Εντευκτήριο: 100+1

0
872

 

 

 

Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του Εντευκτηρίου στη  μετά – 100 εποχή του. Πρόκειται για το τεύχος με το νούμερο 101 και περιλαμβάνει σελίδες για την Άλις Μονρό (σε μετάφραση της συνεργάτιδας του “Α” Αλεξάνδρας Σαμοθράκη), ποίηση Μάρκου Μέσκου, Δήμητρας Χριστοδούλου, πεζά Τομπάιας Γουλφ, Γιώργου Συμπάρδη, Γιάννη Σκαραγκά, δοκίμια Νάσου Βαγενά, Πάνου Θεοδωρίδη, Γιώργου Βέλτσου και άλλη εκλεκτή ύλη.

 

ΠΟΙΗΣΗ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ  

«Μπορεί να περάσω μια μέρα γράφοντας και να θεωρώ ότι έχω πάει πολύ καλά· να έχω γράψει περισσότερες σελίδες από συνήθως. Μετά, ξυπνάω το επόμενο πρωί και συνειδητοποιώ ότι δεν θέλω να το ξαναπιάσω. Όταν με πιάνει μια τρομερή άρνηση να πλησιάσω κάτι, όταν πρέπει να πιεστώ για να συνεχίσω, γενικά ξέρω πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Συχνά, περίπου στα ¾ αυτού που κάνω, φτάνω σε ένα σημείο, σχετικά νωρίς, που σκέφτομαι να παρατήσω το συγκεκριμένο διήγημα. Περνάω μια-δυο μέρες κατάθλιψης, όλο γκρίνια. Και σκέφτομαι να γράψω κάτι άλλο. Είναι σαν ερωτική σχέση: ξεπερνάς την απογοήτευση και τη θλίψη βγαίνοντας με έναν άλλον άνδρα που δεν σου αρέσει καθόλου, αλλά δεν το έχεις καταλάβει ακόμη. Μετά, ξαφνικά, θα σκεφτώ κάτι για το διήγημα που μόλις παράτησα, θα καταλάβω τι πρέπει να κάνω. Αυτό όμως γίνεται μόνο αφού πω “Αυτό δεν πρόκειται να προχωρήσει ποτέ, ας το ξεχάσω”» εξομολογείται η Άλις Μονρό, βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 2013, στην εκτενή συνέντευξη που παραχώρησε πριν από λίγα χρόνια στο αμερικανικό περιοδικό Paris Review, μιλώντας για την τέχνη της γραφής ― τη δική της τέχνη (μετ: Αλεξάνδρα Σαμοθράκη).

Οι σελίδες για τη Μονρό συμπληρώνονται με επίσης εκτενές, προφητικό θα έλεγε κανείς, άρθρο του Τζόναθαν Φράνζεν για τον τρόπο με τον οποίο δομεί τα διηγήματά της η φετινή νομπελίστα (μετ.: Χρίστος Κρεμνιώτης).

Το τεύχος “ανοίγει” με τρία νέα ποιήματα του Μάρκου Μέσκου. Δημοσιεύονται ακόμη ποιήματα της Δήμητρας Χριστοδούλου, της Γλυκερίας Μπασδέκη, του Γιάννη Γκούμα, του Χρίστου Κρημνιώτη, του Δημήτρη Λεοντζάκου, του Γιώργου Κουτούβελα, του Μηνά Βλάχου και του πρωτοεμφανιζόμενου Αναστάσιου Θεοτόκη. Επίσης, της Βουλγάρας Νάντια Ραντούλοβα (μετ.: Ζντράβκα Μιχάιλοβα), του Ιταλού Φραντσέσκο Γκρατσιάνο (μετ.: Κρεσέντσιο Σαντζίλιο) και του Γάλλου Ερβέ Καρν (μετ.: Δημήτρης Νόλλας).

Στο ίδιο τεύχος, πεζά του του Γιώργου Συμπάρδη, του Γιάννη Σκαραγκά, της Μάρτυς Λάμπρου, του Νίκου Αδάμ Βουδούρη, της Χρύσας Φάντη, της Καίτης Στεφανάκη και των Τομπάιας Γουλφ (μετ.: Γιάννης Παλαβός), Νικ Παπαδημητρίου (μετ.: Γιάννης Θεοδοσίου).

Ακόμη, ο Νάσος Βαγενάς γράφει για την ειρωνική μεταφορά στην ποίηση της Δημουλά, ο Γιώργος Βέλτσος για τον Γιάννη Τσαρούχη, ο Πάνος Θεοδωρίδης για την αλληλογραφία Φόρστερ-Καβάφη και ο Απόστολος Ζιώγας για τη Χέρτα Μύλλερ.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΗ – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ – ZΩΓΡΑΦΙΚΗ Τέλος, κριτική θεάτρου της Ζωής Βερβεροπούλου, πληθωρική ενότητα με βιβλιοκρισίες (τις υπογράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μαρία Στασινοπούλου, Λίνα Πανταλέων, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Λάμπρος Σκουζάκης, Θωμάς Λιναράς, Άλκηστις Σουλογιάννη, Τέλλος Φίλης, Χρήστος Παρίδης και Μιχ. Γ. Μπακογιάννης, για βιβλία των Κάρολου Τσίζεκ, Γιώργου Λίλλη, Σάκη Σερέφα, Δημήτρη Καλοκύρη, Άκη Δήμου, Αμος Οζ, Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Μαργκερίτ Ντυράς, Γ. Χ. Ώντεν και Αναστάσιου Δρίβα) και τη στήλη του Γιώργου Κορδομενίδη «Βιβλία στο κομοδίνο».

Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Ingo Dünnebier, για τα οποία γράφει, μεταξύ άλλων, ο Ηρακλής Παπαϊωάννου: «Ο Ingo Dünnebier, στη σειρά “Blisters” (2002-2007), επιχειρεί μια πολύ διαφορετική, όσο και πρωτότυπη, κριτική προσέγγιση: φωτογραφίζει, σε συνθήκες ειδικού φωτισμού, πλαστικές συσκευασίες βιομηχανικών προϊόντων, το διαφανές δηλαδή interface που χωρίζει στο ράφι το αντικείμενο του πόθου από τον υποψήφιο ιδιοκτήτη του. […] [Οι συσκευασίες αυτές), αφανείς στη διαφήμιση, όπου όλα μοιάζουν γυμνά με έναν παραπλανητικό τρόπο, μετατρέπονται εδώ, μέσα από μια γοητευτική ανατροπή, σε πρωταγωνιστές της σκηνής και αναδύονται μια μια, με τυπολογική συνέπεια, μέσα από ένα απειλητικά σκούρο πλαίσιο».

Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν σχέδια του Απόστολου Βέττα. Ο ίδιος διευκρινίζει: « Τα σχέδιά μου δεν εικονογραφούν τα κείμενα που συνοδεύουν. Απλώς, συμπάσχουν με το περιεχόμενό τους. Ωστόσο, το καθένα από αυτά έχει την προσωπική του ιστορία, κυρίως σε θέματα φιλίας. Τα αφιερώνω στους φίλους μου, ιδιαιτέρως σε όσους έχασα».

Προηγούμενο άρθροΠοιοι είναι οι Ελληνοαμερικανοί;
Επόμενο άρθροΟ σουρρεαλισμός ζει

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ