Η δυσκολία να είσαι νέος λογοτέχνης

10
1206

Του Αλέξανδρου  Κεφαλά. (*)

Ακούμε συχνά πως η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει βαθιά τον ήδη πολύπαθο χώρο των ελληνικών γραμμάτων, αλλά στις μέρες μας, μαζί με την αποδόμηση ενός Η δυσκολία να είσαι νέος λογοτέχνηςολόκληρου σαθρού κράτους, έχουμε θυσιάσει στο βωμό της ύφεσης μια ολόκληρη γενιά νέων λογοτεχνών που μάταια αναζητά να επικοινωνήσει με το αναγνωστικό της κοινό. Την τελευταία δεκαετία, άξιοι πρωτοεμφανιζόμενοι και μη λογοτέχνες, πολύ πριν σκάσει η μεταπολιτευτική φούσκα, αντιμετωπίζονται με αδιαφορία κι ενίοτε με αγένεια από το σύνολο του λεγόμενου εκδοτικού συστήματος (εκδότες, βιβλιοκριτικούς, περιοδικό τύπο, έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, βιβλιοπωλεία κλπ). Εκδοτικοί οίκοι, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να διαβάσουν τη νέα αυτή σοδειά πνευματικής δημιουργίας (και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι κρίσεις συνήθως ευνοούν τη δημιουργία…), είτε στέλνουν ψυχρές απαντητικές επιστολές του τύπου: «Σας ευχαριστούμε για την πρότασή σας. Δυστυχώς, ο εκδοτικός μας προγραμματισμός είναι πλήρης και δεν μπορούμε να την εντάξουμε σε αυτόν», είτε αγνοούν τελείως τους νέους συγγραφείς. Με λύπη διαπιστώνω πως απουσιάζει πλέον η στοιχειώδης επαγγελματική ευγένεια ανάμεσα σε δημιουργό και εκδότη. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις που ενσκήπτουν στο έργο που πέφτει στα χέρια τους, αλλά αδυνατούν να το εκδώσουν λόγω οικονομικών δυσχερειών. Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούς από καθιερωμένους εκδότες του χώρου λόγια όπως : «Δεν χρειάζεται να σας μιλήσω για την αναμενόμενη εμπορική απήχηση των ποιοτικών κειμένων σας σε μια εποχή που η πραγματική λογοτεχνία έχει από χρόνια εξοστρακισθεί και που κυριαρχούν οι εντυπωσιακές πωλήσεις «μυθιστορημάτων» από γυναίκες και για γυναίκες, τα οποία αποτελούν ογκώδη και ελληνοποιημένη εκδοχή των παλαιότερων ‘Αρλεκιν’. Πολύ δε περισσότερο που, για αιτίες που σίγουρα γνωρίζετε, το πνευματικό επίπεδο του σύγχρονου αναγνώστη έχει κατεβεί δραματικά.Βέβαια, πάντα υπάρχει το καλό κοινό που ξέρει να επιλέγει. Αν είμαστε σε άλλες εποχές  θα είχαμε κάθε λόγο να το περιλάβουμε στις εκδόσεις του οίκου μας, πλην όμως,  αυτόν τον καιρό, λόγω των γνωστών σε όλους μας οικονομικών συνθηκών δεν έχουμε τη δυνατότητα».

 

Συνεπώς η καλή ή πρωτοπόρα λογοτεχνία και οι δημιουργοί της, που δεν είχαν την τύχη να μεγαλουργήσουν σε εποχές παχιών αγελάδων, περιθωριοποιείται χάριν της εύπεπτης λογοτεχνίας παραλίας και των επανεκδόσεων παλαιότερων καθιερωμένων συγγραφέων. Δεν είναι τυχαίο πως οι Έλληνες λογοτέχνες των δεκαετιών ‘80, ‘90 έως και 2000 περίπου έχουν να επιδείξουν, οι περισσότεροι, ένα πλούσιο βιογραφικό, αφού ανά έτος, ή πολύ κοντά χρονικά, οτιδήποτε έγραφαν εκδιδόταν με ευκολία. Δεν έχει κάποιος παρά να ανατρέξει στις βιογραφίες της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ για του λόγου το αληθές. Οι νέοι λογοτέχνες, από την άλλη, ανεξάρτητα από την ποιότητα της δουλειάς τους πολλές φορές αναγκάζονται να αφήσουν για χρόνια στο συρτάρι τα έργα τους, αφού το τείχος των εκδοτικών είναι απροσπέλαστο. Αλλά ακόμα κι αν καταφέρουν μετά κόπων και βασάνων να το περάσουν κι αυτό, έχουν να συναντήσουν αρκετούς σκοπέλους μπροστά τους. Η χαρά μιας έκδοσης έχει δυστυχώς αντικατασταθεί με το άγχος μιας αμφίβολης και δύσκολης συνεργασίας. Ανέκαθεν ο λογοτέχνης ήταν ο «ριγμένος» της υπόθεσης (χαμηλά ποσοστά επί των πωλήσεων κλπ), αλλά σήμερα πολύ περισσότερο μια έκδοση ενέχει τον κίνδυνο μεγάλης οικονομικής στήριξης με ελάχιστα κέρδη, όχι πλέον από τον εκδότη, αλλά από τον ίδιο το λογοτέχνη. Φυσικά, όλοι οι τομείς της καλλιτεχνικής δημιουργίας έχουν μπει στην ίδια λογική. Για παράδειγμα, οι σύγχρονες γκαλερί ζητάνε ποσά ενοικίασης από τους καλλιτέχνες προκειμένου να προβάλλουν στις αίθουσές τους τη δουλειά τους και σχεδόν πάντα παίρνουν και κάποιο ποσοστό επί των πωλήσεων. Δυστυχώς, δεν απέχει και πολύ το σύγχρονο ελληνικό βιβλίο από αυτές τις «μεθόδους».

 

Οι εκδοτικοί οίκοι ήταν και είναι επιχειρήσεις, πρωτίστως, δεν το ξεχνάμε. Απλώς, στις μέρες μας έχουν πετάξει το προσωπείο των πυλώνων πολιτισμού που κάποτε φόραγαν. Δεν είναι τυχαίο πως αρκετοί απορρίπτουν εκ των προτέρων συγκεκριμένα «μη εμπορικά» είδη (όπως η ποίηση, το θέατρο, το δοκίμιο κλπ). Άλλοι πάλι στις επίσημες ιστοσελίδες τους ζητάνε (άκουσον άκουσον) συγκεκριμένο αριθμό λέξεων… Έτσι οι μεγάλοι και κραταιοί εκδότες, προσπαθώντας να επιβιώσουν, έχουν γίνει υπέρ το δέον επιλεκτικοί προωθώντας συγκεκριμένα «ονόματα» για τη σίγουρη εμπορική τους επιτυχία, ενώ οι πιο μικροί δρουν πλέον απροκάλυπτα ως τυπογραφεία ζητώντας από τη νέα γενιά λογοτεχνών που θέλει να δει το έργο της τυπωμένο υπέρογκα ποσά (της τάξεως των 2,000 ευρώ και περισσότερο ανάλογα με το τιράζ) χωρίς έπειτα να προβάλλουν ανάλογα τα βιβλία τους. Η συμμετοχή του λογοτέχνη στο κόστος της έκδοσης, η λεγόμενη συνέκδοση ή αυτοέκδοση (o tempora o mores…), είναι «τακτική» συνηθισμένη πλέον. Πολλοί είναι οι νέοι δημιουργοί που πιστεύουν πως με αυτόν τον τρόπο θα κερδίσουν μια θέση στα ελληνικά γράμματα και καταφεύγουν  σε αυτήν τη λύση, αλλά πλανώνται πλάνην οικτράν. Σπάνια τα βιβλία τους μπαίνουν στις προθήκες των μεγάλων βιβλιοπωλείων, που ας μη γελιόμαστε είναι οι βασικές κοιτίδες επαφής με το αναγνωστικό κοινό. Επίσης το σύνολο των εφημερίδων και των εντύπων ευρείας κυκλοφορίας αγνοεί επιδεικτικά τα δελτία τύπου, ενώ οι βιβλιοκριτικοί δεν στέλνουν καν μια ευχαριστήρια απαντητική επιστολή για τις νέες κυκλοφορίες που έρχονται στα χέρια τους μέσω των μικρών αυτών εκδοτικών. Παντελής αδιαφορία από τα μέσα και μηδαμινή «επικοινωνία» του βιβλίου με το κοινό είναι το τελικό αποτέλεσμα μίας συνέκδοσης στις περισσότερες των περιπτώσεων.

Φυσικά το καλό βιβλίο, θα πουν ορισμένοι, δε χρειάζεται προβολή, βρίσκει το δρόμο του και δε θα διαφωνήσω. Με τον όρο όμως να έχει ίσες ευκαιρίες στις διόδους επαφής, δηλαδή τα βιβλιοπωλεία και κυρίως τις μεγάλες αλυσίδες. Επίσης, οι εκδότες δεν πρέπει να ξεχνάνε πως απαξιώνοντας μία ολόκληρη γενιά νέων λογοτεχνών επιλέγουν μία τακτική που μελλοντικά ίσως γυρίσει εναντίον τους. Αν δε σπείρεις δε θα θερίσεις δε λέει ο πάνσοφος λαός μας;

(*) Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς έχει σπουδάσει ιστορία τέχνης

10 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Λυπάμαι, αλλά αν ένας νέος συγγραφέας γράφει «Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις που ενσκήπτουν στο έργο που πέφτει στα χέρια τους» (βλ.ανωτέρω) μάλλον υπάρχει πρόβλημα. Μάλλον ανάλογα κείμενα «ενσκήπουν» απειλητικά στους εκδοτικούς οίκους, από τα οποία ίσως μας σώζει η κρίση.

    • εγκύπτουν εννοούσα… ο δαίμων του τυπογραφείου μάλλον, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες αγαπητή miranta v., σας ευχαριστώ για την επισήμανση (αν και νομίζω πως είσασθαν μάλλον εριστική και κακοπροαίρετη-ο καθείς με τη ψυχοσύνθεση του…). Και παλί ευχαριστώ,να είστε καλά.

      • ήσασταν… σας πρόλαβα… Το αυτόματο πληκτρολόγιο βγάζει άρες μάρες:-) Και πάλι ευχαριστώ. Αν έχετε πάντως διαφορετική άποψη με το άρθρο μπορείτε να μας την πείτε χωρίς να στέκεστε σε ένα «τυπογραφικό» λάθος. Θα μας ενδιέφερε.

  2. Πω πω εμπάθεια Μιράντα… Ένα lapsus linquae και του πήρες το κεφάλι χα χα…
    Η ουσία είναι πως μια χαρά τα λέει ο άνθρωπος. Ο συγγραφέας λοιπόν βάζει
    το πνευματικό του έργο και τα λεφτά, οκ… Ο εκδότης τι;;;

  3. Το άρθρο θίγει ζητήματα που πολλοί σκέφτονται, αλλά λίγοι τολμούν να τα πούνε. Βρίσκω το σχόλιο της miranda περισσότερο παραπλανητικό παρά ουσιώδες (άλλωστε, οι λέξεις αποκτούν ιδιαίτερη νοηματική χροιά στα συμφραζόμενά τους).

  4. Καλησπέρα σας κ.Κεφαλά .
    Σε όλα με βρίσκετε σύμφωνη και τούτο είναι δυσύχημα .
    Βρέθηκα στην εξαιρέτου ενδιαφέροντος σελίδα σας αναζητώντας απάντηση σε ένα φλέγον – για εμένα – θέμα , αναρωτιόμουν πότε δικαιούμαι δίπλα στο κανονiκό μου επάγγελμα να συμπληρώσω τη λέξη-παράσημο «λογοτέχνις» με μια καλαίσθητη παύλα ! Το είδα σε πρόσκληση παρουσίασης βιβλίου ως τίτλο ( για εμένα τιμής ) σε μια αναγνώστρια και έφριξα .
    Προαπαιτείται η έντυπη έκδοση ή η είσοδος στην απαγορευμένη και δυσθεώρητη κάστα της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών ?

  5. Ο αποδεδειγμένα υπαρκτός δαίμων με πρόλαβε πριν προλάβω να ευχαριστήσω για την φιλοξενία του σχολίου μου .
    ευχαριστω σας , λοιπόν .

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here