια και απαράλλαχτα την εικόνα της σελήνης που καθρεφτίζεται μέσα στο νερό». Όσο περισσότερο, όμως, σχετίζεται μαζί της, τόσο περισσότερο υποχωρούν και ξεθωριάζουν  οι  αρχικά διαπιστωμένες ομοιότητες, για να δώσουν τελικά τη θέση τους σε διαφορές ανυπέρβλητες, που ακυρώνουν την όποια, ακόμη και στοιχειώδη, ταύτιση με τη νεκρή.

Ο Υγκ είναι και πάλι συντετριμμένος. Η Ευρυδίκη του ζωντάνεψε  για λίγο κάνοντάς τον να αναθαρρήσει προς στιγμή,  αλλά εκ νέου  επέστρεψε στον τόπο του θανάτου, αφήνοντάς τον  οριστικά και αμετάκλητα μόνο, για πάντα απαρηγόρητο. Ο Υγκ πίστεψε πως βρήκε το τέλειο «αντίγραφο», το πιο ανεπίληπτο ομοίωμα,  το πιο πιστό στο «πρωτότυπο». Όμως στην πορεία διαψεύστηκε οικτρά καθώς  η Τζέιν αποδείχτηκε τραγικό κακέκτυπο της εκλιπούσας  και φτηνή   αναπαράσταση  μιας  απρόσιτης, ανεπανάληπτης  τελειότητας, οριστικά ανέφικτης. Ο ήρωας αναζήτησε απεγνωσμένα το ιδεατό, περιδινήθηκε στην πλάνη και  βρέθηκε εκ νέου βυθισμένος στο πένθος και τη δυστυχία. Τα δίπολα που εμπλέκονται στην ιστορία αυτή δεν μπορεί παρά να έχουν πλατωνικές καταβολές: η Ιδέα και τα απατηλά απεικάσματά της στον επίγειο κόσμο, το αρχέτυπο και το αντίγραφο, το είναι και το φαίνεσθαι, η αλήθεια και το ψέμα. Ο ιδεαλισμός του Ρόντενμπαχ είναι ξεκάθαρος.

Διερευνώντας το πένθος, τον πόθο και το πάθος μέσ’ από τους κώδικες του συμβολισμού, το «Μπρυζ, η Νεκρή»  είναι μια( θανατόφιλη) σπουδή έρωτα αλλά  και μια απόπειρα  μελέτης της ανδρικής επιθυμίας, δοσμένη μ’ έναν απαράμιλλο  σκοτεινό λυρισμό, που εντυπωσιάζει.

 

info: Ζορζ Ρόντενμπαχ: Μπρυζ, η Νεκρή, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Σαιξπηρικόν,2017

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here