Ζωντανός ύπνος (διήγημα της Σταυρούλας Τσούπρου)

0
357

 

 της Σταυρούλας Τσούπρου 

  • Δεν έχει πόρτα από ’δω. Δεν έχει δίοδο, σου λέω. Φύγε!

Είχε γραπώσει με τα πληγιασμένα, κατακόκκινα χέρια του κάποιες από τις ανάγλυφες ακμές τού γκρίζου, θεόρατου τοίχου και ούρλιαζε, βγάζοντας όλα τ’ αγρίμια που κρύβονταν μέσα του, φτύνοντας όλες τις πίκρες που είχε βυζάξει (αλλά αυτές αντί να λιγοστεύουν, πολλαπλασιάζονταν) και κλωτσώντας, κλωτσώντας με τα χοντρά άρβυλα το κάτω μέρος τού ανάγλυφου τοίχου, εκεί όπου οι μορφές αραίωναν, δίνοντας την θέση τους στα επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά σχήματα.

  • Δεν περνάει, σου λέω. Στρίβε! Στρίβε, γιατί αλλιώς…

Γύρισε και κοίταξε μέσα από τις χοντρές κλωστές των δακρύων (ποια δάκρυα; τώρα πια έτρεχαν αίμα, αίμα τής ψυχής, τα μάτια του) τον φύλακα που του μιλούσε, που τον έδιωχνε, χωρίς έλεος, χωρίς αιδώ, χωρίς μνήμη. Γιατί πολλές, πάρα πολλές φορές είχε γδάρει τα δάχτυλά του πάνω σ’ αυτόν τον ίδιο, ανελέητο, μολυβή τοίχο, πάνω σ’ αυτόν τον ίδιο, ανελέητο φύλακα με την μεταλλική πανοπλία, πάνω σ’ αυτό το ίδιο αμείλικτο αδιέξοδο που ποτέ δεν θα ενέδιδε στις αξιολύπητες φοβέρες του, εκείνες που μετά έγιναν παρακλήσεις και μετά ικεσίες και μετά άναρθρες κραυγές και γοερές κλωτσιές και κλάματα. Δεν είχε μνήμη ο φύλακας, ούτε ποτέ θα αποκτούσε. Ήταν σαν να μην υπήρχε καν, τελικά, εκτός αν λογαριαζόταν ως η ενσώματη φωνή τού τοίχου, η υλοποιημένη άρνησή του. Μήπως ήταν προτιμότερο εκείνο το «αλλιώς»;

Κάποτε, παλιά, και ο αξιοθρήνητος αυτός ικέτης είχε ξεκινήσει πάνοπλος, ασυγκρίτως πιο ετοιμοπόλεμος από τον φύλακα, εφοδιασμένος με πλήρη και ασφαλή εξάρτυση για τις περιπέτειες της πορείας. Εξάλλου, η πορεία στην αρχή δεν φαινόταν δύσκολη, παρόλο που ελάχιστα πράγματα γνώριζε για αυτήν. Oι δρόμοι ήταν φαρδιοί, οι νησίδες στολισμένες με ψηλά δέντρα, τα πεζοδρόμια πλατιά και τα κτίρια χαμηλά και φωτεινά. Προχωρώντας, όμως, ανακάλυψε πως οι δρόμοι στένευαν στην συνέχεια και γίνονταν ανηφορικοί, κι ύστερα, απότομα, επικίνδυνα κατηφορικοί, νησίδες και πεζοδρόμια πια δεν υπήρχαν, ενώ τα κτίρια ήταν, λες, ενωμένα μεταξύ τους, μια συνεχόμενη και απειλητική σκοτεινιά, με ύψος ακαθόριστο. Οπωσδήποτε η αλλαγή δεν είχε γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Ωστόσο, το μεσοδιάστημα το είχε πλέον ξεχάσει. Η μόνη του πραγματικότητα τώρα πια ήταν ο τοίχος. Ακόμα και η ανάμνηση του όλο ζήλο ξεκινήματος της πορείας είχε αρχίσει να ξεθωριάζει· τόσο μακρινή και, κυρίως, τόσο επώδυνη που ήταν. Ποιο το όφελος να θυμάται και να συγκρίνει με την τωρινή κατάστασή του, με την κατάντια του;

Αν, παρ’ όλα αυτά, κάποια φορά, από τις πολλές που ερχόταν να πέσει απελπισμένος και ωρυόμενος πάνω στον τοίχο, ο φύλακας, ο τοίχος ο ίδιος, τον αναγνώριζε και τον λυπόταν; Τα δάκρυά του, η αιμάτινη δακρύρροιά του μπορεί να τον είχε διαβρώσει, τον ανελέητο τοίχο, σε κάποιο σημείο, χαμηλά, εκεί όπου χτυπούσαν τα άρβυλα, ή ψηλότερα, εκεί όπου χτυπούσαν οι πληγιασμένες γροθιές. Και τότε μπορεί να παρουσιαζόταν ένα άνοιγμα, ένα μικρούλι άνοιγμα που να τον χωράει (είχε γίνει ελάχιστος πια μες στην ψυχή του), ή να χωράει έστω το βλέμμα του, που μετά, ήξερε αυτό, θα απλωνόταν στο ξέφωτο και θα σεργιανούσε ελεύθερο, αδέσμευτο, άφοβο, τολμηρό.

Ένα μικρούλι άνοιγμα ήταν αρκετό για το συρρικνωμένο μυαλό του και για την καρδιά του, που χτυπιόταν στα τοιχώματα του στήθους του σαν τρελή τον τελευταίο καιρό, θέλοντας να γλυτώσει, τουλάχιστον αυτή, από το ατελείωτο μαρτύριο. Ένα μικρούλι άνοιγμα θα φώτιζε ολόκληρη την αίθουσα του μολυβή τοίχου με το μικρό του ενθαρρυντικό φως, στέλνοντας ένα μήνυμα ελπίδας. Κι έπειτα, ποιος ξέρει, μπορεί να εμφανιζόταν κι άλλο άνοιγμα, κι άλλο, κι άλλο, και ο τοίχος να έπεφτε, να σωριαζόταν στα πόδια τού ικέτη, ανήμπορος, γελοίος πια μες στα συντρίμμιά του, ουτιδανός.

Είχε, όμως, προχωρήσει η διάβρωση αρκετά, ώστε να υπάρχει ελπίδα να σωριαστεί ο τοίχος; Είχε κλάψει αρκετά ο ικέτης; Η αιμάτινη δακρύρροια είχε γεμίσει κουβάδες και κουβάδες, βαρέλια και βαρέλια, δεξαμενές και δεξαμενές; Δεν πέφτει έτσι εύκολα ένας τέτοιος τοίχος. Μήπως να επέλεγε εκείνο το «αλλιώς»;

 

 

Προηγούμενο άρθροΈντγκαρ Άλαν Πόε για πάντα (του Φίλιππου Φιλίππου)
Επόμενο άρθροΑλήτικη ψυχή, γυρνάς στ’ Ωραίο (ανθολογεί ο Θ.Χατζόπουλος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ