Η αμηχανία του έρωτα ( του Χρίστου Κυθρεώτη)

0
444

 

του Χρίστου Κυθρεώτη.

Στο πρώτο του βιβλίο, τη νουβέλα «Αλεπούδες στην πλαγιά», ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης αφηγήθηκε μια σκιώδη ερωτική ιστορία, διατρέχοντας τις τυχαίες συναντήσεις δυο φίλων και συμφοιτητών μέσα στο διάστημα μιας δεκαπενταετίας. Αυτό που έκανε τη σχέση τους ιδιαίτερη ήταν πως κανείς από τους δύο δεν είχε κεντρική θέση στη ζωή του άλλου, έτσι η ιστορία τους –αν ήταν ιστορία– μοιάζει να αποτελείται περισσότερο από τις αποσιωπήσεις, τις νύξεις και τους ψιθύρους, από τα κενά ανάμεσα στις μεταμορφώσεις τους μέσα στον χρόνο, παρά από όσα λένε ή κάνουν. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, αυτό που αποδεικνύεται ότι ενδιέφερε τον συγγραφέα σε εκείνο το πρώτο βιβλίο είναι ο «περιθωριακός έρωτας», με την έννοια του συμβάντος που λαμβάνει χώρα στο περιθώριο της ζωής των ανθρώπων – και ίσως για αυτό τη φωτίζει καλύτερα. Συνεχίζοντας αυτό το νήμα, ο Ανυφαντάκης παρουσιάζει στο δεύτερο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» (σελ. 174), που κυκλοφορεί εδώ μερικές εβδομάδες από τις εκδόσεις Πατάκη, δεκαπέντε ιστορίες ανάλογης υφής. Ήδη από το πρώτο κείμενο της συλλογής, το «Ο Σωτήρης δεν παντρεύτηκε», γίνεται σαφής αυτή η στόχευση: πρόκειται για την ιστορία δύο φίλων που διατηρούν για μεγάλο διάστημα ερωτικές σχέσεις χωρίς ποτέ να τους δώσουν επίσημη μορφή, να τις γνωστοποιήσουν σε τρίτους ή να οργανώσουν τη ζωή της γύρω από αυτές – αντίθετα ο καθένας ζει τη δική του ζωή, και μάλιστα η γυναίκα παντρεύεται και κάνει οικογένεια.

Δεν είναι όμως μόνο ο Σωτήρης που δεν παντρεύτηκε στο δεύτερο βιβλίο του Ανυφαντάκη – σχεδόν καμία από τις ιστορίες δεν αφορά παντρεμένα ζευγάρια και καμία δεν προσλαμβάνει «θεσμικά» χαρακτηριστικά στις ζωές των ηρώων του. Ο έγγαμος ή ευρύτερα ο οικογενειακός βίος, όπου υπάρχει, παρουσιάζεται μόνο ως φόντο της «δράσης», ως μία ελαφρώς καταθλιπτική συνθήκη συμβιβασμού, μαρασμού, καταπίεσης και ανειλικρινών σχέσεων, που συχνά βρίσκει διέξοδο, στους «όμορφους» έρωτες των ηρώων του – όπως, για παράδειγμα, στον έξοχο «Κυνηγό», όπου μια κόρη συναντάται με τον πατέρα της για να τον βοηθήσει να αλλάξει το στρώμα του, ενώ ταυτόχρονα ανυπομονεί να συναντήσει μια φίλη της – και δεν ανυπομονεί καθόλου να συναντήσει τον άντρα της. Ή στη «Διακριτικότητα», όπου η ηρωίδα ζει μια πλούσια ερωτική ζωή παράλληλα με τον γάμο της αλλά καταλαμβάνεται από μια εμμονή όταν συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να θυμηθεί το όνομα ενός παλιού της εραστή, ενοίκου μιας πολυκατοικίας που επισκέφτηκε εκ νέου πρόσφατα για να συναντήσει έναν άλλο. Αλλού πάλι, οι ήρωες μοιάζουν να θέλουν να δημιουργήσουν κάτι περισσότερο –ή, ακριβέστερα, κάτι κεντρικότερο– από τις σχέσεις τους, αλλά αποδεικνύεται ότι μάλλον δεν ξέρουν πώς να το πετύχουν: δεν έχουν τον τρόπο ή δεν έχουν καν τις λέξεις – όπως στο «Summertime in Prague», όπου οι δύο ήρωες προσπαθούν να συναντηθούν στο κενό ανάμεσα στις δύο διαφορετικές γλώσσες που μιλάνε για να δημιουργήσουν ένα κατά Βόννεγκατ έθνος δύο ανθρώπων.

Όμως πόσο «όμορφοι» είναι στην πραγματικότητα οι έρωτες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο; Ελάχιστα, καθώς οι εραστές στα διηγήματα του Ανυφαντάκη, ακόμα κι αν προσπαθούν να παραμείνουν εκτός του παραδεδομένου συμβατικού πλαισίου, δεν καταφέρνουν τελικά να το αντικαταστήσουν με κάτι άλλο, ούτε βέβαια και επιδιώκουν κάτι τέτοιο – αναζητώντας όμως διαρκώς ρόλους που τελικά αποτυγχάνουν να υποδυθούν, οδηγούνται σε μια σειρά από ατοπήματα ή αστοχίες, με αποτελέσματα που μπορεί να είναι άλλοτε κωμικά και άλλοτε τραγικά, αν και τις περισσότερες φορές είναι απλώς αμήχανα. Πράγματι η ερωτική αμηχανία είναι το συναίσθημα που δίνει τον τόνο και φαίνεται να κατέχει κομβικό ρόλο στη συλλογή – περιγράφεται πολύ παραστατικά σε μια ερωτική σκηνή στο αυτοκίνητο από το «Ένας βαθύς λεκές» όπου οι δύο ήρωες δεν μπορούν να βολέψουν τα σώματά τους και να νιώσουν άνετα, ή, με πιο άμεσο τρόπο στο κλείσιμο του «Ιn transit»: «Χωρίς να τη φιλήσει ή να την αγγίξει, έμεινε ανάσκελα να κοιτάει το ταβάνι, μέχρι που οι ανάσες τους συγχρονίστηκαν όπως δυο εφήβων που δεν είναι σίγουροι ποια πρέπει να είναι η επόμενη κίνησή τους, για να μην καταστραφεί αυτή η μαγική ατμόσφαιρα».

Συνολικά, ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας με τεχνική ωριμότητα μια ευρεία γκάμα από αφηγηματικούς τρόπους (εσωτερικός μονόλογος, τριτοπρόσωπη αφήγηση με εναλλασσόμενη εστίαση, πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε αργκό), με έξυπνη γλώσσα, λεπταίσθητες αποχρώσεις και πικρό χιούμορ, κατορθώνει να δημιουργήσει (συχνά μέσα σε ελάχιστες σελίδες) ενδιαφέροντες, «τρισδιάστατους» χαρακτήρες, και να παρουσιάσει μια σειρά από παραλλαγές πάνω στο θέμα του, καθεμία από τις οποίες το φωτίζει και διαφορετικά. Τοποθετεί μάλιστα ευφυώς στο τέλος της συλλογής του μια ιστορία διαφορετική από τις άλλες: την ιστορία ενός παντρεμένου «πολύ ήσυχου ζευγαριού», για το οποίο ελάχιστα πράγματα υπάρχουν να ειπωθούν. Κι αυτό όχι διότι οι σχέσεις αυτών των ζευγαριών είναι λιγότερο περίπλοκες (θα αναμέναμε με ενδιαφέρον κάποια στιγμή στο μέλλον από τον συγγραφέα μια συλλογή με τίτλο «Όμορφοι γάμοι»), αλλά διότι κάτι τέτοιο θα ξένιζε μέσα στην αρχιτεκτονική του συγκεκριμένου βιβλίου, για την οποία ο συγγραφέας φαίνεται να έχει καταβάλει ιδιαίτερη μέριμνα.

info: Ιάκωβος Ανυφαντάκης, «Όμορφοι έρωτες», Πατάκης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here