Η «Λεωφόρος Νιέφσκι» του Νικολάι Γκόγκολ (γράφει ο Ελευθέριος Μακεδόνας)

0
219

 

 

γράφει ο Ελευθέριος Μακεδόνας

 

“Από τη στιγμή που η θνητή του ζωή [του χλωρίου] άρχισε να υπάρχει με τον άλφα ή βήτα τρόπο, είχε μία ‘χλωρι(α)κή συνείδηση’˙ απεγνωσμένα ήλπιζε στη διαρκή του ανεπάρκεια, γιατί τα μάτια του έψαχναν στο σκοτάδι, αλλά δεν διέκριναν τίποτε για τον εαυτό του: η ζωή του ήταν αποκλειστικά και μόνο θνητός πόνος. Εάν τώρα τοποθετήσουμε υδρογόνο σε μικρή απόσταση από αυτό, … [το χλώριο] αφυπνίζεται σε μία πιο διακριτή ελπίδα, κάπου εκεί στο ημίφως, μέχρι που βλέπει τον ορίζοντά του να γίνεται απολύτως ξεκάθαρος, όταν το υδρογόνο έχει πλέον εισέλθει στην περιοχή του και επιβεβαιώνει την – τώρα πια βέβαιη – ζωή του, στη θνητή ευχαρίστηση του γενετήσιου εναγκαλισμού. Όσο το υδρογόνο βρισκόταν μακριά, του έλειπαν τα πάντα και δεν γνώριζε καν τι ήταν αυτό που επιθυμούσε. Μόλις το υδρογόνο έρχεται σε επαφή μαζί του κι αρχίζει να εξαρτάται από αυτό, τότε είναι που το χλώριο επιθυμεί το υδρογόνο. … [Το χλώριο από μόνο του] δεν διαθέτει κάποιον τρόπο να φτάσει στο υδρογόνο, δεν μπορεί να παράσχει στον εαυτό του αυτήν την εγγύτητα, δεν διαθέτει μέσα του τη βεβαιότητα της [αυτο-]επιβεβαίωσής του, παρά μόνο περιμένει αδρανές: ο χρόνος διαρκώς μετατρέπει σε παρελθόν την επιθυμία του” (Carlo Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, Yale University Press, New Haven & London 2004, σ. 18).

Μ’ αυτήν την “ελπίδα στο ημίφως” καταπιάνεται ο Γκόγκολ στη Λεωφόρο Νιέφσκι του. Μ’ αυτό το θνητό έλλειμμα που είναι ο καθένας από εμάς, στον παράδοξο αυτό δρόμο που λέγεται ανθρώπινη ζωή. Όπως και το χλώριο, έτσι κι εμείς ζούμε στη “διαρκή μας ανεπάρκεια”, αναζητώντας με αγωνία μέσα στο σκοτάδι, ούτε κι εμείς ξέρουμε τι. Το μόνο που γνωρίζουμε, είναι ότι νιώθουμε ανολοκλήρωτοι κι ανεπαρκείς, ότι κάτι το ζωτικό μας λείπει, χωρίς όμως να μπορούμε να προσδιορίσουμε τι ακριβώς είναι αυτό.

Και τότε, αίφνης, μέσα στο “πλάνο μαγικό φως” που δημιουργούν οι λάμπες τής Λεωφόρου Νιέφσκι (Νικολάι Γκόγκολ, Η Λεωφόρος Νιέφσκι, Οροπέδιο, Αθήνα, σ. 17), εμφανίζεται το ‘υδρογόνο’ μας και ξάφνου, ο ‘ορίζοντάς μας’ γίνεται απόλυτα καθαρός. Η ελπίδα μας γίνεται πιο διακριτή και πλέον, η ύπαρξή μας αποκτά την επιβεβαίωση που απεγνωσμένα αναζητούσε, μέσα στο σκοτάδι τής ανεπάρκειάς της.

Είτε είμαστε στην πραγματικότητα ένας θλιβερός, νεαρός κι αθεράπευτα ρομαντικός Ρώσος ζωγράφος (Πισκαριόφ), είτε ένας υπολοχαγός του Ρωσικού στρατού, με γαλόνια και φανταχτερή στολή (Πιρογκόφ), είτε οτιδήποτε άλλο, λόγω κατασκευής μας, θα σπεύσουμε αναγκαστικά πίσω από την οπτασία, που το χλομό φως τής Λεωφόρου Νιέφσκι αποκάλυψε στιγμιαία μπρος στα μάτια μας. [Στην περίπτωση των δύο ηρώων τού Γκόγκολ, τη θηλυκή οπτασία].

– Πράττουμε σωστά; – Όχι, μας απαντά ο Γκόγκολ. Όσο ελκυστικές κι αν είναι οι Σειρήνες μας, πρόκειται για οπτασίες, για φασματικές παρουσίες, για είδωλα τα οποία κατασκευάζει το μυαλό μας, το είναι μας, μέσα στην εξ ορισμού ανεπάρκεια της μοναχικής μοναδικότητάς μας, μέσα σ’ ένα σκοτεινό, μυστηριακό κι ανεξιχνίαστο σύμπαν. Πρόκειται συνεπώς για παραισθητικές εικόνες, για ολογράμματα, για ψευδαισθήσεις!

Ο Πισκαριόφ θα καταλήξει εξαρτημένος από το όπιο κι από τα τεχνητά του όνειρα, στα οποία πρωταγωνιστεί η εξιδανικευμένη Μούσα του, η οποία – φευ!- στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μία πόρνη. Και τελικά, δεν θα αντέξει την εφιαλτική εικονική πραγματικότητα στην οποία έχει καταφύγει και θα αυτοκτονήσει, κόβοντας αδέξια τις φλέβες του με ξυράφι. Ο Πιρογκόφ, φύσει πιο αισιόδοξος άνθρωπος, θα τη γλιτώσει πιο φτηνά: θα φάει απλά ένα γερό χέρι ξύλο που θα του επιδαψιλεύσουν τρεις μπρατσαράδες Γερμανοί τεχνίτες, τη γυναίκα τού ενός από του οποίους επιχειρεί εις μάτην να αποπλανήσει. Μετά από το αρχικό σοκ και την ντροπή που θα νιώσει, γρήγορα θα το ξεχάσει και θα επανέλθει στην κανονικότητα της πρότερης, επίπεδης ζωής του. Αυτός, κατά πάσα πιθανότητα, θα συνεχίσει να παίζει το ίδιο με πριν ‘παιχνίδι’:

“Στην αδιάφορη ομίχλη των πραγμάτων, ο θεός κατασκευάζει το μοναδικό πράγμα που ο ζων οργανισμός θέλει να τον φωτίζει˙ κι ο οργανισμός πασχίζει να φτάσει προς αυτό, ώστε να χορτάσει την πείνα του, λες και το πράγμα αυτό θα μπορούσε να του προσφέρει την ίδια του τη ζωή: απόλυτη πειθώ. Αλλά ο πονηρός θεός εξαφανίζει το φως, σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο, στο οποίο η κατάχρησή του θα εξάλειφε τη χρησιμότητά του και το ζώο, χορτάτο πια μόνο ως προς αυτό το πράγμα, στρέφεται προς ένα δεύτερο φως, που ο φιλάνθρωπος θεός του δείχνει τώρα. Και προς αυτό το φως, ο οργανισμός αγωνίζεται με όλη του την ελπίδα, ξανά μέχρις ότου το φως εξαφανισθεί, μόνο και μόνο για να επανεμφανιστεί σε άλλο σημείο” (Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, σ. 20).

Πρόκειται για ένα παιχνίδι χωρίς τέλος και, σίγουρα, χωρίς καμία πιθανότητα ευτυχούς κατάληξης για κάθε δύστυχο ζώο, ημών των ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων. Είναι το παιχνίδι τής αέναης κι ακόρεστης επιθυμίας. Γι’ αυτό κι ο Γκόγκολ μας προειδοποιεί: “Θέλει προσοχή, μην πιστεύετε τίποτα απ’ όσα θα δουν εδώ τα μάτια σας!” (Γκόγκολ, Η Λεωφόρος Νιέφσκι, σ. 72). Και μας καταθέτει την προσωπική του συμβουλή: “Προσωπικά, όποτε περνάω απ’ αυτό το δρόμο, τυλίγομαι ακόμα πιο σφιχτά στο πανωφόρι μου και κοιτάζω μονάχα τη δουλειά μου, αποφεύγοντας όσο μπορώ να ρίχνω ολόγυρα περίεργες ματιές” (ό.π.). Γιατί “Όλα εδώ αποτελούν μέρος μιας πλάνης, ενός ονείρου, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται!” (ό.π.).  Μ’ άλλα λόγια, ο Γκόγκολ έχει καταλάβει αυτό που θα καταλάβαινε μισόν αιώνα αργότερα κι ο ευφυής Μίκελστετερ. Ότι, από μία δεξίωση στην οποία προσφέρονται κακής γεύσης – ή κι επικίνδυνα για την υγεία – φαγητά, είναι καλό ν’ αποχωρήσεις όσο γίνεται πιο έγκαιρα:

“Μεταξύ δύο προσκεκλημένων σ΄ ένα γεύμα, λιγότερο δυστυχής είναι αυτός που, έχοντας καταλάβει αμέσως ότι τα προσφερόμενα πιάτα είναι μη βρώσιμα, δεν δοκιμάζει κανένα τους, ενώ ο άλλος, αφού τα δοκιμάζει όλα κι αναγκάζεται να τα φτύσει ένα προς ένα, συνεχίζει να ζει με την όρεξη για αυτά που δεν έχει δοκιμάσει ακόμη, με τη σφοδρή επιθυμία να μην του στερήσει κανείς το δικό του μερτικό στην πλάνη και με το φόβο, ότι κάποια στιγμή θα πρέπει ν΄ αποχωρήσει κι απελπίζεται όταν τελικά τον πετάνε έξω από το απεχθές συμπόσιο” (Carlo Michelstaedter, El Diálogo de la Salud y Otros Diálogos Filosóficos [Ο Διάλογος της Υγείας κι Άλλοι Φιλοσοφικοί Διάλογοι], Marbot Ediciones, Barcelona 2009, σ. 79).

Ήδη είναι ξεκάθαρο, ότι το ‘γεύμα’ τού Μίκελστετερ δεν είναι τίποτε άλλο από τη ‘Λεωφόρο Νιέφσκι’ του Γκόγκολ, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από τη ζωή μας την ίδια!

Ένα βαθιά φιλοσοφικό βιβλίο, το οποίο, με τις γενναίες δόσεις τής γνήσια Ρωσικής, αλλά και απόλυτα αναγνωρίσιμης, ιδιοσυγκρασιακής ειρωνείας τού Γκόγκολ, μετατρέπεται σε πραγματική αναγνωστική απόλαυση και σε ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Απόλυτα λειτουργική και διατηρώντας ανέπαφο τη μοναδική αίσθηση χιούμορ τού μεγάλου Ρώσου συγγραφέα, η μετάφραση της Βιργινίας Γαλανοπούλου. Must-read!

 

info: Λεωφόρος Νιέφσκι (1835) του Νικολάι Γκόγκολ, μτφρ: Βιργινία Γαλανοπούλου, εκδ. Οροπέδιο

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here