Εξουσία πυρός (του Θανάση Αγάθου)

0
897

 

 

Του Θανάση Αγάθου (*)

 

Το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα είναι ένα ευφυέστατο, σαρκαστικό και σπαρακτικό μαζί, σχόλιο για τον αντίκτυπο της οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας στη μεσαία τάξη και την εξαθλίωση ενός σημαντικού μέρους της ελληνικής κοινωνίας κατά την ίδια περίοδο. Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Δημήτρης Αποστολάκης, είναι ένας μεσήλικας δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας που μένει άνεργος το 2011, όταν κλείνει η εφημερίδα, και ύστερα από μερικούς μήνες εγκαταλείπει τη γυναίκα του και τις δυο κόρες του και αποφασίζει να ζήσει ως άστεγος στους δρόμους της Αθήνας. Ο επιτυχημένος μεσοαστός μετατρέπεται σε απελπισμένο νεόφτωχο που χάνει τον αυτοσεβασμό του την περίοδο που η Ελλάδα γίνεται έρμαιο των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών. Η οργή του ήρωα για την τραγωδία που βιώνει ο ίδιος και οι γύρω του τον ωθεί να εκμεταλλευτεί την ικανότητα της πυρογένεσης ή πυροκίνησης, την οποία διαθέτει παιδιόθεν. Έτσι, επωμίζεται τον ρόλο ενός εκδικητή-τιμωρού που καίει τράπεζες, υπουργεία, εφορίες, τηλεοπτικούς σταθμούς, αστυνομικά τμήματα, γραφεία πολυεθνικών εταιρειών, εμπορικά κέντρα και οτιδήποτε άλλο θεωρεί υπεύθυνο για τη βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση που οδηγεί τον ίδιο στην ανεργία και στο status του άστεγου. Η πυρογενετική δράση του Αποστολάκη φτάνει στο σημείο να πυροδοτήσει μια λαϊκή εξέγερση που γίνεται γνωστή με το όνομα Μαύρες Γιορτές και συνταράζει την Ελλάδα τα Χριστούγεννα του 2013, κοστίζοντας τη ζωή σε δεκάδες ανθρώπους.

Ο αντιφατικός, στα όρια του αυτοκαταστροφικού, του ψυχωτικού και του «ψεκασμένου», χαρακτήρας του Δημήτρη Αποστολάκη σκιαγραφείται κατ’εξοχήν μέσα από την κεντρική αφήγηση του μυθιστορήματος, που είναι  το βιβλίο του Πυροδοτώντας τις Μαύρες Γιορτές-Το χειρόγραφο του ανθρώπου που έκαψε την Ελλάδα, που κυκλοφορεί το 2014, λίγο μετά τον θάνατό του, με βάση ένα χειρόγραφο-ημερολόγιο που επικεντρώνεται στην περίοδο που διάγει ως άστεγος, αλλά περιέχει και αρκετές αναλήψεις στα παιδικά και νεανικά χρόνια του, καθώς και στα χρόνια της ευμάρειας, της κοινωνικής και επαγγελματικής καταξίωσης και της οικογενειακής ευτυχίας. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για τη μόνη αφήγηση, αφού αυτή συνυπάρχει με αποσπάσματα από την εισαγωγή του Γιώργου Θεοδωρίδη, συναδέλφου και επιστήθιου φίλου του Αποστολάκη, στο παραπάνω βιβλίο και το ηλεκτρονικό αρχείο του με τίτλο “Mimis”, τα ηλεκτρονικά αρχεία της Λένας Αποστολάκη με τίτλους “S’ esena pou me akous”, “Hmerologia Monaxias”, “Se shesi me ton George Theodoridis”, άρθρα από εφημερίδες (Η Καθημερινή, Τα Νέα, Το Βήμα, Έθνος) και, κείμενα αναρτημένα στο Διαδίκτυο, αναρτήσεις και μηνύματα από το Facebook, γραπτά τηλεφωνικά μηνύματα, e-mails, συνθήματα γραμμένα με σπρέυ σε τοίχο πολυκατοικίας, απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα από την ενημερωτική εκπομπή του Mega Κοινωνία ώρα μηδέν και από βίντεο αναρτημένο σε ιστοσελίδα. Η καταιγιστική εναλλαγή των ετερόκλητων κειμενικών ειδών προσφέρει μια πολυφωνική διάσταση στο μυθιστόρημα και αξιώνει την προσοχή του αναγνώστη σχετικά με την αξιοπιστία της εκάστοτε αφηγηματικής φωνής. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Ραπτόπουλος αναφέρεται στην παντοδυναμία της ψηφιακής ενημέρωσης και επικοινωνίας στο «Σημείωμα του συγγραφέα», που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου, ενώ βάζει την ηρωίδα του, τη Λένα, σε ένα μέιλ της προς τον Γιώργο, να δίνει το στίγμα για την αφηγηματική τεχνική που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο υπό έκδοση βιβλίο του νεκρού συζύγου της, σχόλιο που αντικατοπτρίζει και τη μέθοδο που ακολουθεί ο ίδιος ο Ραπτόπουλος: «οφείλω να παραδεχθώ ότι θα χρειαζόταν ενδεχομένως ένα είδος μοντάζ, ίσως και μια τεχνική κολάζ, όπως συναρμολογούμε ένα παζλ» (σ. 72-73). Και λίγο παρακάτω, κάνοντας ευθεία παραπομπή στον Δράκουλα του Μπραμ Στόκερ, ως ένα βιβλίο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης, η Λένα αναφέρει: «αυτή η μορφή, ενός μωσαϊκού από ντοκουμέντα, ενός πάτσγουορκ, ενός καλειδοσκοπίου, πιστεύω ότι θα ήταν τέλεια για ένα βιβλίο σχετικά με τον Μίμη» (σ. 73).

Το ηλεκτρονικό ημερολόγιο της χήρας του Αποστολάκη είναι ουσιαστικά μια εκτεταμένη ερωτική επιστολή προς τον νεκρό άντρα της, ένα ανεπίδοτο γράμμα, μια εξομολόγηση αγάπης προς έναν νεκρό, που φωτίζει ποικίλες πτυχές της σχέσης του ζευγαριού και θυμίζει την αντίστοιχη επιστολή της χήρας του δολοφονημένου βουλευτή στο θρυλικό μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού Ζ, φανταστικό ντοκυμανταίρ ενός εγκλήματος· οι ημερολογιακές αυτές καταγραφές άλλοτε λειτουργούν ως ένα είδος εκτόνωσης, παραμυθίας, διαφυγής από την οδυνηρή πραγματικότητα της απώλειας του αγαπημένου («Από αυτή τη μαύρη τρύπα δεν μπορώ να ξεφύγω αλλιώς παρά μόνο γράφοντας, μόνο ανοίγοντας εδώ την ψυχή μου», σ. 39) και άλλοτε επιτείνουν το κενό της απουσίας («Και μήπως αυτές οι σημειώσεις, αυτά τα λόγια που σου απευθύνω εδώ, αντί να γεμίζουν το κενό της απουσίας και να σε ξαναφέρνουν κοντά μου, στην πραγματικότητα με κάνουν ακόμα πιο απαρηγόρητη, με κάνουν και υποφέρω ακόμα περισσότερο;», σ. 63). Αλλά και τα γραπτά του Γιώργου είναι, εν μέρει, μια ιδιότυπη ερωτική επιστολή προς έναν φίλο που σήμαινε πολλά γι’ αυτόν («Πίστευα ότι θα κρατούσα κάποιες σημειώσεις για την εισαγωγή στο βιβλίο με το χειρόγραφο του Δημήτρη, αλλά τελικά μου φαίνεται ότι κάθουμαι και του γράφω κάτι σαν ερωτική επιστολή», σ. 51) και που, εν τέλει, θα προδώσει μετά θάνατον συνάπτοντας ερωτική σχέση με τη χήρα του.

Ο Δημήτρης Αποστολάκης, η Λένα και ο Γιώργος Θεοδωρίδης συγκροτούν ένα ιδιότυπο ερωτικό τρίγωνο, που θυμίζει κάπως την κλασική ταινία Jules et Jim / Ζυλ και Τζιμ του Φρανσουά Τρυφώ. Δυο επιστήθιοι φίλοι με πολλά κοινά ενδιαφέροντα και κοινές πορείες, ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα, ένα πλάσμα αισθησιακό και δυναμικό, μια Μαινάδα με ένα σώμα ερωτικό και ανικανοποίητο. Στο πλαίσιο αυτό ο Άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα μπορεί να διαβαστεί και ως ένα μυθιστόρημα για τα όρια του έρωτα και της φιλίας, για τις ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται και μεταλλάσσονται στο πέρασμα του χρόνου, για τη συνύπαρξη τρυφερότητας και σκληρότητας, ρομαντισμού και έντονης σεξουαλικότητας σε τρεις ανθρώπους αλλοπρόσαλλους και ασυνεπείς.

Πέρα από τα παραπάνω, τέσσερεις άλλοι βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους κινούνται εξαντλητικά τα στρώματα της αφήγησης του Ραπτόπουλου είναι το σύμπαν των αστέγων, η πυροκίνηση, κατευθυντήρια δύναμη της πλοκής, οι Μαύρες Γιορτές και η πόλη της Αθήνας. Ο ήρωας, μέσα από το χειρόγραφό του, δίνει έναν βαθιά ανθρώπινο ορισμό του άστεγου («Μπορεί να περιστοιχίζεσαι από άπειρους περαστικούς όταν είσαι άστεγος. Είσαι, όμως, πολύ καθαρά, πολύ ανάγλυφα, όχι μόνο στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας, στο τελευταίο σκαλί, που πιο κάτω δεν έχει. Αλλά είσαι κι ένας μοναχικός πλανήτης, ο ορισμός του μοναχικού πλανήτη, του μοναχικού ανθρώπου», σ. 44). Επιπλέον, παρέχονται, συχνά με ωμό ρεαλισμό, πολλές λεπτομέρειες για τις συνθήκες ζωής τους, τις συνήθειές τους: φιγούρες όπως ο Τζίμης και η Μπουμπού, ο Σταμάτης, η Ωραία Γλωσσού, ο Μιχάλης ο βοσκός και πολλοί άλλοι που διασταυρώνονται με τον Αποστολάκη, κινούμενοι σε χώρους όπως το Ίδρυμα Αστέγων, τα συσσίτια της Σοφοκλέους, τα λουτρά, τα υπνωτήρια, οι καταυλισμοί. Ένας κόσμος χωριστά, γεμάτος αλληλεγγύη και σκληρότητα, αγάπη και βία που εμφανίζεται απροειδοποίητα.

Ένα άρθρο αναρτημένο σε αριστερίστικη ιστοσελίδα παρουσιάζει τις Μαύρες Γιορτές του 2013 ως «πανελλαδική εξέγερση των φτωχοποιημένων λαϊκών στρωμάτων» (σ. 90) και ως την τρίτη μεγάλη απόπειρα αντίδρασης του λαϊκού παράγοντα στα σκοτεινά σχέδια της διεθνούς τραπεζοκρατίας, μετά την εξέγερση της νεολαίας τον Δεκέμβριο 2008, απότοκο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, και το φαινόμενο των Αγανακτισμένων το καλοκαίρι του 2011. Ο ίδιος ο Αποστολάκης την εμπλοκή του στις Μαύρες Γιορτές την αποδίδει στον πατέρα του, που πεθαίνει τον Δεκέμβριο του 2008, όταν οι ταραχές με αφορμή τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου συγκλονίζουν την Ελλάδα.

Η πυροκίνηση –άξονας που κινείται στις παρυφές της παρωδίας– ορίζεται ως «η ικανότητα να ελέγχουμε τη φωτιά» (σ. 22) και υπάρχουν αρκετές παραπομπές σε ιστοσελίδες που ασχολούνται με παραφυσικά φαινόμενα (σ. 22-23). Η Δύναμη, κατά τη Λένα, είναι ένα είδος αντίδρασης του Δημήτρη, ακριβώς επειδή είναι πολύ υποτακτικός στη ζωή του και έχει καταπιέσει την αυταρχική πλευρά του, ενώ η κυριαρχική διάσταση που ο Δημήτρης επιδεικνύει στο σεξ ερμηνεύεται από τη σύντροφό του ως μια εκτόνωση της πιθανότητας να καταφύγει στη χρήση, στη διοχέτευση της Δύναμης. Η εκδήλωση της Δύναμης στον ήρωα συνδυάζεται με μιαν έντονη σωματικότητα, αποτυπωμένη στο έκζεμα και στον σεξουαλικό ερεθισμό που τον ακολουθούν κάθε φορά που ανάβει μια φωτιά.

Η παρουσία της Αθήνας είναι τόσο έντονη και λειτουργική, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για ένα ιδιόμορφο «αθηναϊκό» μυθιστόρημα. Παρά το γεγονός ότι η πυρογενετική δράση του ήρωα επεκτείνεται και στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες ελληνικές πόλεις, η απόλυτη πρωταγωνίστρια είναι η  Αθήνα: το κέντρο που μπαίνει στο στόχαστρο του ήρωα («Αχαρνών, Πειραιώς, Ακαδημίας, Σταδίου, Καραγιώργη Σερβίας, Αριστοτέλους, Μουσείο, Εξάρχεια, Κυψέλη, Πεδίον Άρεως, Ομόνοια, Ψυρρή, Πλατεία Βάθη, Βικτώρια, Πατησίων, Άγιος Παντελεήμονας», σ. 228), αλλά η Ακρόπολη (σ. 124), ο ιερός ναός του Αγίου Βασιλείου στο Περιστέρι (σ. 21), η διασταύρωση Εθνικής Οδού, λεωφόρου Κηφισού και Λένορμαν (όπου βρίσκεται το Γεφυρόσπιτο του άστεγου ήρωα, σ. 78), η οδός Αθηνάς, κάτω από την οποία βρίσκεται το στενάχωρο ίντερνετ καφέ όπου ο ήρωας καταστρώνει τα σχέδιά του, περιστοιχισμένος από μετανάστες (σ. 83), το Μοναστηράκι (σ. 123), η Αιόλου (σ. 131), η Πειραιώς, , η Σοφοκλέους (129), το Χαλάνδρι (123), το Μοσχάτο (σ. 141), η Κουμουνδούρου  (σ. 170), το Μεταξουργείο (σ. 80, 170), συνοικίες όπως η Νέα Ιωνία, η Φιλαδέλφεια, τα Άνω Πατήσια (σ. 126), η Αγία Παρασκευή (σ. 126). Η πόλη της Αθήνας εδώ είναι ένας χώρος δυστοπικός, σκοτεινός, αλλοτριωμένος από τη βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση, γεμάτος μυστικά, παγίδες και κινδύνους.

Ο Ραπτόπουλος έχει τοποθετήσει στο μυθιστόρημα ένα πλήθος από λογοτεχνικές, κινηματογραφικές, ζωγραφικές και μουσικές αναφορές, που είναι φανερό ότι παραπέμπουν σε προσωπικές ακριβές του προτιμήσεις –ο ίδιος, άλλωστε, δεν διστάζει, να επισημάνει στο «Σημείωμα του συγγραφέα» αυτοβιογραφικά στοιχεία που αξιοποιεί εδώ. Ο Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ (σ. 73), οι Ντιπ Περπλ και το τραγούδι τους “Stone on the Water” (σ. 191), οι Τρύπες και ο Γιάννης Αγγελάκας με το «Βάλε φωτιά σ’ ό,τι σε καίει» (σ. 20), το τραγούδι των Λεντ Ζέπελιν “Baby, since I’ve been loving you” από τον τρίτο δίσκο τους Led Zeppelin III (1970), η παλιά τηλεοπτική σειρά Ο φυγάς και η ταινία που βασίστηκε σε αυτήν (με πρωταγωνιστή τον Χάρισον Φορντ (σ. 140), ο πίνακας του ζωγράφου Μιχάλη Μανουσάκη (σ. 150). Ξεχωριστή βαρύτητα έχει η αναφορά στον Στήβεν Κινγκ και στις ταινίες που έχουν βασιστεί σε βιβλία του (σ. 316-317), όπως τα Stand by Me / Στάσου πλάι μου, The Green Mile / Το πράσινο μίλι και The Shawshank Redemption / Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ  και ιδίως η παραπλήσιας θεματολογίας ταινία Firestarter / Εξουσία πυρός, που συνάδει με την έντονη «κινηματογραφικότητα» της αφήγησης, με τις γοργές εναλλαγές αφηγητών-εστιαστών, ενώ η σκηνή της πρώτης εκδήλωσης της Δύναμης παραλληλίζεται με «απόσπασμα από βιντεοκλίπ, με βιντεοκλίπ που δεν υπάρχει, σε αντίθεση με τα υλικά του» (σ. 20).

 

Ο Ραπτόπουλος έχει συνθέσει με αληθινή μαεστρία και πάθος ένα πρωτότυπο καλειδοσκοπικό, πολυφωνικό μυθιστόρημα που εκπλήσσει με την οξύτητα της κοινωνικής παρατήρησης και τη διαύγεια της διερεύνησης του ανθρώπινου ψυχισμού και αφήνει μια αίσθηση μελαγχολίας και πικρής ειρωνείας για τη σκληρή ψηφιακή εποχή μας και το πολιτικό μέλλον της Ελλάδας και της Ευρώπης. Το μυθιστόρημα του Ραπτόπουλου αρνείται τις ετικέτες και λειτουργεί σε πολλά επίπεδα: παρωδία, μαύρη κωμωδία, θρίλερ φαντασίας, σχόλιο πάνω στην ηθική και οικονομική κρίση και στην έκπτωση του γραπτού λόγου, εν τέλει ένας ύμνος στο «υπερφυσικό», στο «φευγάτο», όπως εύστοχα το ορίζει ο Γιώργος Θεοδωρίδης σε μέιλ του προς τη Λένα Αποστολάκη, ταυτίζοντάς το με τη Δύναμη της Ζωής, της Ποίησης, της Φαντασίας και του Έρωτα, κόντρα στην ψυχρή λογική των χρηματιστών και των οικονομολόγων: «Για μένα, όπως και για τον Μίμη και για σένα [… ] το ‘υπερφυσικό’ απέχει ελάχιστα από την ποίηση, κι από τη βαθύτερη, τη φιλοσοφική ενατένιση των πραγμάτων. Υπερφυσικό, εκτός από το προφανές –το αντικείμενο της θρησκείας–, εκτός από το μεταφυσικό, το μυστικιστικό, είναι και το πνευματικό, το συμπαντικό, το αιώνιο. Κάτι που δεν χωράει στα κιτάπια των οικονομολόγων, των χρηματιστών, δεν χωράει στον πεζό, πρακτικίστικο, υπολογιστικό τρόπο σκέψης τους. Υπερφυσικό είναι αυτό που καταπατούν και φτύνουν και απεχθάνονται έμπρακτα όλοι αυτοί. Είναι ο έρωτας, ο αυθεντικός, πλήρης και επαναστατικός έρωτας, σε όλες τις εκφάνσεις του. Είναι η χαμένη αίσθηση του ιερού στις ζωές μας» (σ. 161-162).

 

Info: Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα, Κέδρος, Αθήνα 2018.

 

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here