Η δερματινη μπαλα (του Γιάννη Η.Παππά)

0
635
Ο Μίμης Παπαιωάννου και ο Στέλιος Καζαντζίδης πριν την περιοδεία τους στη Γερμανία.
   
 Γιάννης  Παππάς (*)
Αρχές της δεκαετίας του 70 στο μικρό χωριό μας, στη μικρή μας επαρχία, ζούσαμε με τον δικό μας τρόπο και τα δικά μας παιχνίδια. Κρυφτό, γυροφάλα, σκλέντζα, αμάδες. Όμως ένα από τα καλύτερα παιχνίδια, για μας τα αγόρια, ήταν η συλλογή φωτογραφιών ποδοσφαιριστών.
Τα κίνητρα για να προχωρήσουμε στη συλλογή τους, αναγράφονταν συνήθως στο πίσω μέρος. Με 100 φωτογραφίες μια μπάλα πλαστική, με 200 ένα ζεύγος κάλτσες αθλητικές, με 300 ένα παντελονάκι, με 400 μια φανέλα, με 500 ένα ζευγάριρακέτες και μια μπάλα(τένις!), με 1000 ένα ζεύγος αθλητικά παπούτσια και με 1500 το απόλυτο αντικείμενο του πόθου, μια μπάλα δερμάτινη ποδοσφαίρου! Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες και μεγάλες οι θυσίες που απαιτούνταν για να παίξουμε ποδόσφαιρο! 1500 κάρτες!

Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν μπάλες και το να βρεις μια αξιοπρεπή μπάλα ήταν μάλλον δύσκολο.

Παλιότερα έφτιαχναν αυτοσχέδιες από κουρέλια. Στην εποχή μου μαζεύαμε όλοι τα χρήματα από τα κάλαντα και τις αγοράζαμε ρεφενέ. Όταν έσκαγε η «φούσκα» τους τις μπαλώναμε με «κολλήματα» όπως αυτά των σαμπρελών για τα ποδήλατα. Όποιος την έχανε όφειλε με κίνδυνο της ζωής του να πάει να την μαζέψει.

Μα με 4-5 κάρτες ΜΕΛΟ στο χέρι, επιδεικνύοντας τες στους φίλους και καμαρώνοντας για την κατοχή τους! Ήταν ίσως το φετίχ της εποχής, χωρίς υπερβολές. Τα πράγματα εδώ άλλαζαν όμως, καθώς δεν είχε σημασία ο αριθμός των καρτών για να πάρει κανείς δώρα. Ή αλλιώς, δεν αρκούσε! Η ΜΕΛΟ σκέφτηκε πρώτη από τις ανταγωνίστριες που ακολούθησαν, να επιβάλει νέους κανόνες, με την εφεύρεση των «δύσκολων» προς εύρεση καρτών! Τι ήταν αυτό; Απλά, ορισμένα νούμερα δεν μπορούσες να τα βρεις εύκολα ως καθόλου, καθότι οι υπεύθυνοι της εταιρείας είχαν φροντίσει να τα κόψουν σε πολύ λιγότερα αντίτυπα και να τα μοιράσουν στην επικράτεια!

Συνεπώς οι πιθανότητες να τα αποκτήσεις, μειώνονταν αισθητά! Αντί όλο αυτό το σκηνικό να μας αποτρέψει τους από το κέφι μας για να συμπληρώσουμε τα άλμπουμ, λειτούργησε εντελώς αντίθετα και μας πείσμωσε περισσότερο! Ανεξήγητη κατάσταση το δίχως άλλο.

Συναφές με το προηγούμενο, αφού αγοράζαμε φάκελα με αυτοκόλλητα για να συμπληρώσουμε ένα άλμπουμ (με ποδοσφαιριστές κυρίως αλλά και με ζώα, με σημαίες, με εθνικές ομάδες κτλ) ώστε να κερδίσουμε πάλι ένα μεγάλο δώρο. Στην πράξη ποτέ κανείς δεν το κατάφερε, αφού πάντα ήταν δυσεύρετες μια-δυο εικόνες.

Παίζαμε με τις κάρτες βάζοντας μία στον τοίχο και την αφήναμε να πέσει κάτω. Όποιες κάρτες τις κάλυπτε ή τις ακουμπούσε λίγο, τις παίρναμε. Φυσικά παίζαμε με τις διπλές και τις τριπλές και όχι με τις σπάνιες.

Θα αναφέρω εδώ κάποιους από τους ποδοσφαιριστές που υπήρχαν εκείνη την εποχή και τους ψάχναμε εναγωνίως. Δομάζος, Παπαϊωάννου, Κωνσταντίνου, Κελεσίδης, Κυράστας, Αντωνιάδης, Κούδας, Φοιρός, Χαλιαμπάλιας, Καραφέσκος, Δεληκάρης, Γιούτσος, Δαβουρλής, Γραμμός και τόσοι άλλοι.

Οι πιο σπάνιες κάρτες, όμως, ήταν δύο ποδοσφαιριστών, του Χαλιαμπάλια από τον Ηρακλή και του Μίμη Παπαϊωάννου από την ΑΕΚ.

Το Λεύκωμα δεν το συμπλήρωσε κανείς από τα παιδιά του χωριού κι έτσι η δερμάτινη μπάλα δεν ήρθε ποτέ στα πόδια μας. Μονάχα ένας κέρδισε με 500 κάρτες ένα ζευγάρι ρακέτες και μια μπάλα του τένις! Δεν ήξερε, ο κακομοίρης, τι να τα κάνει.
 
Πέρασαν τα χρόνια. Σκορπιστήκαμε σαν τα παιδιά του λαγού.
Εγώ ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη για να τελειώσω, με την επίβλεψη των αδερφών μου, που ήταν ήδη φοιτητές, τις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου.
Το σχολείο μας ήταν το 1ο Λύκειο Τούμπας επί της Παπάφη, δίπλα στο κτήριο του ΟΤΕ.
Τότε υπήρχαν δύο βάρδιες. Μισές μέρες τις εβδομάδας πρωί, μισές και Σάββατο- απόγευμα.
Μόλις έπαιζε ο ΠΑΟΚ, εννοείται, πως άδειαζε το σχολείο. Μένανε μονάχα τα κορίτσια κι αυτοί που είχαν πρόβλημα με απουσίες. Γι’ αυτό και γω από τότε υποστηρίζω  τον ΠΑΟΚ. Μου θυμίζει τα μαθητικά μου χρόνια στην Τούμπα.
Ο συμμαθητής μου, ο Νίκος ο Πετρ., που διαπρέπει τώρα στο αθλητικό δημοσιογραφικό στερέωμα της Θεσσαλονίκης, την εποχή εκείνη, μαθητής ακόμα, κάλυπτε το ρεπορτάζ του Άρη, για λογαριασμό της εφημερίδας Θεσσαλονίκη. Όπως ήταν φυσικό γνώριζε όλους τους παίχτες και των τριών ομάδων της πόλης, παλιούς και νέους. Μας προμήθευε καμιά φορά και με εισιτήρια και πηγαίναμε και σε κανέναν αγώνα, δωρεάν.
 
Θυμήθηκα τότε, το λεύκωμα με τις κάρτες και τον Χαλιαμπάλια. «Ρε συ Νικόλα» του λέω «θέλω να γνωρίσω τον Χαλιαμπάλια γιατί έτσι κι έτσι». Και του λέω όλη την ιστορία. «Πολύ ευχαρίστως» μου λέει «θα πάμε να τον βρούμε. Τον ξέρω προσωπικά».
Στις 28 Μαρτίου 1982 ο Ηρακλής έπαιζε στο Καυταντζόγλειο με τον ΠΑΟΚ αγώνα πρωταθλήματος. Χαμός. Το γήπεδο τίγκα. 40 χιλιάδες κόσμος. Για την ιστορία το αποτέλεσμα ήρθε ισόπαλο χωρίς τέρματα.
Μου λέει ο Νίκος «θα πάμε πιο νωρίς για να τον γνωρίσεις. Έρχεται πάντα στα παιχνίδια του Ηρακλή». Πήγαμε κανα δίωρο πριν να αρχίσει το ματς. Εγώ με τον Νίκο στα δημοσιογραφικά θεωρία μαζί με τους επισήμους.
Τον ψάχνει ο Νίκος και τον βρίσκει και με φωνάζει. Πάω κοντά και τον χαιρετάω. «Κύριε Χαλιαμπάλια» του λέω «χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω αλλά να ξέρετε ότι μας ταλαιπωρήσατε πολύ μ’ αυτές τις κάρτες όταν ήμαστε παιδιά. Δεν μπορούσαμε να βρούμε με τίποτα την δική σας». «Το ξέρω» μου λέει «αλλά δεν φταίω εγώ». Και βγάζει μέσα από το πορτοφόλι του και μου δίνει την κάρτα που ψάχναμε τόσο πολύ και δεν την βρίσκαμε. Κρατούσε δυο τρεις για ενθύμιο μαζί του. Τρελάθηκα. Μετά από 10 και παραπάνω χρόνια βρήκα την κάρτα που ψάχναμε με τόσο αγωνία.
 
Μου έμενε όμως ακόμη μια για να συμπληρωθεί το λεύκωμα, αν και τώρα πια δεν είχε πρακτική αξία, αφού δεν θα παιρνα κανένα δώρο και πολύ περισσότερο την δερμάτινη μπάλα. Η κάρτα που μου έλειπε ήταν αυτή του Μίμη Παπαϊωάννου.
Από τη συνάντηση με τον Χαλιαμπάλια είχαν περάσει περίπου 31 χρόνια.
Εγώ είχα κάνει το 2010 και την ανθολογία Αρχίζει το ματς. Το ποδόσφαιρο στην Λογοτεχνία. Προσπαθούσα να καλύψω τα κενά της παιδικής μου ηλικίας.
 
Πρέπει να ήταν το 2013. Είχαμε πάει για διακοπές στο Πόρτο Ράφτη οικογενειακώς για 4-5 μέρες. Έμενε τότε και μένει ακόμη ο κουνιάδος μου.
Αφού τακτοποιηθήκαμε, πήγαμε για φαγητό στο κέντρο Πανόραμα, στο Αυλάκι, δίπλα στο κύμα, για ψαρικά και ουζάκι.
Εκεί που κουβεντιάζαμε και τα πίναμε βλέπω ξαφνικά να έρχεται από την απέναντι μεριά ο Μίμης Παπαϊωάννου. Στην αρχή δεν πίστευα στα μάτια μου. Ο Παπαϊωάννου στο Πόρτο Ράφτη, ζωντανός μπροστά μου. Μετά έμαθα, από τον κουνιάδο μου, ότι ο Μίμης παραθερίζει στο Πόρτο Ράφτη και έχει σπίτι λίγο πιο πάνω από το μαγαζί που καθόμασταν. Όλοι τον χαιρετούσαν. Φαίνονταν ότι ο χώρος τού ήταν οικείος.
Εγώ δεν μπορούσα να ησυχάσω. Ήθελα να πάω να του μιλήσω. Οι άλλοι ήταν διστακτικοί.
Ξαφνικά, σηκώνομαι και πάω προς το μέρος του. Τον πλησιάζω και του λέω με συγκίνηση. «Κύριε Παπαϊωάννου σας είδα και θέλω να σας γνωρίσω. Για μας ήσασταν ένας μύθος». Μου έκανε εντύπωση ο απλός και καταδεκτικός του τρόπος. Ένας ποδοσφαιριστής θρύλος για μας να τον έχω απέναντι και να μιλάμε.
Μου μίλησε για αρκετή ώρα. Έτσι κι αλλιώς μόνο αυτός μίλαγε. Πώς πήγε στην Αμερική, πώς αντί να πάει στην Ρεάλ, βρέθηκε να κάνει περιοδεία ως τραγουδιστής με τον Καζαντζίδη και την Μαρινέλλα στην Γερμανία και τόσα άλλα.
«Όταν φύγαμε», μου λέει, «μαζί με τον Καζαντζίδη για περιοδεία στη Γερμανία ο Χρήστος ο Νικολόπουλος μου είχε πει»:«Θα σου μάθω μπουζούκι, θα μου μάθεις μπάλα;» «Η συμφωνία είχε κλείσει και ο Χρήστος αγόρασε μάλιστα και φόρμες. Ξεκινούσαμε θυμάμαι να τρέχουμε κάνοντας προπόνηση και εκείνος έκλεβε στους γύρους γιατί κουραζόταν, και μετά μου έλεγε»: “Έτσι θα μου μάθεις να παίζω μπάλα;. «Ε, με τα πολλά ούτε εγώ έμαθα μπουζούκι ούτε ο Χρήστος μπάλα».
 
Εμένα όμως μ’ έτρωγε να τον ρωτήσω για την κάρτα. Κάποια στιγμή του λέω, αφού είχαμε γνωριστεί καλύτερα. «Κύριε Μίμη. Ίσως να σας το έχουν πει και άλλοι. Αλλά όταν ήμαστε μικροί ψάχναμε να βρούμε την κάρτα σας για να συμπληρώσουμε το λεύκωμα και δεν την βρίσκαμε. Έχω ακόμη το λεύκωμα και μου λείπει μόνο μια κάρτα, η δική σας».
Μου λέει αμέσως. «Με περιμένεις να πάω για λίγο στο σπίτι; Να εδώ πιο πάνω μένω σε κείνο το διαμέρισμα». Και μου το δείχνει. «Δεν φεύγω» του λέω «θα περιμένω».
Επιστρέφει, μετά από λίγο, έχοντας στα χέρια του το βιβλίο του με τίτλο Μίμης Παπαϊωάννου, Ραντεβού στον Αέρα και, πήγα να λιποθυμήσω, και την κάρτα που μου έλειπε. «Πάρτην μου λέει. Εγώ τώρα δεν την χρειάζομαι πια».
Δεν μπορούσα να συγκρατήσω την συγκίνησή μου. Το λεύκωμα συμπληρώθηκε σχεδόν μετά από 40 χρόνια.
 
Την άλλη μέρα πήγα και αγόρασα στον γιο μου μια δερμάτινη μπάλα. Οι κάρτες δεν ίσχυαν πια, έτσι κι αλλιώς.
 
(*) Ο Γιάννης Hλ.Παππάς είναι δ/ντής του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού
Δι@πολιτισμός (www.diapolitismos.net)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here