“Ευγένιος Ονιέγκιν”

0
1786

 

Της Έλενας Χουζούρη.

Με την ευκαιρία που θα δούμε το Σάββατο 5 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και σε μια σειρά επιλεγμένες, ανά την Ελλάδα, αίθουσες,  την όπερα του Τσαικόφσκι “Ευγένιος Ονιέγκιν”  ας θυμηθούμε τον συγγραφέα του, τον Πούσκιν. Όταν τον Μάιο του 1877 ο Τσαικόφσκι διαβάζει  τον «Ευγένιο Ονιέγκιν», μετά από υπόδειξη της φίλης του Ελισσαβέτα Λαβρόσκαγια, τραγουδίστριας της όπερας, η ιδέα να γράψει ένα δικό του έργο πάνω στο έμμετρο μυθιστόρημα του Πούσκιν, κυριολεκτικά τον συνεπαίρνει. Δεν είναι μόνον το γεγονός ότι ανάμεσα στον ήρωα του Πούσκιν και τη σχέση του με την Τατιάνα βρίσκει κοινά σημεία στη δική του «σχέση» με την τύποις μόνον σύζυγό του Άννα Μιλιούκοβα, ούτε ότι ήθελε να ξεφύγει από τους έως τότε τετριμμένους και συμβολικούς  ήρωες και τα ξεπερασμένα πια στερεότυπα που κυριαρχούσαν στην όπερα και να προσχωρήσει στο νέο ρεύμα του βερισμού πατώντας σε αληθοφανείς και πραγματικούς χαρακτήρες αλλά, κυρίως,  να σφιχτοδέσει την δική του μουσική έμπνευση με την τελειότητα και την μοναδικότητα της ποιητικής γλώσσας του Πούσκιν.

πουσκιν
Ο Πούσκιν

Δεν είχε άδικο. Ο ίδιος ο Πούσκιν, τρία χρόνια αφότου αρχίζει να γράφει τον «Ευγένιο Ονιέγκιν»,  σε γράμμα που στέλνει στον αδελφό του, τον Γενάρη του 1824, χαρακτηρίζει το ατελείωτο ακόμη έργο του, ως το καλύτερο , από όσα είχε γράψει έως τότε. Το γράμμα στέλνεται από το ρωσικό νότο, πιθανότατα από την Οδησσό, όπου βρισκόταν εξόριστος για τις φιλελεύθερες ιδέες του, τις οποίες και αποτύπωνε στα ποιήματά του και ευθαρσώς διατυμπάνιζε στις λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές συντροφιές της Πετρούπολης.  Στην Οδησσό και στο Κισινιώφ θα μείνει εξόριστος από το 1821 έως το 1824. Και  ευτυχώς. Διότι ο τσάρος Αλέξανδρος, σκόπευε να τον στείλει στη Σιβηρία, γεγονός που απεφεύχθη μετά από έγγραφη  εισήγηση, την οποία του έστειλε  ο προιστάμενος του Πούσκιν στο Υπουργείο Εξωτερικών, Αρχιγραμματέας, Ιωάννης Καποδίστριας! Ως συνεπές, όμως, τέκνον  της περίφημης «Γενιάς των Δεκεμβριστών» , ο φιλελεύθερος και ανυπότακτος  Πούσκιν βρίσκει  την ευκαιρία, εκεί στον ηλιόλουστο νότο, μίλια μακριά από την θορυβώδη Πετρούπολη , να ριχτεί στη δουλειά και να γράψει, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας δίνει ο μελετητής της ρωσικής λογοτεχνίας, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, τα μεγάλης σύνθεσης ρομαντικά ποιήματα «Ο Αιχμάλωτος του Καυκάσου», «Οι Αδελφοί Λήσταρχοι», «Η Βρύση του Μπαχτσέ-Σεράι», την αθειστική «Γαβριηλιάδα», και τα τρία πρώτα κεφάλαια του «Ευγένιου Ονιέγκιν». Όπως σημειώνει ο Μ. Αλεξανδρόπουλος «Στον Καύκασο, στην Κριμαία, στην Βεσσαραβία τοποθέτησε τους ρομαντικούς του ήρωες, που θυμίζουν  τις ατίθασες και αλαζονικές μορφές του Μπάιρον αλλά ενσωμαντώνονταν στον κόσμο του Πούσκιν και η μία μετά την άλλη προετοίμασαν τον κύριο ήρωά του, γέννημα θρέμμα της ρωσικής πρωτεύουσας, τον Ευγένιο Ονιέγκιν». Οι περιπέτειες, όμως,  του Πούσκιν δεν σταματούν εδώ. Τελικά στέλνεται στο ρωσικό βορρά, στο πατρογονικό κτήμα του, στην περιοχή του Πσκώφ, όπου συνεχίζει να γράφει τον «Ευγένιο Ονιέγκιν» και μια σειρά άλλα ποιήματα.     Μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης των Δεκεμβριστών, στις 14 Δεκεμβρίου 1825, από τον  σκληρότερο του προκατόχου του, τσάρο Νικόλαο , του επιτρέπεται μεν να εγκατασταθεί στη Μόσχα  τον αναγκάζουν όμως να υπογράψει μια δήλωση ότι δεν ανήκει σε επαναστατικές οργανώσεις. Στο μεταξύ έχει γράψει ποιήματα που εξυμνούν τη θυσία των Δεκεμβριστών και δεν είναι παρά ύμνοι στην Ελευθερία.   Τελικά ο Πούσκιν καταφέρνει να ολοκληρώσει τον «Ευγένιο Ονιέγκιν» τον Οκτώβριο του 1829.

Τι αντιπροσωπεύει όμως ο Ονιέγκιν για τη ρωσική λογοτεχνία; Τι αντιπροσωπεύει για την ευρωπαική λογοτεχνία του 19ου αιώνα και γενικότερα για την ευρωπαική λογοτεχνική παράδοση; Ό Βησσαρίων Μπελίνσκι, σπουδαίος  Ρώσος κριτικός του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, θα χαρακτηρίσει τον Ονιέγκιν ως «Εγκυκλοπαίδεια της ρωσικής ζωής». Άς «ακούσουμε» όμως και τον ίδιο τον ποιητή πώς θα μιλήσει για το έργο που είχε μόλις αρχίσει να γράφει σε γράμμα του προς τον φίλο του, ποιητή, Βιαζέμσκι, τον Οκτώβριο του 1823. «Σε ό,τι αφορά τις ασχολίες μου, γράφω τώρα κάτι, που δεν είναι μυθιστόρημα αλλά μυθιστόρημα σε στίχους-διαβολεμένη διαφορά. Στον τύπο του Δον Ζουάν». Ο Πούσκιν θα «συνομιλήσει» με τον ρομαντικό Άγγλο ομότεχνό του-τον καιρό που γράφονται τα παραπάνω ο Μπάιρον έχει ήδη  κατέβει στην εξεγερμένη Ελλάδα- βάζοντας την ηρωίδα του στον  «Ευγένιο Ονιέγκιν» ΄Τατιάνα, να περιτριγυρίζει την βαρυφορτωμένη βιβλιοθήκη του ήρωα μας και να του  λέει: «Μοσχοβίτης με μανδύα Τσάιλντ Χάρολντ:/ της επίδειξης μοντέρνα επιτομή,/ λεξικό σύγχρονων φράσεων, απομίμηση ανθρώπου θλιβερή». Σ’ αυτό το σημείο αξίζει ο σχολιασμός του Orlando Figes, από τους σημαντικότερους Βρετανούς μελετητές της ρωσικής Ιστορίας και κουλτούρας. Ο Figes παρατηρεί ότι ο σύνθετος χαρακτήρας της Τατιάνας και οι ταλαντεύσεις της-από τη μια ερωτεύεται παθιασμένα τον Ονιέγκιν και φέρεται ως μια γνήσια μυθιστορηματική ρομαντική ηρωίδα, από την άλλη τον αρνείται προκειμένου να τηρήσει τα,  περί γαμήλιας πίστης, ρωσικά  έθιμα- συμβολίζει τις κεντρομόλες δυνάμεις που της ασκούν, από τη μια η Ευρώπη κι από την άλλη Ρωσία. Η παρατήρηση του Figes, ανοίγει το μεγάλο κεφάλαιο των παλαιόθεν σχέσεων Ευρώπης-Ρωσίας του οποίου θεμελιακή συνιστώσα είναι σαφώς και ο Πούσκιν. Άς μην  ξεχνάμε ότι ο πρώτος τη τάξει Ρώσος ποιητής ήταν απόλυτα επηρεασμένος και εξαιρετικά ένθερμος  θιασώτης των φιλελεύθερων ιδεωδών της Γαλλικής Επανάστασης όπως και όλη γενιά του 1812 [σ.σ των Δεκεμβριστών]. Από την άλλη πλευρά ο Πούσκιν ήταν και βαθύτατα Ρώσος [καταγόταν από παλαιότατη ρωσική οικογένεια ενώ οι ρίζες της  μητέρας του έφταναν έως τον Αβησσυνό Αννίβα!] και είναι αυτός στον οποίο χρεώνεται η ενοποίηση και σύνθεση  της σύγχρονης  ρωσικής γλώσσας. Θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει  κανείς «πατέρα της ρωσικής γλώσσας» χωρίς να υπερβάλλει.  Πριν τον Πούσκιν η ρωσική γλώσσα ήταν κατακερματισμένη σε διάφορες τοπικές διαλέκτους και εκδοχές. Στην Πετρούπολη οι ρώσοι αριστοκράτες μιλούσαν και έγραφαν στα γαλλικά, ιδιαίτερα σε όλες τις επίσημες περιστάσεις. Στα σπίτια τους γαλλοποιημένα ρωσικά. Ο, πέραν αυτών,.  λαικός ή  αγροτικός κόσμος μιλούσε , ή αρχαικά ρωσικά ή εντελώς χυδαία. Ο Πούσκιν με το έργο του ενοποίησε τις διάφορες εκδοχές, τις απογαλλοποίησε και προσέδωσε μέσω του έργου του, την ιδιαίτερη μουσικότητα, την  ποιητική θέρμη και τον πλούτο των εκφράσεων    που εξακολουθεί να διατηρεί έως σήμερα η ρωσική γλώσσα. Άλλωστε, ένας από τους βασικούς λόγους που οι Ρώσοι συνθέτες προτιμούσαν να συνθέτουν βασιζόμενοι σε έργα του Πούσκιν, ήταν, εκτός από τον ίδιο τον μύθο τους, και στην  μουσικότητα της ποιητικής τους γλώσσας. Η γλωσσική επιρροή του  Πούσκιν, μέσω της λογοτεχνίας του και φυσικά οι ήρωες, οι καταστάσεις, το ύφος, περνάει σε όλη την μετέπειτα ρωσική λογοτεχνία.

Αν πάρουμε ως παράδειγμα τον Ονιέγκιν- ο οποίος να μην ξεχνάμε έχει ως κοντινό του πρόγονο τον ήρωα του Γκριμπογέντωφ στο «Συμφορά από το πολύ μυαλό»- έναν φέρελπι νεαρό δανδή, μορφωμένο, μ ένα διανοητικό και μορφωτικό  επίπεδο πολύ υψηλότερο από του περιβάλλοντός του, που τριγυρνάει στα σαλόνια της Πετρούπολης και πλήττει θανάσιμα αφού δεν βρίσκει να επικοινωνήσει ουσιαστικά με κανέναν, αναπτύσσοντας έτσι ένα υπέρμετρο φαινομενικά κυνισμό και μια υποτιθέμενη συναισθηματική ψυχρότητα.  Σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Όλα γι αυτόν είναι ένα παιχνίδι αφού η ζωή δεν έχει ούτε νόημα ούτε σκοπό. Για να ξεπεράσει την ανία του φτάνει να «παίξει» και με την αρραβωνιαστικιά του καλύτερου φίλου του Λέσκι,  την αθώα Τατιάνα, η οποία τον ερωτεύεται παθιασμένα αλλά εκείνος την περιπαίζει και την περιφρονεί. Το «παιχνίδι» φτάνει στα όριά του με την μονομαχία Ονιέγκιν-Λέσκι όπου ο πρώτος σκοτώνει τον δεύτερο. Λίγα χρόνια αργότερα  ο Ονιέγκιν θα συναντήσει την Τατιάνα παντρεμένη  μ έναν γέρο στρατηγό και θα την ερωτευτεί με τη σειρά του. Αυτή τη φορά η Τατιάνα θα τηρήσει τον ιερό, για τα ρωσικά ορθόδοξα ήθη, δεσμό του γάμου και θα αρνηθεί τον έρωτα του Ονιέγκιν.

Ο τύπος του μορφωμένου νεαρού με τον σκεπτικισμό και τις ανησυχίες που περιφρονεί το αρστοκρατικο και καινό νοήματος περιβάλλον του, που πλήττει και ερωτοτροπεί ή μονομαχεί από πλήξη με κίνδυνο να σκοτωθεί, παραπέμπει σαφώς στον δυτικό ρομαντικό μυθιστορηματικό ήρωα. Η κριτική κατά σειρά, του Γκρομπογέντωφ, του Πούσκιν κατά κύριο λόγο, του Λέρμοντωφ στη συνέχεια,  αργότερα  του Τουργκένιεφ, ίσως και του Τολστόι στο πρόσωπο του Βρόντσκι, για να φτάσουμε έως τον Τσέχωφ, στις αρχές πια του επόμενου αιώνα, δεν είναι παρά κριτική στην συντηρητική και επιφανειακά ευρωπαίζουσα ρωσική αριστοκρατία, η οποία βρίσκεται μακράν νυχτωμένη απ’ όσα πραγματικά καινούργια συντελούνται στην Ευρώπη. Είναι άξιο αναφερθεί ότι ο «Ονιέγκιν» επηρέασε και την ρωσική κοινωνία του καιρού του. Όπως αναφέρει ο Figes, οι απλοί ανεπιτήδευτοι  τρόποι της Τατιάνας, η φυσικότητά της και το απλό ντύσιμό της έγιναν μόδα στις κυρίες της ρωσικής αριστοκρατίας και το ντύσιμό τους πέρασε ως «Ονιέγκιν»! Λέει λοιπόν η Τατιάνα στον Ονιέγκιν:

 

Mου φαίνεται, Ονιέγκιν, πως ετούτη η ανιαρή

χλιδή και το χρυσάφι,/ οι δεξιώσεις οι λαμπρές,/

τα τόσα πλούτη που απολαμβάνει των πριγκίπων το σινάφι/ στο σπίτι μου είναι κενά…Να την αλλάξω/

τούτη την ψεύτικη ζωή, να τα πετάξω/ πως θα’ θελ’ όλα :αίγλη, μόδα, γοητεία/ και να επιστρέψω στα καλά μου τα βιβλία/….»   

 

Ο Τσαικόφσκι άρχισε να συνθέτει την μουσική της όπερας την Άνοιξη του 1877 πάνω σε λιμπρέτο του Konstantin Shilovsky και πάντα με τη δική του επίβλεψη. Μάλιστα σε κάποια σημεία έκανε και δικές  του παρεμβάσεις χωρίς όμως να αλλοιωθεί το ύφος και η γλώσσα  του Πούσκιν. Η όπερα θα ολοκληρωθεί τον Ιανουάριο του 1879  θα χωρίζεται σε τρεις πράξεις και δεν θα είναι γραμμική. Εστιάζεται δηλαδή στις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του Ονιέγκιν. Κάνει πρεμιέρα στις 29 Μαρτίου 1879 στο Θέατρο Μάλι της Μόσχας με διευθυντή τον Nikolai Rubinstein. Στο Μπολσόι θα ανέβει τον Ιανουάριο του 1881 αλλά την μεγάλη της επιτυχία θα γνωρίσει η όπερα στο Αμβούργο στις 19 Ιανουαρίου 1888 με διευθυντή τον Gustav Mahler, τόσο που κάποιοι αποδίδουν την τόση επιτυχία περισσότερο στον μαέστρο και λιγότερο στην ίδια την όπερα!

Στην Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στις 24 Μαρτίου 1920. Από τότε η κορυφαία νεουρκέζικη σκηνή  θα ανεβάσει τον «Ευγένιο Ονιέγκιν» πολλές φορές με την τελευταία να έχει κάνει πρεμιέρα στις 23 Σεπτεμβρίου, και την οποία θα δούμε κι εμείς, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και σε μια σειρά επιλεγμένες, ανά την Ελλάδα, αίθουσες,  στις 5 Οκτωβρίου, σε αναμετάδοση , στο πλαίσιο του εξαιρετικά επιτυχημένου προγράμματος “The Met: Live in HD” που στηρίζει ο ANTENNA. Διευθύνει ο διάσημος Ρώσος μαέστρος Βαλέρι Γκερκίεφ, στον ρόλο του Ονιέγκιν, ο Πολωνός βαρύτονος Μάριους Κβίτσιεν, και της Τατιάνας η σούπερσταρ υψίφωνος Άννα Νιετρέμπκο.           

 

Έλενα Χουζούρη

Προηγούμενο άρθροΝυχτερινό – και αργόσυρτο- τρένο για την Λισαβόνα
Επόμενο άρθροΗ Κέρκυρα, η όπερα, τα παλιά μεγαλεία ..

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here