Η μοναξιά του κούκου (του Γιώργου Λίλλη)

0
630

 

 

Toy Γιώργου Λίλλη.

 

Ένας κούκος πετάγεται από το ρολόι τοίχου και σου υπενθυμίζει με τον πιο άμεσο τρόπο ότι ο χρόνος περνά και πως δεν υπάρχει επιστροφή. Πως δεν έχεις περιθώρια για υπεκφυγές, πως είσαι δέσμιος των χρονοδιαγραμμάτων. Ένας κούκος, αυτή την φορά το γνωστό πουλί, με την χαρακτηριστική φωνή του, ένα δισύλλαβο που έχει αναλυθεί μουσικά με παλμογράφο. Είναι το πρώτο πουλί που προαναγγέλλει την άνοιξη, «ο πρώτος των λοιπών πτηνών ημίν το έαρ αγγέλλων» (Διονυσίου, Ορνιθιακά, 1, 13) Η συνήθεια του πτηνού να κάθεται μόνο του, προτιμώντας ψηλά σημεία (δένδρα, κολώνες κλπ), καθώς και να μην έχει δική του φωλιά, αλλά και η συνήθειά του να «πετάει» έξω από τη φωλιά των θετών του γονέων τους «συνδαιτυμόνες» του ώστε να μείνει ολομόναχος, συνετέλεσαν ώστε το όνομά του να συνδέεται με τη μοναξιά και την ερημιά.  Και τέλος ο Κούκος, χωριό του νομού Πιερίας, χτισμένο σε υψόμετρο 240 μέτρων όπου οι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν  ως πρόσφυγες, από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία.

Κούκο, τιτλοφορεί και η Πελαγία Φυτοπούλου την πρώτη της ποιητική συλλογή. Και δεν είναι καθόλου τυχαίος, μιας και η ίδια κατάγεται από το ομώνυμο χωριό αλλά και γιατί, συνειδητοποιημένη για την μοναξιά του ποιητή, αυτή την γόνιμη μοναξιά του παρατηρητή, την ταυτίζει με τον Κούκο πουλί, που μες στην μοναξιά του δεν πτοείται και προαναγγέλλει την άνοιξη, την ελπίδα δηλαδή για έναν καλύτερο κόσμο όπου η παιδικότητα θα ανακτήσει πάλι τις ψυχές μας στο βάθρο της πνευματικότητας που μας αξίζει:

 

ο κόσμος μας δεν υπάρχει

ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι

ψάρια είμαστε

οργώνουμε ένα κομμάτι γαλάζιο

ο ουρανός μάς ταΐζει ακρωτηριασμένα πόδια

βιάζεται να μεγαλώσει

η πολιτεία ορθοπόδησε

κοκκίνισε επαίνους

σύντομα όμως θα μας ζητήσουν

τα πόδια πίσω

και η πολιτεία θα πέσει

σαν αδούλευτη αστραπή

πάνω στα γραφούμενά μας

η ποίηση θα συρθεί

σαν φίδι που δεν του δόθηκε

η δέουσα προσοχή

και τότε θα βγάλει χέρια

και τα χέρια όταν θέλουν

χτυπάνε στην καρδιά

 

Και τι δεν περιέχει αυτό το ποίημα. Είναι από μόνο του μια κοσμογονική όπου ο άνθρωπος αναζητά την υπέρβαση, ακρωτηριασμένος, σαν ένα ψάρι σε γυάλα, που συνεχίζει να αμύνεται. Ένα φίδι που σέρνεται κι αντί για φαρμάκι βγάζει χέρια για να αγγίξει την καρδιά, την πηγή των αισθημάτων. Ο σουρεαλιστικός κόσμος της Φυτοπούλου ανατρέπει, επαναστατεί σε κάθε τι που είναι εύκολα σερβιρισμένο. Η δραματουργική της φωνή, καλλιεργημένη από την θητεία της στο θέατρο δημιουργεί στην ποίησή της μια αμεσότητα και μια σπιρτάδα που σπάνια πια διακρίνουμε στα σύγχρονα ποιητικά βιβλία.  Η αλήθεια που πρεσβεύει αυτό το βιβλίο κόβει σαν ξυράφι:

 

γράφω ποιήματα

όχι για να γίνω ποιητής

γράφω ποιήματα

για ν΄ αποκτήσω κι εγώ

μια κανονικότητα

σαν να λέμε το γιαούρτι

με την χοντρή την

πέτσα, μια οικογένεια,

ένα σκύλο μαλτέζικο,

οπωσδήποτε μια τηλεόραση,

-εικοστεσσάρα παρακαλώ-

ένα σεμέ στο χρώμα της

ερήμου, μια ρουτίνα, κι

ένα γάιδαρο δεμένο

γράφω ποιήματα

για να μου δώσετε

ένα σπίτι – και το

διαμέρισμα καλό είναι-

το πατρικό

γράφω ποιήματα

για ένα βυζί

να το, να το

τρέχει, τρέχει

πάνω σ΄ ένα

κυπαρίσσι.

 

Η αμεσότητα των στίχων της έχουν τις καταβολές της από την ένδοξη γενιά των μπιτ, αλλά και από την ανατρεπτική ματιά του Σκαρίμπα και την τόλμη του Νίκου Καρούζου. Δεν τους μιμείται όμως, αλλά τους αφομοιώνει στον δικό της γλωσσικό διάκοσμο. Η Φυτοπούλου  έχει κατακτήσει την φωνή της γιατί άφησε να ωριμάσει μέσα στον χρόνο, δίχως να βιάζεται να εκδώσει. Στα 43 της χρόνια με την άγρια αθωότητα ενός παιδιού που προστάτεψε με νύχια και με δόντια, η ποιήτρια δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τα τέρατα του σύγχρονου πολιτισμού, με την μοναξιά του ανθρώπου, έρχεται αντιμέτωπη με την αδιαφορία, με τον πόνο, με την ευτέλεια και την φτήνια. Τα ποιήματά της με αυτή την έννοια είναι πολιτικά. Κριτικάρουν, επαναστατούν:

 

ω μεταμοντέρνα χαρά

γύρνα και δες τα χθεσινά.

ο σκώληξ γυρεύει συντροφιά.

τέτοια ώρα τα νεκροταφεία είναι κλειστά.

σε κάποιον έπεσε βαρύ το ανθρώπινο κρέας.

δυο χιλιάδες χρόνια σε τραγουδάω και συ

ψηφίζεις κ.κ.ε.

άλλοι πετούν αποτσίγαρα στους δρόμους

για τα πρεζόνια.

άλλοι φτιάχνουν χιονάνθρωπο από παιδικά οστά.

κι εγώ μαζεύω Τρωαδίτισσες στην βροχή.

το ποιητικό μου ζώο είναι μικρό, χωράει στην κιβωτό σας.

κάνω λάθος; τι; δε δέχεστε ακρίδες σε κουσούρι;

μα, είμαι κούκος, Κύριε.

αχ, πόσο μου λείπει ο Βαραββάς.

 

 

Ο Κήτς έγραψε πως “η αξία κάθε καλλιτεχνικού έργου έγκειται στην έντασή του“. Διαβάζοντας τα ποιήματα της Φυτοπούλου νιώθω αυτή την ένταση. Η ποίησή της είναι η έκφραση της συγκίνησης. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Η Φυτοπούλου είναι ένας ποιητικός αντιρρησίας όπως τιτλοφορεί και ένα ποίημά της. Στα ποιήματά της παρελαύνουν  παιδικά καθίσματα στον ουρανό, η τρυφερή εικόνα της νεκρής μητέρας, ο  παράξενος βιολιστής με την τρύπα στο κεφάλι από το τσιγκέλι που τον κρέμαγε ο πατέρας του για να ψηλώσει, για τον πιστολέρο που θα τον ερωτευθεί η μάνα του, για φυλακές ανηλίκων και για λυπημένα κορίτσια. Κι όλα αυτά με μια γλώσσα τρυφερής ειρωνείας, πράγμα που δεν θεωρώ αυτονόητα εύκολο.

 

info: ΠΕΛΑΓΙΑ ΦΥΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΚΟΥΚΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΡΑΚΑ

 

 

Προηγούμενο άρθροΥπαρξισμός και γκόθικ στο όνομα της αθανασίας (της Ιφιγένειας Σιαφάκα)
Επόμενο άρθροΜικρά κριτικά με εγγλέζικη αύρα   (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here