Ηλία σε λένε; (διήγημα της Βάσως Χόντου)

0
466

Βάσω Χόντου

Tον πρωτοείδα πέρσι στην παραλία του Φοίνικα. Είχα πάρει άδεια μέσα Σεπτέμβρη και κατέβηκα στο νησί για να δω τους δικούς μου. Μια μέρα πριν φύγω, πήρα μια ξεχρωματισμένη πετσέτα από αυτές που είχε η μάνα μου για πέταμα, και πήγα για το τελευταίο μπάνιο της σεζόν. Δίπλα μου λιαζόταν ένα ζευγάρι γέρων ιταλών και πιο πέρα μια κοπέλα με κίτρινο μπικίνι έλυνε σταυρόλεξα. Έστρωσα την πετσέτα δίπλα στις καλαμιές και ξάπλωσα. Πάνω που είχα αποκοιμηθεί, άκουσα σούρσιμο και ξύλα να σπάνε. Τότε γύρισα και τον είδα. Φόραγε ένα παλιομοδίτικο πουκάμισο με σκισμένη τσέπη κι ένα βρώμικο παντελόνι που του ‘πεφτε συνέχεια. Τα γένια του έφταναν μέχρι το στήθος και στη δεξιά μεριά του λαιμού του φαινόταν ένα εξόγκωμα, λες κι είχε καταπιεί μπαλάκι του πινγκ-πονγκ. Ανασηκώθηκα λίγο, κοίταξα καλύτερα κι είδα πως είχε δεμένη στη ζώνη του μια πέτρα με κατακόκκινη μύτη. «Ηλία σε λένε;», ρώτησε χωρίς να με κοιτάει. Πριν προλάβω ν’ απαντήσω είχε εξαφανιστεί.

Αργά το μεσημέρι στο σπίτι ρώτησα γι’ αυτόν τη μάνα μου. «Ξενομερίτης», είπε καθώς φόρτωνε το πιάτο με τηγανητές πατάτες. «Άλλος λέει πως είναι από την Άνω Μερά, άλλος πως είναι το εξώγαμο του παλιού Μητροπολίτη, άλλος πως είναι Εγγλέζος. Θα σε γελάσω. Τα καλοκαίρια λένε πως κοιμάται στις ξαπλώστρες στον Φοίνικα και τον χειμώνα σ’ ένα παλιό μαντρί. Με το που πάτησε το πόδι του στο νησί πήγαινε όπου έβλεπε κορίτσια, καθόταν σε μιαν άκρη και τα κοίταγε. Ο παπα-Σταύρος στα σαράντα της Σόλαινας, μου ‘πε πως τον λένε Πάνο κι έμενε στο Καρπενήσι, πως τον παράτησε η μάνα του και το ‘σκασε μ’ έναν Ηλία από τη Χώρα, και πως αυτός ήρθε πέρσι στο νησί για να τους βρει κι εδώ του σάλεψε. Στην αρχή έμενε στο μοναστήρι, αλλά τον διώξανε γιατί ξεκοίλιασε ένα γουρούνι. Φάε τώρα το φαΐ σου», έτσι μου ‘πε. Ύστερα φόρεσε τις σαγιονάρες κι ανέβηκε στο ταρατσάκι για να μαζέψει τη μπουγάδα. «Θα ‘χουνε ξεραθεί τα ρούχα», ακούστηκε καθώς έκλεινε τη σίτα πίσω της.

Έφυγα και ξαναπήγα στο νησί τον Ιούνιο. Tον είδα πάλι στον Φοίνικα. Η γενειάδα του είχε μακρύνει και φόραγε το ίδιο παλιομοδίτικο πουκάμισο κι ένα γυναικείο ροζ παντελόνι. Εκείνη τη μέρα η θάλασσα ήταν μισοάδεια. Ο Πάνος στεκόταν πίσω από την καντίνα, ξεκρέμαγε κάτι μισοπεθαμένα ψάρια από μια αρμαθιά που είχε πιασμένη στη ζώνη του και τα έβαζε με σειρά πάνω στην άμμο. Ύστερα έπαιρνε την πέτρα με την κόκκινη μύτη και στόχευε κατευθείαν στο μάτι του ψαριού. Όταν αυτό χυνόταν, έπιανε πάλι την πέτρα και την έριχνε με δύναμη. Στην αρχή ακουγόταν ένας γδούπος και μετά η άμμος γέμιζε με αίματα, εντόσθια, βράγχια, λέπια και κομμένα κεφάλια. Μια γυναίκα που ‘χε στρώσει την ψάθα της λίγο πιο ‘κει κάτι πήγε να πει, όμως εκείνος έφερε το δείκτη του δεξιού χεριού κοντά στη μύτη, με το άλλο σήκωσε την ματωμένη πέτρα και την έστρεψε προς τo μέρος της. Η γυναίκα τράβηξε βιαστικά την ψάθα και χάθηκε ανάμεσα στις ομπρέλες.

Ο Πάνος αφού μάζεψε τα διαλυμένα ψάρια σε μια σακούλα, ήρθε και κάθισε δίπλα μου. «Ηλία σε λένε;», με ρώτησε πάλι. «Όχι», απάντησα. Το εξόγκωμα στον λαιμό του τώρα μου φαινόταν ακόμα πιο μεγάλο. Άνοιξε τη σακούλα κι έβγαλε έναν σαργό χωρίς μάτια. «Θες;», με ρώτησε. Κούνησα πέρα-δώθε το κεφάλι. «Εσύ χάνεις», είπε κι άρχισε να τρώει. Το αίμα έφτιαχνε μια σκούρα κρούστα γύρω από το στόμα του κι έσταζε πάνω στο μούσι. Αφού πέταξε το ψαροκόκαλο, έβγαλε από την τσέπη του ροζ παντελονιού εκείνη την πέτρα κι άρχισε να σκαλίζει ένα πλακουτσωτό θαλασσόξυλο. Στην αρχή έφτιαξε έναν κύκλο, μετά δυο μάτια και δυο μικρά αυτιά, πολλά στρογγυλά που μοιάζανε με μπούκλες, μια καμπυλωτή γραμμή σαν στόμα και στο τέλος ένα αδύνατο κορμί. Όταν τελείωσε, ακούμπησε με προσοχή το σκαλισμένο ξύλο πάνω στην πετσέτα, μου ‘πε «παρ’ το» κι έφυγε.

Μερικές μέρες μετά γύρισα στην Αθήνα. Λίγο πριν φτάσουμε στο λιμάνι, με πήρε τηλέφωνο η μάνα μου. Αφού ρώτησε πως ήταν το ταξίδι κι αν βρώμαγε η καμπίνα, μου είπε πως η αστυνομία έπιασε τον Πάνο. «Πέταξε μια πέτρα σ’ ένα παιδί που το φωνάζανε Ηλία και του διέλυσε το κεφάλι. Τον είδα που τον παίρνανε με το περιπολικό. Είχε κολλήσει το πρόσωπο στο πλαϊνό τζάμι κι όλο φώναζε «τον βρήκα, τον βρήκα»». Έτσι μου ‘πε κι ύστερα με ρώτησε αν έχω φάει. «Ναι», της απάντησα κι ας μην είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου. Μόλις μπήκα σπίτι, άδειασα τη βαλίτσα και βρήκα στον πάτο της εκείνο το θαλασσόξυλο. Μου φάνηκε πως μύριζε κομμένο έλατο.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here