Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες :Η εφεύρεση της αθανασίας (της Νίκης Κώτσιου)

0
1170

 

 

Της Νίκης Κώτσιου

Θυμίζει Τζέιμς Μπάλαρντ κι έχει κάτι από τη «Σωφρονιστική Αποικία» του Κάφκα αλλά παραδόξως η «Εφεύρεση του Μορέλ»(σε ωραία, ατμοσφαιρική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, από τις εκδ. Πατάκη) γράφτηκε το 1940 από τον Αργεντινό Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες(1914-1999), φίλο και συνοδοιπόρο του Μπόρχες στην εξερεύνηση του φανταστικού. Τόπος δράσης ένα απρόσιτο νησί του Ειρηνικού, όπου καταφεύγει ένας ανώνυμος κατάδικος. Το μυαλό μας μοιραία πηγαίνει στο Νησί του δόκτορος Μορό του Γουέλς και στην ύποπτη συνήχηση του Μορό με τον Μορέλ, που είναι πράγματι κι αυτός ένας ακόμη παρανοϊκός επιστήμων. Αλλά και πάλι η Εφεύρεση του Μορέλ ακολουθεί το δικό της ανάδελφο δρόμο, πέρα και πάνω από συγκρίσεις. Ολόκληρη η νουβέλα είναι στην ουσία το ημερολόγιο που κρατά ο κατάδικος καταγράφοντας το δύσκολο αγώνα για επιβίωση πάνω στο αφιλόξενο νησί. Ο κατάδικος δεν κατονομάζεται ποτέ , ούτε και διευκρινίζεται το αδίκημα για το οποίο διώκεται. Περιέργως, πάνω στο έρημο νησί υπάρχει μουσείο, πισίνα, εκκλησία. Οι καταγραφές αποτυπώνουν τις δυσμενείς συνθήκες που πρέπει να αντιμετωπίσει σε καθημερινή βάση προκειμένου να καταφέρει να παραμείνει ζωντανός, την πλημμυρίδα, την πείνα, τα έντομα. Μια μέρα αντιλαμβάνεται την παρουσία άγνωστων επισκεπτών, που περιηγούνται το νησί και διασκεδάζουν. Τότε πανικοβάλλεται και κρύβεται φοβούμενος τη σύλληψη. Δεν αντέχει όμως να μην παρακολουθεί από μακριά τους αγνώστους και ειδικά μια όμορφη γυναίκα, τη μυστηριώδη Φοστίν (Faustine) που σπεύδει να την ερωτευθεί εξ αποστάσεως. Μετά από πολλά, ο κατάδικος συνειδητοποιεί ότι τόσο η γυναίκα όσο και ολόκληρη η παρέα των επισκεπτών δεν είναι πραγματικοί άνθρωποι αλλά ολογράμματα, εικόνες που προβάλλονται από μια μηχανή- εφεύρεση του επιστήμονα Μορέλ, που λειτουργεί με τη βοήθεια του ήλιου, της πλημμυρίδας και του ανέμου.

Το εύρημα είναι πράγματι εκπληκτικό! Οι φαινομενικοί άνθρωποι που μοιάζουν να διαβιούν στο νησί  συγκεντρώνοντας την προσοχή του φυγάδα και προκαλώντας τη διαρκή ανησυχία και επαγρύπνησή του δεν είναι παρά τρισδιάστατες εικόνες μιας «ταινίας» που προβάλλεται πάνω στο χώρο, αποτέλεσμα της διάνοιας του επιστήμονα Μορέλ. Οι αινιγματικές μηχανές του έχουν καταγράψει τη δραστηριότητα του εν λόγω γκρουπ για διάστημα μίας εβδομάδας και, στη συνέχεια, μετά την αποχώρηση της παρέας,  που έχει συμβεί από καιρό, αυτό το καταγεγραμμένο υλικό προβάλλεται και ξαναπροβάλλεται αενάως, ίδιο πάντα από την αρχή μέχρι το τέλος, ξανά και ξανά, και θα προβάλλεται εις το διηνεκές, για όσο καιρό μπορούν να λειτουργούν οι μηχανές. O φυγάς τους βλέπει αδιάκοπα, τους ακούει, περνάει δίπλα τους αλλά δεν μπορεί να αλληλεπιδράσει μαζί τους. Οι επισκέπτες δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία του γιατί είναι για πάντα εγκλωβισμένοι σε  έναν ολοδικό τους περίκλειστο και στεγανοποιημένο χωροχρόνο και ζουν στο παράλληλο σύμπαν, που εφηύρε ο Μορέλ, εξασφαλίζοντάς τους μια ιδιάζουσα μορφή αθανασίας. Από τη μια ο χρόνος του φυγά, συμβατικός και γραμμικός. Από την άλλη, ο χρόνος των «ομοιωμάτων», ο χρόνος της αιώνιας επιστροφής, κυκλικός και εξακολουθητικά επαναλαμβανόμενος, χωρίς καμία διαφυγή. Δυο χρόνοι ασύμβατοι, χωρίς ποτέ να επιτρέπουν την ουσιαστική συνάντηση.

Ο φυγάς συντετριμμένος διαπιστώνει ότι η γυναίκα που ερωτεύθηκε δεν είναι παρά ένα φάσμα, ένα φάντασμα, μια σκέτη εικόνα εκτός τόπου και χρόνου, που παράγεται από απρόσωπα μηχανήματα. Κι όμως, η διαπίστωση αυτή δεν αποδεικνύεται ικανή να διαλύσει τον αμετάκλητο έρωτά του. Η φασματική Φοστίν εξακολουθεί να τον κρατά δέσμιο της  απλησίαστης γοητείας της. Διόλου τυχαία, το όνομά της Φοστίν παραπέμπει στο Φάουστ. Πράγματι, με τις μηχανές του Μορέλ, η Φοστίν έχει κατακτήσει μία μορφή αθανασίας καθώς η εικόνα της προβάλλεται και θα προβάλλεται παντοτινά, όσο υπάρχουν μηχανές. Όμως όλο αυτό γίνεται ανώφελα κι ερήμην της γιατί η ίδια έχει στο μεταξύ πεθάνει. Η αθανασία δεν παύει να έχει τίμημα κι αυτό το τίμημα δεν είναι άλλο από το θάνατο. Η εφεύρεση του Μορέλ μπορεί να λειτουργήσει και να αποδώσει μόνο υπό αυτήν την προϋπόθεση, που απαιτεί τον αναγκαστικό θάνατο των αναπαριστώμενων, και μάλιστα με τρόπο αργό και βασανιστικό. Τι νόημα έχει άραγε η αθανασία κάτω από τις αμφιλεγόμενες συνθήκες που επέλεξε ο Μορέλ και όταν συντρέχουν τόσο απάνθρωποι όροι; Υλοποιώντας το ουτοπικό όραμά του με τα δικά του προαπαιτούμενα, ο Μορέλ δημιουργεί μια μάλλον τερατώδη κατάσταση, όπως συνήθως συμβαίνει με όλες εκείνες τις ειδυλλιακές ουτοπίες, που, κατά την πραγμάτωσή τους, μεταβάλλονται σε εφιαλτικές πραγματικότητες.

Πάντως, με τα προβλήματα που θέτει και τον ιδιοφυή τρόπο που τα πραγματεύεται, η Εφεύρεση του Μορέλ μοιάζει να είναι, μεταξύ άλλων, και μια ευρηματική αλληγορία για το σινεμά. Από τη μια ο υπερβατικός χρόνος της  αυτόνομης πραγματικότητας των κινούμενων εικόνων, από την άλλη ο χρόνος του θεατή-φυγά που επιχειρεί να μπει στο χωροχρόνο της ταινίας  θέλοντας να ξεφύγει και να αποδράσει από τα τετριμμένα της καθημερινότητας. Υποβλητικές και σαγηνευτικές, οι προβαλλόμενες εικόνες αποκτούν μεγαλύτερο βαθμό αλήθειας και από την ίδια την απτή πραγματική ζωή. Ο θεατής-φυγάς παρακολουθεί κρυμμένος στη σκοτεινή αίθουσα, στοιχειώνεται από τη γοητεία των ηθοποιών και της πλοκής, ταυτίζεται, ερωτεύεται, συμμετέχει ολόψυχα. Ενίοτε νιώθει να απορροφάται ολοκληρωτικά απ’ τη μαγεία της ταινίας. Η αναπόδραστη παντοδυναμία της εικόνας και συγχρόνως η δύναμη του έρωτα, που ούτως ή άλλως «από τα μάτια πιάνεται». Προφητική η Εφεύρεση του Μορέλ περιγράφει φαινόμενα εντελώς επίκαιρα, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη και τη σύγχρονη τεχνολογία 3D,που προσφέρει θέαμα τρισδιάστατο, όπως οι εικόνες του Μορέλ.

Οι ήρωες του Κασάρες «πάσχουν» από μια ανοικονόμητη δημιουργικότητα, που πηγάζει ουσιαστικά από το άγχος και την αγωνία του θανάτου. Ο Μορέλ επινοεί μια τρισδιάστατη μηχανική αναπαραγωγή της ανθρώπινης ζωής, εντελώς ατελέσφορη αλλά συναρπαστική, ενώ ο αφηγητής-φυγάς μας παραδίδει το ημερολόγιό του, που περιέχει την περιπέτειά του και μαζί αναλυτικές οδηγίες για τη λειτουργία της εφεύρεσης, ώστε, σε περίπτωση βλάβης, να την επανακινητοποιήσουμε. Ο Μορέλ παράγει μια «ταινία», ο φυγάς παράγει μια σχολαστική αφήγηση πάνω στην «ταινία». Με τη βοήθεια της διάνοιας και της φαντασίας τους, εισάγονται αμφότεροι στη σφαίρα της δημιουργίας, που δεν έχει άλλο σκοπό παρά την κατάλυση της θνητότητας. Παρόμοια με τους ήρωές του, ο Κασάρες χτίζει μια μυθοπλασία, που ζωντανεύει πρόσωπα φανταστικά δίνοντάς τους ζωή για όσο διάστημα διαρκεί η ανάγνωση της νουβέλας. Κάθε βιβλίο αναπαράγει με τους δικούς του όρους την Εφεύρεση του Μορέλ, μια προσομοίωση « πραγματικότητας» που ζωντανεύει και ξαναζωντανεύει για λίγο κάθε φορά αλλά με τέτοια ένταση, που ενίοτε μένει αξέχαστη για πάντα.

info: Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες :Η εφεύρεση του Μορέλ, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ.160, εκδ. Πατάκης, 2016(δεύτερη έκδοση)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here