Η νεοελληνική λογοτεχνία σε ένα δοκίμιο για το έθνος (του Δημήτρη Κόκορη)

0
539

Δημήτρης Κόκορης

 

Επειδή δεν είναι ασυνήθιστο να διαβάζουμε δοκιμιακά κείμενα (από επιφυλλίδες έως και βιβλία) χωρίς διαυγείς θέσεις, τα οποία ενίοτε περικλείουν και πολλαπλές αντιφάσεις, ξεκινούμε με μία σχεδόν αυτονόητη τοποθέτηση: το συγκεκριμένο βιβλίο οικοδομήθηκε με υλικά αποδεικτικού και στοχαστικού δοκιμίου και είναι συνεπές προς τον ορισμό της δοκιμιακής γραφής (έχει αρχή, μέση και τέλος, αρθρώνεται σε ευκρινή διανοητική-συλλογιστική πορεία, διαθέτει θέσεις, τεκμηριωμένες σε επιχειρήματα, σε λογικούς συσχετισμούς, αλλά και σε διερεύνηση της πλούσιας σχετικής βιβλιογραφίας).

Στην τρίτη ενότητα του πρώτου μέρους, στοιχειοθετείται μία διαφορετική ανάγνωση ορισμένων εθνικών μύθων του νεοελληνικού λογοτεχνικού πεδίου, το οποίο συγκροτείται από τρεις βασικές πτυχές: την ποιητική και αφηγηματική παραγωγή, τη λογοτεχνική κριτική, αλλά και την αναγνωστική πρόσληψη τόσο των λογοτεχνικών, όσο και των κριτικών και θεωρητικών ως προς τη λογοτεχνία κειμένων. Σταχυολογούμε δειγματοληπτικά ορισμένα σημεία:

1) Σωστή η υπογράμμιση του ορθά σκιαγραφημένου από έγκυρους μελετητές στοιχείου της διττότητας της ελληνικής ηθογραφίας, η οποία ανέπτυξε και την τάση ειδυλλιακής και αφελούς αναπαράστασης της ζωής στην ύπαιθρο, αλλά και την κατεύθυνση εμβάθυνσης στις σκοτεινές, τραγικές ή και απάνθρωπες όψεις της ζωής («Το αμάρτημα της μητρός μου», ο Ζητιάνος, Η Φόνισσα κ.ά.).

2) Ο εθνικολαϊκισμός ήταν γνώρισμα όχι μόνον της αστικής διανόησης, αλλά και της αριστερής σκέψης και λογοτεχνικής έκφρασης ήδη από τη δεκαετία του 1940.

3) Η ματιά της νεοελληνικής αστικής σκέψης προς την ευρωπαϊκή Δύση δεν υπήρξε ενιαία. Ο αναγνώστης μπορεί δείγματος χάριν, να ψηλαφίσει τη μετριοπαθή και νηφάλια ματιά του Γιώργου Σεφέρη προς την ευρωπαϊκή Δύση, σε αντίθεση με τη συγκρουσιακή κατ’ ουσίαν χρησιμοποίηση της τελευταίας από τον Ζήσιμο Λορεντζάτο .

4) Ο Διονύσιος Σολωμός, αξιοποιώντας και βασικές πηγές της φιλοσοφίας του γερμανικού ρομαντισμού και τα ιταλικά διαβάσματά του, βρίσκεται «απέναντι στην αντίληψη του Ζαμπέλιου που ζητά την επανανακάλυψη της συντελεσμένης ελληνικότητας μέσα στους θησαυρούς της δημώδους προφορικής παράδοσης και επιφυλάσσει για τους λόγιους τον ρόλο του θεματοφύλακα της συλλογικότητας» (σ. 164).

5) Ο Μάκης Καραγιάννης επισημαίνει: «Φαίνεται, λοιπόν, από τις περισσότερες κορυφές της λογοτεχνίας – Σολωμός, Κάλβος, Ροΐδης, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης – πως ό,τι περιγράφεται ως “ελληνικότητα”, σε πείσμα όσων την επικαλούνται, διαμορφώθηκε υποδόρια μέσα από συνεχείς ωσμώσεις με την ευρωπαϊκή λογοτεχνική πραγματικότητα. Η γονιμότητα του ελληνισμού, η κατάκτηση ήρθε στη μεθόριο και όχι στην απομόνωση» (σ. 182-183). Σωστό και ενδιαφέρον το συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει επαγωγικά, από τα ειδικότερα λογοτεχνικά παραδείγματα προς τη γενίκευση, εκκινώντας από τα πεζογραφήματα του Ελληνικού Ρομαντισμού και συμπεριλαμβάνοντας γόνιμα επηρεασμένες από ευρωπαϊκές παραμέτρους πτυχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπως ο αστικός ρεαλισμός, που ξεκινά από τα τέλη του 19ου αιώνα και διαμορφώνεται και με τη δυναμική συμβολή εκπροσώπων της λογοτεχνικής γενιάς του 1930. Υπογραμμίζεται και σωστά ότι η συγκεκριμένη γενιά αξιοποίησε την ελληνικότητα ως αισθητική. Ο Μάκης Καραγιάννης εμπλουτίζει και διευρύνει τη συγκεκριμένη διαπίστωση: «Οι επόμενες γενιές αμφισβήτησαν τη γενιά του ’30, αλλά δεν διαμόρφωσαν έναν νέο κανόνα. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε τα πράγματα διαφορετικά; Χωρίς τα υποστυλώματα και τα δάνεια του παρελθόντος; Αυτή είναι η πρόκληση» (σ. 201).

6) Μπαίνοντας, λοιπόν, στη διαδικασία να ψαύσει την πρόκληση, ο συγγραφέας προσεγγίζει και εκείνους τους μεταπολεμικούς λογοτέχνες, που εξελάμβαναν την ελληνικότητα ως βαθύ τραύμα, όχι απλώς ατομικό, αλλά και ως πληγή που ταλάνιζε το κοινωνικό σώμα: «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μίλτος Σαχτούρης κ.ά. ψηλάφισαν με την ποίησή τους τις ουλές στα σώματα και τις συνειδήσεις. Είναι το  γεγονός που σφράγισε την πεζογραφία μέχρι τη μεταπολίτευση. Ο Άρης Αλεξάνδρου με Το Κιβώτιο, ο Ανδρέας Φραγκιάς με την  Καγκελόπορτα,  ο Στρατής Τσίρκας με τις Ακυβέρνητες Πολιτείες, ο Δημήτρης Χατζής, ο  Θανάσης Βαλτινός,  αλλά και από την άλλη πλευρά ο Νίκος Κάσδαγλης, ο Ρένος Αποστολίδης, ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, Ρόδης Ρούφος, Αλέξανδρος Κοτζιάς θα θέσουν κάτω από τον πεζογραφικό τους φακό την Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο και τις συνέπειές του» (σ. 203).

7) Ο συγγραφέας προεκτείνει χρονικά το πεδίο και εισφέρει μία παρατήρηση, η οποία αξίζει να μας προβληματίσει: «Αν η λογοτεχνία της ευθύνης της προηγούμενης περιόδου είχε ως κέντρο το δικαστήριο της συνείδησης, ο μυθιστορηματικός ήρωας της μεταπολιτευτικής περιόδου, εναρμονισμένος με τον μεταμοντέρνο κόσμο στον οποίο κινείται, επιλέγει την παρωδία, τη σάτιρα, την ειρωνεία ως τρόπο θέασης και αντιμετώπισής του μέσα στα όρια του ιδιωτικού βλέμματος (Π. Τατσόπουλος, Β. Ραπτόπουλος, Α. Σφακιανάκης). Σταδιακά η πεζoγραφία θα εκφράσει την κριτική της και θα πάρει τις αποστάσεις από τις «μείζονες αφηγήσεις» της συλλογικότητας,  όπως έκαναν η Μάρω Δούκα, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Αλέξης Πανσέληνος, ο Δημήτρης Νόλλας κ. ά.» (σ. 213). Δεν θα επεκταθώ στον προβληματισμό γύρω από την άποψη για λόγους οικονομίας, απλώς την υπογραμμίζω ως ενδιαφέρον δείγμα της στηριγμένης σε αναγνωστικά και κριτικά επιχειρήματα σκέψης του Μάκη Καραγιάννη.

Η ολισθηρότητα του εδάφους μιας συζήτησης περί έθνους αφ’ ενός ενδυναμώνεται από την περιπλοκότητα του ζητήματος, αφ’ ετέρου αυξάνεται από τη δυνάμει αποσπασματική χρήση ορισμένων παραμέτρων του: αναμφίβολα, το σχήμα της αδιάλειπτης και αδιάκοπης ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων υποσκάπτεται στην ανάπτυξη του δοκιμίου. Εάν κάποιος, όμως, δώσει μεγάλη έμφαση στο αντλημένο από την Ιλιάδα μότο του βιβλίου («Μήνιν άειδε, θεά»), αποκλείεται να εκλάβει την «μήνιν» σαν εγγεγραμμένη στο ελληνικό DNA από αρχαιοτάτων χρόνων και τη λογοτεχνία σαν αποκλειστικό και ανέκαθεν προσδιορισμένο έργο των μουσόληπτων και θεϊκά εμπνευσμένων; Μάλλον όχι, και έχουμε εδώ μία επιβεβαίωση, όχι φυσικά του ιδεολογήματος, που ο συγγραφέας αντιμάχεται στην ανάπτυξη της σκέψης του, αλλά του κοινότοπου πλην ορθού «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες».

Μία τελευταία αναφορά, η οποία σχετίζεται με το ξετύλιγμα μιας ελκυστικής συλλογιστικής στο υποκεφάλαιο του Δεύτερου Μέρους «Φάουστ ή Ζορμπάς»: «Ο Φάουστ κι ο Ζορμπάς είναι δυο συλλογικοί εθνικοί μύθοι. Τι εκφράζουν άραγε σήμερα; Δεν είναι εύκολη η απάντηση. Με όλες τις νόμιμες επιφυλάξεις που μπορεί να καταθέσει κανείς, στο βάθος διακρίνεται διαχρονικά  μέσα από την ανάλυση τους μια διαφορά στο εθνικό συλλογικό ασυνείδητο. Έχει, κυρίως, περιγραφικό και όχι αξιακό ενδιαφέρον, γιατί αναδεικνύει αντιστικτικά τη  σύγχρονη ελληνική ιδιαιτερότητα και τη διαλεκτική σχέση των εθνικών πολιτισμών. Ο Γκαίτε, όπως όλοι γερμανοί διανοούμενοι της εποχής του,  λατρεύει τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και τον μεταπλάθει στον Φάουστ. Ο Καζαντζάκης γοητεύεται από τις ιδέες του Γκαίτε και του Νίτσε για να δώσει με τον Ζορμπά τη δική του εκδοχή της ελληνικότητας» (σ. 301). Επομένως, αυτή η δημιουργική αντίστιξη, αυτή η λειτουργική διαπάλη ανάμεσα στο οθνείο και όχι απλώς το ευρωπαϊκό, αλλά το πανανθρώπινο, απλωμένη σε μία παγκοσμιοποιημένη πλέον πολιτισμική, πολιτική και οικονομική συνθήκη, μας απασχολεί και θα μας απασχολήσει ως σύνθετο, περίπλοκο και εξελισσόμενο πεδίο σκέψης και ως προς αυτό το σημείο, το βιβλίο του Μάκη Καραγιάννη είναι μία ενδιαφέρουσα και καλοδεχούμενη συμβολή.

(*) Ο Δ. Κόκορης είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ

info: Μάκης Καραγιάννης, Μικρό και αλαζονικό έθνος. Δοκιμές εθνικής αυτογνωσίας, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2018.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here