«Η Έρση Σωτηροπούλου, η Έρση Σωτηροπούλου και τα κβάντα» (της Στεφανίας Ι.Κωστοπούλου)

0
621

 

της Στεφανίας Ι.Κωστοπούλου (*)

Η εποχή κατά την οποία γράφεται το μυθιστόρημα της Έρσης Σωτηροπούλου μπορείς; είναι η εποχή όπου η σκέψη για εξ αποστάσεως επικοινωνία, υλοποιήθηκε. Αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ότι η ανθρώπινη σκέψη και επιθυμία μπορεί να ταξιδέψει και να βρει τον στόχο της σε παγκόσμια κλίμακα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αίσθηση του χρόνου μεταλλάσσεται προκειμένου να δώσει τη θέση της στο άπειρο και στο συμπαντικό χάος, όπως αυτό αποτυπώνεται στον κυβερνοχώρο αλλά και στο μυθιστόρημα της Έρσης Σωτηροπούλου, μπορείς;

Η δυνατότητα που παρέχεται από το ίντερνετ, σε κάθε άνθρωπο, να αποτελέσει ανά πάσα στιγμή, έναν πομπό ή έναν δέκτη επικοινωνιακού μηνύματος, από την μία πλευρά μπορεί να εμφανίζεται ως αμεσότητα, από την άλλη όμως – όπως στην περίπτωση της ερωτικής επαφής που αναπτύσσουν οι ήρωες του βιβλίου – μπορεί να αποτελεί μια επικοινωνία ψευδαισθησιακού χαρακτήρα. Στη θέση της σωματικής επικοινωνίας βρίσκονται μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα οποία καθιστούν τη σχέση υπαρκτή μόνο μέσω email.

Η Έρση Σωτηροπούλου, στο μπορείς; επινοεί τον εαυτό της. Η ηρωίδα της έχει το όνομά της και ένα ιδιαίτερο email μέσω του οποίου ανταλλάσσει μηνύματα με τον Γιώργο, το οποίο παραπέμπει σε ένα από τα εμβληματικά της μυθιστορήματα που τιτλοφορείται η Φάρσα (2010). Η ifarsa@hotmail.com και ο spourgitis@gmail.com έχουν δημιουργήσει μία κρυφή ερωτική επαφή – μιας και ο Γιώργος είναι ένας άνθρωπος «αυστηρά» παντρεμένος. Καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου τα μηνύματά τους, είτε μέσω email είτε μέσω μίας εφαρμογής επικοινωνίας ονόματι viber αποτελούν το κυριότερο μέσο μοιράσματος της καθημερινότητας τους. Η ηρωίδα Έρση είναι συγγραφέας και ταξιδεύει συνεχώς για επαγγελματικούς λόγους, ο Γιώργος είναι οινοποιός και επίσης ταξιδεύει. Οι εμπειρίες της από την Μπαϊα της Βραζιλίας, το Σαλβαδόρ, το Παρίσι, την Τουλούζη, μέσα από την αμεσότητα των γραπτών μηνυμάτων της, μπορούν να ειδωθούν σαν περιστατικά μύησης σε μια κρυφή εσωτερική πραγματικότητα που η ίδια παρακολουθεί και μοιράζεται με τον αναγνώστη. Σε πολλά από τα email τους παρατίθενται ποιήματα του Κάμμινγκς, του Μπωντλαίρ, του Καβάφη και άλλων ποιητών, άλλοτε αποστέλλονται τραγούδια από το youtube ή και άρθρα από τον ηλεκτρονικό τύπο. Ο αναγνώστης στο μπορείς; παρακολουθεί στιγμιότυπα από τη συγγραφή του αμέσως προηγούμενου βιβλίου της συγγραφέα για τον Καβάφη, με τίτλο Τι μένει από τη νύχτα (2015) και είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσει στιγμές της συγγραφικής της πορείας.

Οι δύο ήρωες αποτελούν σημεία στον χρόνο τα οποία αλληλεπιδρούν κυρίως στον κυβερνοχώρο, άλλωστε μόνο εκεί μπορούν να συνδιαλλαγούν μένοντας σε απόσταση από την ευθύνη των συναισθημάτων τους. Τα αλλεπάλληλα emails που ανταλλάσσονται χαρακτηρίζονται από την ιδιάζουσα γλώσσα του πνευματικού έρωτα. Η επικοινωνία αυτή ανήκει, τις περισσότερες φορές, στους έρωτες από απόσταση, άλλοτε στους πλατωνικούς έρωτες και βέβαια, στους έρωτες όπου η επιθυμία δεν είναι δυνατόν να μετουσιωθεί σε άγγιγμα. Η απουσία του αγγίγματος και της σωματικής επικοινωνίας αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία η διεπαφή στην οποία αναφερόμαστε χτίζει την μοναδικότητά της. Ο spourgitis@gmail.com γράφει σε ένα μήνυμά του: «Στο μήνυμα που δεν έλαβες, σου έγραφα για το φεγγάρι. Κάποια στιγμή ίσως και λόγω κούρασης ένιωσα τη γη να κόβεται στη μέση μ’ έναν τεράστιο καθρέφτη. Ένιωσα ότι οι δύο τεράστιοι κόκκινοι κύκλοι ο ένας στην ανατολή και ο άλλος στη δύση, που έβλεπα, ήταν ο ένας το είδωλο του άλλου. Αυτό που με παραξένεψε ήταν ότι ξαφνικά ένιωσα το καλό και το κακό να είναι το καθένα σε διαφορετικούς κόσμους, που είναι αδύνατη η μεταξύ τους επικοινωνία – συνδιαλλαγή. Φιλάκι νύσταξα θα το συνεχίσω αύριο».

Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, αν και απουσιάζει η πλοκή, απαιτείται συνεχής επαφή με τα ηλεκτρονικά μηνύματα των δύο ηρώων. Η συνέχεια διατηρείται ανάμεσα στους ήρωες όπως και στους αναγνώστες, μέσω email. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αναγνώστες δε θα είναι σε θέση να συναισθανθούν και να διατηρήσουν ενεργή επαφή, με τις εσώτερες ενέργειες που ανταλλάσσουν – ενίοτε και «τηλεπαθητικά» – οι δύο εραστές. Εάν η αναγνωστική επαφή μετριασθεί ή χαθεί για λίγο το νήμα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, το βιβλίο «αμύνεται», υπό την έννοια ότι χρειάζεται να επανασυνδεθείς εσωτερικά μαζί του προκειμένου να συνεχίσεις την ανάγνωση. Το μυθιστόρημα μπορείς; όπως και η Έρση Σωτηροπούλου, είναι η απόλυτη ταύτιση με τον εαυτό του. Χωρίς την ύπαρξή του, απλώς, δεν θα υπήρχε.

Η διαλεκτική της άρνησης μέσα από την οποία η Έρση Σωτηροπούλου καταλήγει στην απόλυτη κατάφαση (ήτοι στην απόλυτη ταύτιση του Εγώ – σκέψη/λογική – με το Είναι) έχει τις ρίζες της στον εγελιανό στοχασμό, ας μην παραλείπεται βέβαια η φιλοσοφική παιδεία της συγγραφέα. Η επιτυχία της απόλυτης κατάφασης γίνεται αντιληπτή μέσα από την καθαρότητα της διεπαφής που αναπτύσσει με τον εσωτερικό και τον έτερο/εξωτερικό κόσμο, η ηρωίδα. Η συνεχής αλληλεπίδραση που πραγματώνεται από τη συγγραφέα, στα δύο προαναφερθέντα πεδία της ανθρώπινης φύσης (εσωτερικό και εξωτερικό) οδηγεί τον αναγνώστη στην αίσθηση μιας ατέρμονης συνέχειας. Έτσι, δε θα μπορούσε να παραληφθεί η σχέση του βιβλίου και της συγγραφέα με το άπειρο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε ένα άρθρο που η ηρωίδα στέλνει στον Γιώργο «οι χαρακτήρες αυτής της ιστορίας μοιάζουν να υπάρχουν ταυτόχρονα σε πολλά διαφορετικά στάδια αλληλεπίδρασης, όπως ακριβώς συμβαίνει στον κβαντικό κόσμο».

Πιο συγκεκριμένα, η Έρση εμφανίζεται, σχεδόν πάντα, σε θέση να μεταβαίνει από την εσωτερική της επιθυμία και την αναπότρεπτη ανάγκη της για σωματική επικοινωνία, στα εξωτερικά ζητήματα που περιβάλλουν τη ζωή της. Γράφει χαρακτηριστικά: «Είναι καταπληκτικό πώς η τέχνη εμπνέεται από την τέχνη (ίσως περισσότερο κι από την ίδια τη ζωή). Γύρισα, τράβηξα τις πόρτες. Είμαι στο γραφείο μου. Στο κεφάλαιο 6. Δεν θα κοιμηθώ απόψε. (Θέλεις να σε συντροφέψω στην ετοιμασία της βαλίτσας αύριο το πρωί;) υγ. Φυσικά φοράω τη φανέλα σου».

Ο Έγελος, στην Επιστήμη της Λογικής (1816), επιδιώκοντας να γεφυρώσει τη σχέση των αλληλοκαθοριζόμενων όντων οδηγείται  στον όρο κβάντο. Ο ίδιος το χωρίζει σε δύο ειδών, στο εκτατό και το επιτατικό. Κατ’ ουσίαν ορίζει το εκτατό ως εκείνο το οποίο διαθέτει ένα όριο εντός του (το οποίο του είναι αδιάφορο) μιας και μεταβαίνοντας στο διαμεσολαβημένο Είναι (μέσω της διάδρασής του με κάτι εκτός), αρχίζει να διαμορφώνει την καθορισμένη του μορφή σε σχέση με ένα έτερο. Με αποτέλεσμα να ισχύει, συγχρόνως, εν εαυτώ και εκτός αυτού. Και βέβαια, το κβάντο – και συγκεκριμένα η ηρωίδα του μπορείς; – μπορεί να είναι εξωτερικά τεθειμένη ως προς τον ίδιο τον εαυτό της, στην ποσοτική απειρότητα. Ήτοι, η Έρση Σωτηροπούλου μπορεί να επινοεί τον εαυτό της επ’ άπειρον. Ο Γιώργος γνωρίζοντας με έναν ιδιαίτερο τρόπο την ηρωίδα γράφει: «Σήμερα είδα το βιντεάκι. Το είδα πολλές φορές. Απορία: ποια «εκδοχή» της Έρσης εκφράζει; Βέβαια υπάρχει και το άλλο, να μην έχει εκδοχές. Να είναι αχρονική (κοπλιμέντο!). Εμάς με τις εκδοχές π.χ. μας εκφράζει το αριθμήσιμο άπειρο, ενώ εκείνην το συνεχές».

Η συγγραφέας, από τη μία επινοεί τον εαυτό της και από την άλλη, εμφανίζεται ταυτισμένη μαζί του αν και επινοημένος. Αφήνει, συνεπώς, τον αναγνώστη με την απορία για το ποια είναι η ηρωίδα; Αφήνει την απορία, για το ποια είναι τελικά η συγγραφέας; Η συγγραφέας είναι η ηρωίδα; Η ηρωίδα είναι η συγγραφέας; Βεβαιώνοντας τις παραπάνω θέσεις, η Έρση Σωτηροπούλου σε συνέντευξή της σημειώνει τα εξής: «Ηρωίδα του βιβλίου είναι μια γυναίκα συγγραφέας που ονομάζεται Έρση Σωτηροπούλου, η οποία επινοεί μια γυναίκα συγγραφέα την Έρση Σωτηροπούλου, η οποία επινοεί κλπ. κλπ. Είναι ένα παιχνίδι με καθρέφτες που ο καθένας αντανακλά ένα διαφορετικό κομμάτι  της πραγματικότητας, άλλοτε ο καθρέφτης είναι θαμπός κι ο θεατής προσπαθεί να φανταστεί αυτά που δεν βλέπει, άλλοτε  η εικόνα μοιάζει διαστρεβλωμένη γιατί το φως λιγοστεύει ή αλλάζει κατεύθυνση, και σ’ αυτό το παιχνίδι μπαίνει και ο αναγνώστης».

Πιο αναλυτικά, στην περίπτωση του μπορείς; η Έρση Σωτηροπούλου, σχετίζεται άμεσα με τον εσωτερικό της παλμό αλλά και με τα έτερα πράγματα μέσω των οποίων διαμεσολαβείται η ύπαρξή της. Ενίοτε, αναφερόμενη σε αυτά, τα αναδεικνύει ως στοιχεία με τα οποία αποκτά μία σχέση αλληλοκαθορισμού. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ένας απαιτητικός αναγνώστης θα ανιχνεύσει το γεγονός ότι η ηρωίδα, η συγγραφέας, η Έρση Σωτηροπούλου (δεν είναι το ίδιο πρόσωπο) αλλά είναι Ένα, μιας και όλες οι παραπάνω λέξεις εξαϋλώνονται αν προσπαθήσεις να τις περιορίσεις στην λεκτική τους αποτύπωση. Η Έρση Σωτηροπούλου, η ηρωίδα, η συγγραφέας δεν έχουν όνομα, δεν υφίστανται σε λέξεις, ούτε σε γράμματα. Είναι πλάσματα του αιθέρα, ίσως και άυλα. Στο μυθιστόρημα στο οποίο αναφερόμαστε, το έτερο (Έρση Σωτηροπούλου) και το ίδιο (Έρση Σωτηροπούλου) αποτελούν μία αδιαίρετη ενότητα και ενσαρκώνονται ηλεκτρονικά στη διεύθυνση ifarsa@hotmail.com. Είναι ανώφελο λοιπόν, ο αναγνώστης να διερωτηθεί για την αλήθεια των ηλεκτρονικών μηνυμάτων του βιβλίου, απορώντας σχετικά με την ταυτότητα ή την προέλευσή τους. Άλλωστε, η αγνή καθαρότητα με την οποία προσφέρονται δεν αφήνει τα περιθώρια για προβολή προσωπικών σκέψεων. Ο spourgitis@gmail.com σημειώνει σε ένα από τα μηνύματά του: «Μ’ αρέσει όπως γράφεις. Όταν σε διαβάζω αισθάνομαι ότι η Έρση που γνωρίζω είναι μια συμπύκνωση αυτών που γράφεις».

Μέσα στις σελίδες του μυθιστορήματος σκιαγραφείται με τον πιο ειλικρινή τρόπο η πιο φανερή/κρυφή αλήθεια της εποχής· η ανάγκη για διαφυγή από κάθε είδους ανάληψη συναισθηματικής ευθύνης. Η συγγραφέας, ως απόλυτο σημείο/σώμα μέσα στο σύμπαν, έχει επίγνωση της απειρότητας και συγχρόνως, της περατότητάς της. Το μπορείς; μας μυεί στο κβαντικό παιχνίδι της ζωής και αφήνεται ανοιχτό στο άχρονο διηνεκές. Η λογοτεχνική του ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί αυθύπαρκτη οντότητα. Η απόλυτη κατάφαση της συγγραφέα στον εαυτό της, μέσα από την άρνηση του να είναι κάτι άλλο, προσδίδει στο μυθιστόρημα ένα από τα πιο ουσιώδη χαρακτηριστικά του, συγκαταλέγοντάς το στα πλέον «αυθεντικά» της εποχής του. Θεωρώ ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο προσέγγισης από τους αναγνώστες ή τους «αναλυτές» του, αφού το ίδιο το βιβλίο και η φύση του δεν επιτρέπει τίποτα ανειλικρινές, έμμεσο ή σκόπιμα προβεβλημένο σε αυτό ή την συγγραφέα του. Με άλλα λόγια, το βιβλίο διεκδικεί τον σεβασμό και τη σοβαρότητα που αρμόζει σε μία ιστορία ερωτικού περιεχομένου, αναδεικνύοντας, τρόπον τινά, την ιερότητα της ύπαρξής της.

info: Έρση Σωτηροπούλου, μπορείς;, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, Απρίλιος 2017, σ. 745.

 

(*) Η Στεφανία Ι. Κωστοπούλου είναι Msc. Νεοελληνικής & Συγκριτικής Λογοτεχνίας

Προηγούμενο άρθροΣπύρος Ασδραχάς: Μια σελίδα της ελληνικής ιστοριογραφίας έκλεισε (του Σπύρου Κακουριώτη)
Επόμενο άρθροΒαγγέλης Ραπτόπουλος: 11 σημειώσεις για το “Χασαμε τον Μπαμπά’

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here