Επόμενη στάση:Μέγαρο Μουσικής;

0
213

Της Έλενας Χουζούρη.

Μπήκα για πρώτη φορά στο Μέγαρο Μουσικής λίγους μήνες πριν τελειώσει και αρχίσει η λειτουργία του. Μαζί μου ο φωτογράφος του περιοδικού ΕΝΑ του οποίου δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομα. Ρεπορτάζ εγώ, φωτογραφίες εκείνος. Η άδεια για να γίνει ρεπορτάζ και προπαντός φωτογράφιση είχε δοθεί με χίλια ζόρια. Νομίζω ότι επρόκειτο για το παρθενικό του Μεγάρου ρεπορτάζ. Είκοσι τρία χρόνια μετά και με νωπή την είδηση ότι και το Μέγαρο οσονούπω  θα βγει στο σφυρί, φέρνω στο νου μου τις πρώτες μου εντυπώσεις από την μερικές φορές έως και επικίνδυνη- ανέβα κατέβα σε εσωτερικές σκαλωσιές-  περιήγηση μου στο υπό κατασκευή Μέγαρο και προπαντός στην Αίθουσα που θα ονομαζόταν  Φίλων της Μουσικής  και σήμερα «Χρήστου Λαμπράκη». Ούσα λάτρης  της μουσικής –κατά δεύτερο λόγο της λογοτεχνίας τολμώ να ομολογήσω- οι μοναδικές μουσικές διέξοδοι που η ελληνική πολιτεία και το αθηναικόν της κέντρο μου προσέφερε έως τότε συνοψίζονταν βασικά στις δυο τρεις καλοκαιρινές συναυλίες του Ηρωδείου και σ εκείνες –πολύ περισσότερες- στο θέατρο του Λυκαβηττού οι οποίες ευτυχώς είχαν αρχίσει και πύκνωναν από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά με μετακλήσεις κορυφαίων  μουσικών της τζαζ [Μάιλς Ντέηβις, B.B KING, Kηθ Τζάρετ και άλλων] της κλασικής ροκ [Σαντάνα,], της νεώτερης ροκ [DEAD CAN DANCE] και άλλων πολλών.  Τον χειμώνα; Ακόμη θυμάμαι την χωρίς θέρμανση και με κάκιστη ακουστική αίθουσα του ΠΑΛΛΑΣ –πριν ανακαινιστεί- όπου η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών προσπαθούσε να δώσει τις συναυλίες της. Οι  συνεχείς διαμαρτυρίες της έπεφταν σε ώτα βαρυκόων. Η Λυρική Σκηνή; Παρά την από πολλών ετών παρουσία της στο αθηναικόν άστυ δεν είχε κατορθώσει να προσελκύσει ένα ευρύτερο κοινό ούτε να πείσει για την αρτιότητά των παραστάσεων της. Η όπερα; Είδος ταυτισμένο με κάποιους ημιπάλαβους που μιλούν άδοντες για την πλειονότητα των Ελλήνων και γενικώς προορισμένο για κάποιους υπέργηρους καθώς πρέπει κυρίους και κυρίες. Αλλά και η ίδια η λειτουργία  της Λυρικής μας Σκηνής, -ώρα έναρξης η 7η απογευματινή τότε-  η μη ανακαινισμένη  αίθουσά της   επί της οδού Ακαδημίας , οι  περιορισμένες σκηνικές της δυνατότητες, απωθούσαν παρά προσείλκυαν. Για τζαζ; Μοναδικές οάσεις, το Half Note και κάποια μπαράκια περί την Νεάπολη των Εξαρχείων. Αν γινόταν κάποιες ηχηρές ξένες  μετακλήσεις επιστρατεύονταν κινηματογράφοι όπως ο πάλαι ποτέ «Ορφέας» επί της Σταδίου. Η κραυγαλέα αυτή έλλειψη αιθουσών πήγαινε σετάκι με την έλλειψη ορχηστρών, συνόλων μουσικής δωματίου, εγχόρδων κ.λπ. Οι έλληνες μουσικοί κυριολεκτικά ασφυκτιούσαν και είτε έπαιρναν των ομματιών τους και έφευγαν είτε αναγκάζονταν να παίζουν σε νυχτομάγαζα για τον επιούσιο.

Τα είχα σκεφτεί άραγε όλα αυτά  όταν είχα αντικρίσει  την σχεδόν έτοιμη «Αίθουσα Φίλων της Μουσικής» και όταν άκουγα να μου εξηγούν τις δυνατότητες της, την τέλεια ακουστική της, την χωρητικότητά της; Το πιθανότερο. Το σίγουρο είναι ότι τα ξανασκέφτηκα σήμερα όταν διάβασα ότι και το Μέγαρο Μουσικής δεν αντιμετωπίζεται παρά ως ένα προσοδοφόρο φιλέτο προς πώληση και αξιοποίηση! Ότι και ο πολιτισμός δεν είναι πλέον παρά ένα κομμάτι που πωλείται και αγοράζεται σύμφωνα με τα κυνικά κελεύσματα της πιο ακραίας μορφής της περίφημης «ελεύθερης αγοράς». Υπερβαίνοντας  όμως  τα εμφανή συναισθήματα οργής που με κατέκλυσαν αισθάνθηκα την ανάγκη να ξαναπιάσω το νήμα από το πρώτο εκείνο ρεπορτάζ έως σήμερα  και να απαντήσω στο βασικό προς τον εαυτό μου ερώτημα: «Τι σου έχει δώσει το Μέγαρο Μουσικής είκοσι δύο χρόνια τώρα;» Αποσπασματικά έρχονται στο νου μου ήχοι, εικόνες, ήχοι και πάλι εικόνες. Ανεπανάληπτοι ήχοι από ορχήστρες όπως η Γκεβαντχάους της Λειψίας, της Φιλαρμονικής του Λονδίνου, της Φιλαρμονικής της Αγίας Πετρούπολης, της Φιλαρμονικής της Βιέννης, της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, της Φιλαρμονικής  της  Νέας Υόρκης, της Ακαδημίας του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών,  ήχοι από τις μεγαλύτερες,  παλαιότερες και σημαντικότερες ορχήστρες του κόσμου με έργα κορυφαία, μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς τα οποία δεν είχα ακούσει έως τότε ή ελάχιστα  είχα ακούσει. Και στο πόντιουμ μαέστροι-μύθοι, Κουρτ Μαζούρ, Κλαούντιο Αμπάντο, Ρικάρντο Μούτι και άλλοι. Ήχοι μοναδικοί από σολίστες-μάγους όπως ο   δικός μας Λεωνίδας Καβάκος,  η Μάρθα Άργκεριχ και όχι μόνον, ήχοι σχεδόν ουράνιοι από ορχήστρες εξαιρετικές , μικρές και μεγάλες, με τον Μπαχ να ακούει, από κάποια γωνίτσα  την εκτέλεση των Βραδεμβούργιων του και να κουνάει με ικανοποίηση το κεφάλι. Ήχοι, εικόνες και ερμηνείες από τα πιο προικισμένα πλάσματα του κόσμου της όπερας, με την όπερα να μπαίνει στη ζωή μου ορμητικά και να με κατακτάει εμένα που μέχρι τότε  την αντιπαθούσα σφόδρα. Τι να πρωτοθυμηθούν τα αυτιά μου, τα μάτια μου και η ψυχή μου από τις παραστάσεις όπερας που μου πρόσφερε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών; Τι να πρωτοθυμηθώ από τις παραστάσεις κλασικού μπαλέτου – ακόμα διατηρώ τα θαυμαστικά συναισθήματα για τον Μπαρίσνικοφ-    αλλά και σύγχρονου χορού από τα πιο καταξιωμένα χορευτικά σχήματα στον κόσμο; Να σταθώ ακόμη στις εξαιρετικές από κάθε άποψη βραδιές τζαζ και στα τριήμερα αφιερώματα με μετακλήσεις βιρτουόζων μουσικών, παλιών και νεώτερων; Να σταθώ στις εβδομάδες σύγχρονης ελληνικής μουσικής; Να θυμηθώ τα τόσα «Χριστούγεννα στο Μέγαρο»; Να θυμηθώ τις «Γέφυρες» με τις  εναλλακτικές μουσικές τους προτάσεις; Τους ήχους και τις εικόνες για τα παιδιά συν τα πολλαπλά και ευφάνταστα εκπαιδευτικά προγράμματα; Κι όλα αυτά που αποσπασματικά κατακλύζουν τη μνήμη μου σ ένα περιβάλλον όπου ο πολιτισμός κυριολεκτικά βοούσε. Ο πολιτισμός στον τρόπο που φερόντουσαν οι ταξιθέτριες, ο πολιτισμός στον τρόπο που σε εξυπηρετούσαν στα ταμεία, ο πολιτισμός στον τρόπο που σου μιλούσαν στις πληροφορίες, ο πολιτισμός στα μπαρ, ο πολιτισμός στον τρόπο- στα πρώτα χρόνια- με τον οποίο σε παρακαλούσαν  να μη βήχεις την ώρα της συναυλίας, του κοντσέρτου ή της παράστασης, ο πολιτισμός στις αντιβηχικές καραμελίτσες που σε περίμεναν στο μπαρ, ο πολιτισμός του να μάθεις να χειροκροτάς  όταν και όπου χρειάζεται κι όχι σα να είσαι στο νυχτομάγαζο, ο πολιτισμός  ΠΑΝΤΟΥ από την στιγμή που θα έμπαινες στο Μέγαρο Μουσικής. Διότι εκτός από τους ήχους και τις εικόνες που εισέβαλαν και  κατέκλυζαν εμένα και όλους τους άλλους, εκτός από  το ύψιστης αισθητικής και απόλαυσης καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, το Μέγαρο Μουσικής όλα αυτά τα χρόνια παρέδιδε μαθήματα πολιτισμού και πολιτισμικής συμπεριφοράς σ΄ ένα κοινό ελάχιστα εκπαιδευμένο προς αυτήν την κατεύθυνση, σ΄ ένα κοινό με εντελώς διαφορετικές προσλαμβάνουσες έως τότε. Διότι όταν έμπαινες στο Μέγαρο Μουσικής, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια όταν ελάχιστα ακόμα πράγματα είχαν αλλάξει στην Αθήνα, είχες την εντύπωση ότι μ΄ ένα απλό εισιτήριο, χωρίς διαβατήριο, βρισκόσουν στην Ευρώπη. Στην Ευρώπη που δεν είναι μόνον EUROGROUP, Τρόικα, Κομισιόν, Τράπεζες και οικονομικά συμφέροντα αλλά και  παράδοση αιώνων στη μουσική, στην όπερα, στον χορό με αντίστοιχες καλλιτεχνικές επιδόσεις, μεγάλα ονόματα, σπουδαίους χώρους και σκηνές και προπαντός μια κουλτούρα ευρύτατη που δεν περιορίζεται- όπως κάποιοι στην χώρα μας νομίζουν- στους λίγους και μυημένους.

Σκέφτομαι όμως ότι η παρουσία του  Μεγάρου Μουσικής έχει να επιδείξει και μια ακόμη εξίσου σπουδαία παράμετρο για τα πολιτιστικά μας πράγματα. Εκείνη της ευγενικής άμιλλας και του συναγωνισμού [ και όχι ανταγωνισμού, την ιδεολογική βάση του κοινωνικού δαρβινισμού]. Διότι η υψηλή ποιότητα των πολιτιστικών εκδηλώσεων του Μεγάρου Μουσικής έγιναν η αφορμή για να βελτιωθεί η ποιότητα και της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, και των αείμνηστων Συμφωνικών Συνόλων της επίσης αείμνηστης ΕΡΤ, και της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και των παραστάσεών της. Εξάλλου η ορχήστρα που δημιούργησε ο Σύλλογος Φίλων της Μουσικής, η Καμεράτα είμαι σίγουρη ότι  από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της υπό τη διεύθυνση του Αλέξανδρου Μυράτ, έως σήμερα υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου,  λειτούργησε  σαν παράδειγμα προς μίμηση καλλιτεχνικού ήθους και ποιότητας. Και επιτέλους και  η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών  και η Λυρική αρκετές φορές  και η Ορχήστρα των Χρωμάτων μπορούσαν αξιοπρεπώς να παρουσιάζουν τις συναυλίες τους και τις παραστάσεις τους  στις αίθουσες του Μεγάρου Μουσικής χωρίς να αισθάνονται απαξιωμένες και ριγμένες. Και τέλος διερωτώμαι; Είναι άραγε τυχαίο ότι λίγα χρόνια μετά την λειτουργία του Μεγάρου Μουσικής άρχισαν να δημιουργούνται και άλλοι χώροι με σαφώς βελτιωμένες προδιαγραφές;  Είναι τυχαίο ότι στο διάστημα των είκοσι αυτών χρόνων έχουμε την δημιουργία αρκετών μικρότερων αξιόλογων μουσικών σχημάτων, ότι έχουμε την διοργάνωση σημαντικών διεθνών φεστιβάλ κλασικής μουσικής, όπως για παράδειγμα στο Ναύπλιο, τη Σαντορίνη, την Κέρκυρα κι άλλα ; Φυσικά και δεν είναι τυχαίο. Είμαι απόλυτα πεπεισμένη ότι το Μέγαρο Μουσικής λειτούργησε σ’ ευρύτερο πολιτιστικό επίπεδο με πολλαπλούς αποδέκτες και δομικά παιδευτικά και πολιτιστικά αποτελέσματα που εκτείνονται ήδη σε δύο γενιές. Ακούω δεκαετίες τώρα ότι οι Έλληνες είναι αγενείς, στερούνται κουλτούρας, δεν είναι πολιτισμένοι διότι φταίει  το σχολείο, φταίει η παιδεία, φταίνε οι  γονείς και πάει λέγοντας. Ορίστε λοιπόν τώρα, μας δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουμε τι σημαίνει πολιτισμός και παιδεία πολιτισμού, πέρα από σχολεία, γονείς, και τα λοιπά στερεότυπα. Και σίγουρα ωφεληθήκαμε. Σίγουρα προσπαθήσαμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, για μας, για τους δικούς μας, για τη χώρα μας. Γιατί ο πολιτισμός, αν μη τι άλλο σε βοηθάει να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Και τώρα, κάποιοι που όλα αυτά τα χρόνια δεν πάτησαν το πόδι τους στο Μέγαρο Μουσικής εκτός από τις ελάχιστες εκείνες  περιπτώσεις που θα τους έδιναν την ευκαιρία να καλλιεργήσουν τις μικροπολιτικές τους φιλοδοξίες και σχέσεις, αυτοί οι κάποιοι που ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν επί της ουσίας για τον πολιτισμό,  ακαλλιέργητοι και οι ίδιοι –διότι πολιτισμός δεν είναι μόνον τα μάστερς και τα διδακτορικά περί την οικονομία και τις παραφυάδες της σε χάι αμερικανικά ή λονδρέζικα πανεπιστήμια- με τάσεις αντιπάθειας προς τον πολιτισμό και την κουλτούρα,  αυτοί λοιπόν οι κάποιοι  ετοιμάζονται να διαλύσουν και το Μέγαρο Μουσικής, να  βγάλουν στο σφυρί τα κτήρια και τις υποδομές του στο όνομα της αντίληψης ότι ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι κρατικοδίαιτος. Βεβαίως και δεν μπορεί στον βαθμό και στο μέτρο που οι κάποιοι υπόπτως υπονοούν. Ωστόσο είναι  γνωστό-τουλάχιστον στην Ευρώπη στην οποία διακαώς θέλουμε να ανήκουμε και σίγουρα ανήκουμε-  ότι τα κράτη βάζουν κι αυτά το χεράκι τους  για να υφίστανται πολιτιστικές δομές, φορείς και σχήματα πολιτισμού στις χώρες τους. Διότι ο πολιτισμός δεν είναι «μπίζνα», να βάζουμε κάτω τα τεφτέρια και να  υπολογίζουμε σε χρήμα τα κέρδη και τις ζημίες. Τα κέρδη στον πολιτισμό είναι άλλης τάξεως, πολύ βαθύτερα, πολύ ουσιαστικότερα πολύ πιο μακροπρόθεσμα  και ήδη τα ανάφερα  όσον αφορά το Μέγαρο Μουσικής.  Αλλά και με το μπακαλοτέφτερο αν τα υπολογίσουμε, το κράτος συμμετείχε στον προϋπολογισμό του Μεγάρου κατά 32% και το υπόλοιπο 68%  καλυπτόταν από τα  κέρδη  του ίδιου του Μεγάρου. Η δε κρατική επιχορήγηση για το έτος 2012 ανήλθε στο φοβερό ποσό των …τριών εκατομμυρίων ευρώ τη στιγμή που η Λυρική Σκηνή επιχορηγήθηκε με το ποσό των 26 εκατομμυρίων ευρώ! Γεγονός που σημαίνει ότι στη χώρα μας όλα είναι σχετικά. Ακόμα και τα περί κρατικοδίαιτου πολιτισμού.

Μήπως τελικά  όλη αυτή η φούρια να ξεμπερδεύουμε και με το Μέγαρο γιατί δεν έχουμε να το πληρώνουμε υποκρύπτει  δεσμεύσεις κάτω από το τραπέζι; Όσο για τον πολιτισμό ελάτε τώρα,  αρκεστείτε  στο πολυδιαφημισμένο  Μουσείο της Ακρόπολης [  γιατί εμένα  αυτό το Μουσείο δεν μου αρέσει και γιατί μου θυμίζει γκλαμουράτο κατάστημα έκθεσης αρχαίων αγαλμάτων;]. Αρκεστείτε στα λίγα και μικρά. Τα άλλα αφήστε τα για άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Σκέφτομαι με αφάνταστη θλίψη ότι πιθανότατα σε λίγο ακόμα και η στάση «Μέγαρο Μουσικής» δεν θα είναι παρά μια στάση χωρίς αναφορά. Μια στάση χωρίς ζωή. Μια ακόμη δηλαδή στάση ανάμεσα στις τόσες που μας έχουν επιβληθεί, εκόντες άκοντες. Τόσο άδοξα  λοιπόν θα κλείσει εκείνο το γεμάτο  αισιοδοξία και χαρά ρεπορτάζ που ξεκίνησα πριν είκοσι τρία περίπου χρόνια για το Μέγαρο Μουσικής που επιτέλους η Αθήνα, η χώρα θα αξιωνόταν να αποκτήσει;

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ Εστία σε νέο βιβλιοπωλείο
Επόμενο άρθροΗ λογοτεχνία ως δρώμενο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here