Η Μόρα της ποίησης (της Ευδοκίας Φανερωμένου)

0
298

 

 

της Ευδοκίας Φανερωμένου

 

Μια μυθική μορφή. Όχι δημοφιλής, μα σίγουρα ενδιαφέρουσα. Η Μόρα. Ούσα εκεί, «συναπτή» στα βάθη της μυθικής παράδοσης. Επιστημονικά αποδίδεται με τον όρο  υπνική παράλυση. Για το ποιητικό υποκείμενο ,όμως, λειτουργεί διαφορετικά. Σαν έτερη, Λερναία Ύδρα  υφίσταται πολυδιάστατη και επιδεχόμενη πολλαπλούς συμβολισμούς. Πρόκληση. Τι είναι τελικά η Μόρα; Όσο τη διώχνεις εκείνη ανασυντίθεται και σου επιβάλλεται με νέες μορφές, άλλες λαλιές, αρχέτυπη μα και ενδεδυμένη σύγχρονα αμπέχονα. Όσο πιο καταπιεσμένη και απωθημένη σε στεγανούς αποκλεισμούς, τόσο σε κάθε νέο της επαναπατρισμό λαλίστατη, κραυγάζουσα, επιβάλλεται στεντόρεια και είναι υπόθεση καιρού και καιρών ο εξορκισμός της. Ίσως να είναι και συμπαθητική. Ενίοτε. Όταν  αφήνεσαι άχρονος, άοπλος, «ατονικός» στη σφαίρα της παρατήρησης ή της ενσυναίσθησης.

Κάπως έτσι φαίνεται να συναντά τη Μόρα ο Δ. Πέτρου, στην ομώνυμη ποιητική συλλογή του, την τρίτη κατά σειρά. Μόνο που ενώ στην πρώτη   κινούνταν ανιχνευτικά, εαυτός προς εαυτόν και στη δεύτερη  κατοικημένος από τον τόπο του, εδώ τα πράγματα σίγουρα αλλάζουν. Δομικά, επιλέγει να δώσει στο έργο του θεατρική μορφή, διαλογική. Τρεις φωνές διατρέχουν το ποιητικό έργο, δεμένες ωστόσο έτσι ώστε να  θυμίζουν αρχαία τραγωδία. Η Μόρα, ο ποιητής, και οι άλλοι: η κοινή γνώμη, οι παρατηρητές, εν είδει χορού. Φωνές που αρθρώνουν με εναλλαγές τη δική τους ταυτότητα, και αυτό είναι που κάνει την εν λόγω ποιητική συλλογή ενδιαφέρουσα ως έναν πλου ανεμπόδιστο στα πελάγη του χρόνου, με σκαρί το λόγο, μοναδικό πανί το συναίσθημα. Στην περιπλάνηση του ο Δ. Πέτρου συναντά τους δικούς του Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, απελευθερώνει ανέμους και συμβολισμούς και αφήνει τον αναγνώστη  να αγγίξει αυτό που έχει ανάγκη, αυτό που του εκμαιεύει, χωρίς  να το εκβιάζει ,σα  μέσα από μια φυσική διαδικασία. Ριπές εικόνων, συνειρμών, χωρίς φλυαρία. Το κάθε ποίημα επιφυλάσσει  την ανατροπή στους τελευταίους στίχους, αφού πριν ο Πέτρου έχει διεγείρει τις αισθήσεις και έχει παραπλανήσει τον αναγνώστη σε ένα τέμπο πλωτό, ρυθμικό.

Από την άλλη, ο σαρκασμός  που ακίζει το ύφος έρχεται σε σύζευξη με έναν αυθεντικό ρομαντισμό και αυτό το πάντρεμα αποκαλύπτει το χειμαρρώδες ένστικτο του ποιητή, που είναι και ανθρώπινος. Άλλοτε αέρινος, αγνός, με παιδική ματιά, άλλοτε έφηβος ονειροπόλος, κάτοικος πόλης, κάτοικος χρόνου. Ο Δ.Πέτρου έχει την άνεση να κινείται στο χρόνο και την ιστορία. Συνομιλεί με πρόσωπα ιστορικά, πρόσωπα καθημερινά, συνομιλεί με μορφές ποιητών. Συνομιλεί και με γεγονότα. Η απόθεση μοιάζει βιωματική, μα καταλήγει πολυδιάστατη και γίνεται πλατφόρμα ενεργοποίησης πολλαπλών συμβολισμών, γιατί ακριβώς ο Δ.Πέτρου λειτουργεί σε  εναλλασσόμενα επίπεδα: Γήινος, τολμηρά υπόγειος ή εκτοξευόμενος σε λημέρια «ξηλωμένων ονείρων» και «ρακοσυλλεκτών γλάρων» ή γλάρων που » ίπτανται ως σκιές». Φτιαγμένος από «άλλο μέταλλο» παίζει κρυφτό με τη ζωή ή το θάνατο, εισχωρεί σε παλιά σπίτια, σε χτισμένα γεφύρια, σε μάχες, ξεδιπλώνει μνήμες, χρωματίζει, αποχρωματίζει και κυρίως παρατηρεί. Το «κεράσι που πέφτει από το δέντρο», «εξωτικές ανατολές που δυναστεύουν», » το βάρος των ανθρώπων» , επίχρισμα και μυρουδιά σε τοίχους πολυκαιρισμένους, «ύποπτες συναλλαγές των φεγγαριών στα μπαλκόνια», ζωές «σε λάθος τόπους», «σπασμένες πόλεις», «ποδήλατα παιδιών που ισορροπούν στο μέτωπό του».  Η μοναχικότητα του παρατηρητή συχνά διασπάται με παρεμβολές του «εμείς». Ο ποιητής μοιράζεται. Όταν νιώθει, δηκτικά συχνά, την ανάγκη να παίξει με τις αντιθέσεις. Δε φοβάται να συγκεράσει το ρεαλισμό με την υπερρεαλιστική και  κάποτε ερωτοτροπούσα με τον παραλογισμό, διάθεση.

Και πάντα παρούσα εκεί η Μόρα. Με τη δική της φωνή, δεκαπεντασύλλαβη, μα όχι ξένη, ως παλιά γνωστή από την παράδοση, εμφανώς αγαπημένη του ποιητή. Δυναμικά παρούσα και η δημοτική ποίηση, η βυζαντινή. Τα Κεχραγάρια, το Επιλύχνιον. Η λατρευτική ακολουθία, η υμνητική απόδοση ευχαριστιών, εντάσσονται στο έργο του λειτουργικά χωρίς να προκύπτει ασύνδετη ή ετερόκλητη. Ο Δ. Πέτρου έχει το δικό του προβολέα, φως ιλαρόν, που γνωρίζει καλά πότε και πώς να φωτίζει εκεί που ακριβώς στοχεύει. Ο λόγος απελευθερώνεται  θεατρικός, αφηγηματικός ή εξομολογητικός ανάμεσα σε σύγχρονους, βυζαντινούς η αρχέγονους εφιάλτες που κινούνται με άνεση στο χθες, στο σήμερα, στην ανθρώπινη ύπαρξη εν τέλει. Όπως και να χει, το βέβαιο είναι  ότι η ποίηση του Δ. Πέτρου είναι ανοιχτή και  παντός καιρού. Χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη ταχύτητα μετάβασης από το σκότος στο φως, από το θάνατο στη ζωή και αντίστροφα. Σίγουρα όμως δεν είναι μία ποίηση σκοτεινή. Γιατί απολήγει σε μία λευκή, άσπιλη, ουδέτερη  άρνηση του μαύρου, με το όχι του τελευταίου στίχου της συλλογής, την άρση των  υποθέσεων και ένα «μονάχα» που αφοπλίζει με τη δύναμη της διττής σημασίας του. Σαν να λυτρώνεται συλλαβίζοντας απλώς: «Κύριε, εκέκραξα…».

info: Δημήτρης Πέτρου, Μόρα, Ποίηση,  Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2018

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here