Επιστημονική παραγωγή & επιστημονική απάτη

0
252

 

Θανάσης Καράβατος.

Παρουσιάζοντας τον Μάρτιο του 1896 την Επιτομή Θεραπευτικής των Εσωτερικών Νοσημάτων του επιάτρου Ι. Ε. Τυπάλδου, το περιοδικό Ιατρική Πρόοδος, έγραφε για τον συγγραφέα της: «Ευσυνειδήτως εργασθείς κατώρθωσε να πλουτίση την πενιχράν έτι ιατρικήν βιβλιοθήκην δι’ αξιολόγου και πλήρους θεραπευτικού συγγράμματος λίαν χρησίμου προς τους έλληνας ιατρούς. Ως βάσιν του έργου του έλαβεν ιδίως την λαμπράν εσχάτως εν Γερμανία εκδοθείσαν θεραπευτικήν του Penzoldt και Stinzing και το εκδοθέν εν Παρισίοις πρώτον τεύχος της θεραπευτικής του Robin».[1]

Κάτι ανάλογο αναφέρει ο καθηγητής νεοελληνικών σπουδών στο Μπίρμινχαμ της Αγγλίας Δημήτρης Τζιόβας για τους λογοτέχνες  της ίδιας εποχής, όπως ο Γρηγόριος Παλαιολόγος που έγραφε ο ίδιος για τον Πολυπαθή του: «Τινές εκ των χαρακτήρων της μυθιστορίας μου ευρίσκονται ίσως και εις άλλα ξένα συγγράμματα. Άλλος αντ’ εμού ήθελεν ίσως ειπεί, ότι των αγχινόων αι ιδέαι συναπαντώνται, ή ότι δεν είναι σφάλμα του εάν άλλοι τον επρόλαβαν∙ αλλ’ εγώ γινώσκω εμαυτόν, εάν δεν έχω άλλο προτέρημα δια να σας αποδείξω δε προς τούτοις ότι είμαι και ειλικρινής, ομολογώ ότι εδανείσθην τινάς ιδέας από αρχαιοτέρους ηθογράφους∙ αλλ’ ουδένα αντέγραψα».[2]

Αρχίζω με αυτά τα τυπικά δείγματα επιστημονικού και λογοτεχνικού «μεταπρατισμού» που χαρακτηρίζει τον ελληνικό 19ο αιώνα για να προσθέσω ότι μερικές φορές αυτού του είδους η εξ Εσπερίας μετακένωση, που κρατούσε από τον Κοραή, δεν ήταν παρά καθαρήλογοκλοπή. Σαν την καταγγελλόμενη από το ίδιο περιοδικό τον Ιούλιο του 1898, διά της γραφίδος του διευθυντή της Ι. Φουστάνου: «Ο εν Αθήναις αυτός κύριος μεγαλόσχημος της τετάρτης σελίδος των εφημερίδων, έσχεν όντως απίστευτον θράσος να δημοσιεύση εν τη εφημερίδι Άστυ κλινικάς παραδόσεις [εκείνη την εποχή  πολλοί καθηγητές του Πανεπιστημίου κατέφευγαν στις στήλες του τύπου για να αποφύγουν το υψηλό εκδοτικό κόστος των πανεπιστημιακών τους παραδόσεων] ως ιδίας εαυτού, ενώ λέξιν προς λέξιν μετέφρασε αυτάς εκ του συγγράμματος Alcune Lezioni cliniche του προ δεκαετίας εκδοθέντος υπό του εν Νεαπόλει επιφανούς καθηγητού AntonioCardareli. Το τοιούτον κατόρθωμα όμως του εν Αθήναις μεγαλοσχήμου φαίνεται ότι δεν είνε και πρωτοφανές δια τινας των αυτόθι επιτηδείων, διότι εσχάτως έτι είς των εν τη Ιατρική Σχολή διαπρεπών καθηγητών διηγήθη ημίν ότι εναίσιμον διατριβήν επί υφηγεσία υποβληθείσαν προ τινος τη Ιατρική Σχολή ανεκάλυψεν ούσαν πιστήν και κατά λέξιν μετάφρασιν μέχρι και αυτού έτι του τίτλου εξ αλλοτρίου έργου. Και εντούτοις ο κύριος ούτος …εγένετο και διατελεί ήδη υφηγητής!…»[3]

Ας έρθουμε στον καιρό μας. Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του Medline είναι πως, μαζί με την ανεύρεση ενός άρθρου, παρέχεται η δυνατότητα  να αναζητηθούν, με ένα απλό κλικ του «ποντικιού», όσα άλλα άρθρα συνδέονται θεματικά με αυτό (related articles). Πρόκειται για λίαν εύχρηστη βιβλιογραφική διευκόλυνση αλλά, σύμφωνα με το Science, και για πρωτότυπο …ανιχνευτή ηθικών παρεκτροπών, όπως π.χ. οι λογοκλοπές: ο Πολωνός χημικός μηχανικός Jendryczko «θα είχε συνταξιοδοτηθεί ήσυχα-ήσυχα, χωρίς να αντιμετωπίσει την κατηγορία ότι 30 άρθρα του ήταν προϊόντα λογοκλοπής», αν ένας άλλος ερευνητής δεν αναζητούσε άρθρα συνδεόμενα θεματικά μεταξύ τους στο PubMed.[4]

Παντού τα πάντα, που θα ’λεγε και η Κωνσταντιποπολίτισσα Μαρία Ιορδανίδου, διά στόματος Λωξάνδρας. Και πάντοτε, ας προσθέσω.

*

Ένα παλιό ρεπορτάζ του Νature αναφερόταν στη μεγαλύτερη, όπως έλεγε, ευρωπαϊκή περίπτωση απάτης: οι γερμανοί ερευνητέςFriedhelm Herrmann και Marion Brach είχαν παρουσιάσει κατασκευασμένα αποτελέσματα σε ιδιαίτερα φιλόδοξες έρευνες μοριακής βιολογίας του καρκίνου που δημοσίευσε το 1996 το περιοδικό Journal of Experimental Medicine.[5],[6] Κι όταν διαπιστώθηκε ότι 47 άλλα άρθρα τους περιείχαν απατηλά δεδομένα, ένα σημαντικό γερμανικό Ίδρυμα χρηματοδότησης ερευνών ανέλαβε να ερευνήσει τη «συγγραφική» τους παραγωγή σε 550 περιοδικά και στα 80 κεφάλαια βιβλίων που είχαν συγγράψει. O πρώτος εκ των συγγραφέων αρνήθηκε την ενοχή του, ενώ ο δεύτερος παραδέχτηκε ότι σε μερικά άρθρα αλλοίωσε τα αποτελέσματα. Ισχυρίσθηκε όμως πως ο συνεργάτης του ήταν ενήμερος για την απάτη. Φυσικά, και οι δυο έχασαν τη δουλειά τους.[7] Κανένα άρθρο τους δεν υπάρχει πλέον στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού, το δε περιοδικό Blood (1999, 93,10, 3573) απέσυρε 8 άρθρα στα οποία ήταν συνσυγγραφείς.

Ανάλογη περίπτωση αναφέρθηκε τον Ιούλιο του 1999: έρευνα στο Medline για τα έτη 1966-1997 αποκάλυψε την απόσυρση 235 άρθρων, εκ των οποίων τα 86 κρίθηκε πως ήταν προϊόν «παραπτωματικής συμπεριφοράς». Ο συγγραφέας σημείωνε ιδιαίτερα ότι αυτά τα 235 άρθρα είχαν ήδη αναφερθεί 2034 φορές σε άλλα άρθρα, μετά την εμφάνιση της αγγελίας για την απόσυρσή τους.[8]

Ένα άλλο μεγάλο σκάνδαλο αποκαλύφθηκε το 2006 από ερευνητική επιτροπή του πανεπιστημίου της Σεούλ Το «μεγαλύτερο στηνιστορία της επιστήμης», σύμφωνα με το περιοδικό Netherlands Heart Journal. Τα αποτελέσματα δύο άρθρων σχετικών με την τεχνολογία των βλαστικών κυττάρων, που προέρχονταν από κορεάτικο εργαστήριο το οποίο διηύθυνε ο Woo-Sul Hwang και είχαν δημοσιευτεί το 2004 στο Science, ήταν καθ’ ολοκληρία κατασκευασμένα.[9] Αποτέλεσμα, η απόσυρσή τους με σχετικό editorial του αρχισυντάκτη του Science Donald Kennedy.[10]

To 2011 δημοσιεύτηκε στο British Medical Journal ολοκληρωμένη η ιστορία του Dr Andrew Wakefield που είχε αρχίσει το 1966 με ένα άρθρο του που ενοχοποιούσε ορισμένο εμβολιασμό παιδιών στη Μεγάλη Βρετανία ως αιτία του αυτισμού. Το γεγονός πήρε μεγάλη έκταση με τη δημοσιότητα που του έδωσαν τα ΜΜΕ. Οι έρευνες που ακολούθησαν έδειξαν πως δεν υπήρχε καμιά σχέση μεταξύ αυτισμού και εμβολίου. Το General Medical Council αποκάλυψε πως υπήρχε άπατη: η περιγραφή των περιπτώσεων δεν αντιστοιχούσε στους επίσημους ιατρικούς φακέλους. Ο  Wakefield είχε χρηματοδοτηθεί από ένα λόμπυ που αντιτασσόταν στους εμβολιασμούς.[11]Έρευνα του 2009 μεταξύ 1552 οικογενειών στις ΗΠΑ ανέφερε ότι 25%  εξ αυτών δέχονταν ότι το εμβόλιο θα μπορούσε να προκαλέσει αυτισμό. 12% των γονέων είχαν, άλλωστε, αρνηθεί τουλάχιστον ένα εμβόλιο που τους είχε προταθεί για τα παιδιά τους.[12]

*

Η κατασκευή αποτελεσμάτων, η παραποίηση δεδομένων και η λογοκλοπή αποτελούν την γνωστή πλέον τριάδα fabrication,falsificationplagiarism (FFP – κατασκευή, παραποίηση, λογοκλοπή) η οποία, κατά το αμερικανικό Office of Research IntegrityRI – ori.dhhs.gov/reguide.htm), που λειτουργεί από το 1993, ορίζει την επιστημονική απάτη.[13] Δεν πρόκειται, βέβαια, για όσες έντιμες διαφορές στην ερμηνεία ή την κρίση των δεδομένων υπάρχουν. Νεότερες εισηγήσεις πρότειναν διάφορες προσθήκες, όπως την«απαλοιφή», δηλαδή την εξαφάνιση-παράλειψη των αποτελεσμάτων εκείνων που θεωρούνται μειονεκτικά για το επιθυμητό αποτέλεσμα μιας έρευνας. Ο Hilman ονόμασε παρα-απάτη (parafraud) τη μη δημοσίευση των αποτελέσματα μιας έρευνας που δεν στηρίζουν την υπόθεση εργασίας ή την παρασιώπηση δυσμενών ευρημάτων.[14] Το έχουν πει και «στόλισμα» των δεδομένων.[15]Μερικές φορές, όμως, η επιστημονική απάτη φτάνει μέχρι και την «κατασκευή» φανταστικών αρρώστων.[16] Μεταξύ 1993 και 1997, τoORI  δέχτηκε 1000 καταγγελίες, από τις οποίες έκλεισε τη διερεύνηση 150 υποθέσεων, θεωρώντας ότι, όντως, υπήρξε απάτη στις μισές από αυτές – στο 80% των περιπτώσεων διαπιστώθηκε παραποίηση αποτελεσμάτων∙ κάποιοι θεωρούν ότι αυτή είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι δεν είναι μεγάλη η έκταση του προβλήματος, επικαλούμενοι το γεγονός ότι μόνο κατά το 1998 είχαν δημοσιευτεί περί τα 1.000.000 άρθρα σε 5600 περιοδικά.[17] Πρόσφατα όμως, το 2011, διαπιστώθηκε σημαντική αύξηση της απόσυρσης άρθρων από το PubMed μεταξύ 2000 και 2010 που, ως ένα βαθμό, οφειλόταν και στην καλύτερη ανίχνευση της απάτης. Βρέθηκε επίσης πως στα αποσυρθέντα742 άρθρα το λάθος υπερτερούσε (73,5%) της απάτης (26,5%) ως αιτία, με τη δημιουργία ανύπαρκτων αποτελεσμάτων να υπερτερεί της λογοκλοπής. Στη δεύτερη αυτή κατηγορία υπήρχαν πολλοί υπότροποι.[18],[19] Ανάλογη έρευνα διαπίστωσε 10λασιασμό της απόσυρσης άρθρων στο διάστημα 1988-2008 αν και, όπως τονίζεται, δεν αφορούσε παρά μόνο το 0,02 των δημοσιεύσεων.[20]

 *

Tα φαινόμενα αυτά διαπράττονται, βέβαια, στα εργαστήρια ή όποιον άλλον τόπο επιστημονικής παραγωγής, πλην όμως παίρνουν δημόσια υπόσταση διά του επιστημονικού τύπου, εν αγνοία, προφανώς, των εκδοτών οι οποίοι έβλεπαν να αυξάνονται οι παραβιάσεις της παραδοσιακής ηθικής των επιστημονικών δημοσιεύσεων. Έτσι, στη Μεγάλη Βρετανία πολλοί εκδότες επιστημονικών περιοδικών πήραν την πρωτοβουλία και συγκρότησαν τον Απρίλιο του 1997 μια άτυπη Επιτροπή Ηθικής των Δημοσιεύσεων (Committe onPublication Ethics – COPE). Δεν έλειψαν οι προβληματισμοί σχετικά με τέτοιου είδους Επιτροπές. Όπως του καθηγητή Geir Jacobsenπου αναρωτήθηκε «αν έχουμε ανάγκη μιας αστυνομίας της έρευνας».[21] Η απάντηση ήρθε από έναν εκδότη, τον Michael Farthing, εκδότης του περιοδικού GUT (γαστροεντερολογίας και ηπατολογίας), που δήλωσε: «αν αστυνομία σημαίνει πρόληψη και εξιχνίαση του επιστημονικού εγκλήματος, τότε η απάντηση είναι κατηγορηματικά ναι».[22] Ένας άλλος εκδότης, ο Μichel Miguid, του περιοδικούNutritionπροβληματίστηκε με τις δυσκολίες ενός τέτοιου αστυνομικού εγχειρήματος και έγραψε στο Nature πως θα είναι δύσκολο να ανιχνεύσουμε τα δυο F (falsification, fabrication) ενώ το P (plagiarism) πέφτει ευκολότερα στην αντίληψή μας. Γι’ αυτό αρνήθηκε να παίξει το ρόλο «μυστικής αστυνομίας», δηλώνοντας πως στο περιοδικό τους ζητούν από τους συγγραφείς να υπογράφουν δήλωση επιστημονικής ακεραιότητας όταν υποβάλλουν για δημοσίευση μια εργασία τους.[23]

Το φαινόμενο αφορά στο ευρύτερο σύστημα παραγωγής και διάδοσης της επιστημονικής γνώσης. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας άλλος εκδότης επιστημονικού περιοδικού πρότεινε να προστεθεί στον ορισμό της επιστημονικής απάτης και η λεγόμενη «σαλαμοποίηση»μιας έρευνας, ο τεμαχισμός της δηλαδή σε πολλά δημοσιεύσιμα άρθρα. Δεν είναι, επίσης, τυχαίο ότι έγινε λόγος και για «βαλκανοποίηση των ερευνητικών δημοσιεύσεων», καθώς έχουν γίνει τόσο πολλά τα περιοδικά και τόσο πολλοί οι εκδότες.[24] Έμμεσα δε, πλην σαφώς, παρέπεμπε και στο περίφημο publish or perish, το οποίο καθορίζει, εν πολλοίς, την επιστημονική συμπεριφορά στον αναπτυγμένο κόσμο.[25] Το επιχείρημα ενισχύθηκε και από άλλη πλευρά. Πολλοί πιστεύουν ότι ελαφρύνουν την κατάσταση, αλλά μάλλον την επιβαρύνουν αποκαλύπτοντας το υπόστρωμα, όταν γράφουν ότι το επιδιωκόμενο δεν είναι τόσο η παραποίηση όσο ηαπλοποίηση των δεδομένων για να φτάσει ο παραποιών σε ένα συμπέρασμα που θεωρεί «σωστό».[26] Πέραν όλων αυτών, η ΕπιτροπήCOPE θεώρησε ότι το 13% των δημοσιεύσεων είναι περιττές.[27] Πρόσθετη επιβεβαίωση: «λιγότερο από το 5% των άρθρων, που δημοσιεύονται στα τρέχοντα περιοδικά, περιέχουν κάποιο μήνυμα επιστημονικώς βάσιμο και κατάλληλο για γιατρούς».[28] Oακαδημαϊκός βαθμός του associeted professor, ο οποίος βρίσκεται ένα βήμα πριν τον τακτικό καθηγητή, φαίνεται να προσελκύει τις περισσότερες κατηγορίες για απάτη. Το 31% των καταγγελιών αφορούσαν αυτόν τον βαθμό και σε αυτές βρέθηκε απάτη στο 38%.[29]

*

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατηγορία για επιστημονική απάτη μπορεί να καταστρέψει τη σταδιοδρομία του κατηγορουμένου, αλλά μερικές φορές και του κατηγόρου, όπως μπορεί και να σταματήσει την ερευνητική λειτουργία ενός Ιδρύματος, να τραυματίσει την εμπιστοσύνη για την έρευνα, αλλά και να προμηθεύσει «μια μεγάλη επιτυχία» στα media. [30] Το περιοδικό The Scientist επανήλθε στο θέμα με άρθρο της Alison McCook στο τεύχος του Ιουλίου 2009.[31] Αναφέρεται στο έργο του αμερικανικού Office of ResearchIntegrity (ORI) το οποίο κάθε χρόνο προσθέτει αρκετά ονόματα στη λίστα των ερευνητών που εντοπίζονται ως ένοχοι επιστημονικής απάτης. Τριάντα οκτώ ονόματα, ήδη από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο του 2009. Όλοι αυτοί αποκλείονται από χρηματοδοτήσεις, τυπικά για 3-5 χρόνια, ενώ στο πέρας της ποινής τα ονόματα διαγράφονται από τη λίστα. Φεύγει και η ντροπή; Το περιοδικό μίλησε με τρεις εξ αυτών και παρουσίασε, με αλλαγμένα τα ονόματά τους, τις εμπειρίες τους. Κάποιες λέξεις, όπως απόρριψη, ντροπή, αποτυχία, δυσμένεια, εγκαρτέρηση, είναι χαρακτηριστικές…

Σε πρόσφατο ειδικό αφιέρωμα στην «επιστημονική απάτη» του γαλλικού περιοδικού Presse Médicale (τεύχος 9 του 2012), το κύριο άρθρο του κλείνει με τα ακόλουθα : «Η απάτη υπάρχει εδώ και χιλιετίες και σε όλους τους τομείς. Δυστυχώς η επιστήμη δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι τεχνολογικές πρόοδοι έχουν τροποποιήσει τα μέσα για την απάτη. Η δύναμη των υπεύθυνων των περιοδικών και της επιστημονικής κοινότητας βρίσκεται επομένως στη γνώση και τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τα ίδια με τους απατεώνες τεχνικά μέσα για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Παρόλη την επαγρύπνηση που μπορούμε να έχουμε, μόνο μέσα από την ατομική ηθική του καθενός μπορούμε να περιορίσουμε – και ιδεατά να εξαφανίσουμε –την απάτη στον τομέα της επιστήμης».[32]

 


[1] Ιατρική Πρόοδος, μηνιαίον περιοδικόν σύγγραμμα, εκδιδόμενον εν Σύρω μετ’ εικόνων, υπό  Ιωάννου Α. Φουστάνου ιατρού, τ. Α, τχ 3, Μάρτιος 1896, σ. ΙΒ.

[2] Τζιόβας Δ. Πρωτοτυπία και αντιγραφή. Εφημ. ΒΗΜΑ 5/2/2006.

[3] Ιατρική Πρόοδος, τ. Γ ΄, τχ 8,  Ιούλιος 1898, σ. ΛΒ.

[4] Marshall E. Medline searches turn up cases of suspected plagiarism και The Internet: a powerful tool for plagiarism sleuths. Science, 1998, 279, 5350, 473-474.

[5] Abbott A. Fraud claims shake German complacency. Nature, 1977, 387, 750.

[6] Abbott A, Dalton A, Saegusa A. Science comes to terms with the lessons of fraud. Nature 1999, 398, 13-17.

[7] Schiermeler Q. Gene therapist accused of fraud to seek redress in Germany court. Nature 1997, 389, 105.

[8] Farthing MJG. Coping with fraud. The Lancet 1999, 354, 10-11.

[9] Vander Heyden MAG, van de Ven TD, Opthof T. Fraud and misconduct in science: the stem cell seduction. Netherlands Heart Journal 2009, 17, 1, 25-29.

[10] Kennedy D. Editorial retraction. Science 2006, 311, 335.

[11] Maisoneuve H, Floret D. Affaire Wakefield: 12 ans d’errance car aucun kien entre autism et vaccination ROR n’a ete montre. Presse Médicale 2012, 41, 9, 827-834.

[12] Freed Gl, Clark SJ, Butchart AT, Singer DC, Davis MM. Parental vaccine safety conserns in 2009. Pediatrics 2010, 125, 4, 654-659

[13] Smith R. Time to face up to research misconduct. BMJ, 1996, 312, 789-790.

[14] Letters Fraud, Some aspects do not fall within remit of bodies examining fraud. BMJ 1998/317/1590.

[15] Seror R, Ravaud Ph. Embellissement des données: fraude a minima, incompétence ou un mélange des deux. Presse Médicale 2012, 41, 9, 835-840.

[16] Βreimer L. Fair and efficient system of investigating alleged misconduct can be devised, BMJ 1998, 317, 1590.

[17] Abbott A, Dalton A, Saegusa A. Nature, 1999, 398, 13-17.

[18] Stern RG. Retractions in the scientific literature: is the incidence of research fraud incressing. Journal of Medical Ethics 2011, 37, 249-253.

[19] Stern RG. Retractions in the scientific literature: do authors deliberately commit research fraud. Journal of Medical Ethics 2011, 37, 113-117.

[20] Wager  E, Williams P. Why and how do journals retract articls? An analysis of medline rtractions 1988-2008. Journal of Medical Ethics 2011, 37, 9, 567-570.

[21] Jacobsen G. Do we need research police? Journal of the  Royal College of Physicians 1997, 31, 8-9.

[22] Farthing MJG. An editor’s response to fraudists. BMJ 1998, 316, 1729-1731.

[23] Meguid MM. Εditor’s responsibility in defeating fraud, Nature 1999, 399, 13.

[24] Delamothe T, Smith R. Moving beyond journals: the future arrives with a crash, BMJ 1999, 318, 1637-1639.

[25] Drummond R. An American perspective on research integrity. BMJ 1998, 316, 1726-28.

[26] Abbott A, Dalton A, Saegusa A. Nature, 1999, 398, 13-17.

[27] White C. Call for research misconduct agency, BMJ 1998, 316, 1695.

[28] Delamothe T, Smith R. Moving beyond journals: the future arrives with a crash, BMJ 1999, 318, 1637-1639.

[29] Mark Powell. Falsifying data is main problem in US research fraud review, BMJ, 1999, 318, 1164.

[30] Renni D. An American perspective on research integrity, BMJ 1998, 316, 1726-28.

[31] McCook A. Life after fraud. The Scientist 2009, 23, 7, 28-33.

[32] Guillevin L. la fraude en médecine. Presse Médicale 2012, 41, 9, 814-815.

 

Προηγούμενο άρθροΟι ερευνητικές βιβλιοθήκες και τα αρχεία ως αναγνωστική εμπειρία
Επόμενο άρθροΑντρέι Μπέλι : O Συμβολισμός

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here