Εκεί που δεν υπάρχει ζωή μετά θάνατον – μία ζοφερή Νέκυια (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

0
866
Χρόνης Μπότσογλου, Προσωπική Νέκυια

 

 

Του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

 

Nel mezzo del cammin di nostra vita/mi ritrovai per una selva oscura/chè la diritta via era smarrita

 Καταμεσής στην πορεία της ζωής μας/βρέθηκα σ’ ένα σκοτεινό δάσος/επειδή είχα χάσει το σωστό δρόμο

Δάντης «ΘείαΚωμωδία», Κύκλος της Κόλασης

 

*

Αλήθεια,  τί είναι αυτό που κινεί τον Νικήτα Σινιόσογλου, έναν νέον άνθρωπο, δεινό μελετητή της φιλοσοφίας, με περγαμηνές από τα καλλίτερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης, σε απανωτές διερευνητικές καταβυθίσεις και περιπλανήσεις σε θολές, σκοτεινές περιοχές των συνόρων, από τον «Αλλόκοτο Ελληνισμό», τον «Καρπό της ασθενείας μου», τα απομνημονεύματά του από τις επαφές με τα χαλάσματα των Αθηνών και τώρα τις «Μαύρες Διαθήκες»; Ποιο είναι το κίνητρο πίσω από αυτή την ψυχοδιανοητική «Οδύσσεια», και τις αλλεπάλληλες Νέκυιες, τις φιλοσοφικές επισκέψεις στον κόσμο των νεκρών (ή όχι και τόσο νεκρών) ψυχών; Γιατί δεν αναζητά τις απολαβές του στον κόσμο της κανονικότητας;

*

Μα, δεν υπάρχει στις μέρες μας ο κόσμος της κανονικότητας. Και όπου παριστάνει πως υπάρχει είναι έμφοβος, ερμητικά κλειστός σε τομές και εμπνευσμένα ανοίγματα, βαλτώδης.

Όχι μόνο στη χώρα μας, η οποία χρόνια τώρα υφίσταται ως αυτοκίνητο χωρίς ρόδες, με εκμηδενισμένη την παραγωγικότητα και στομωμένη την έμπνευση. Ούτε μόνο στις μεγάλες περιοχές του πλανήτη, κυρίως αυτές που σχετίζονται με τα πετρέλαια και τα ενεργειακά, που έχουν μετατραπεί σε τεράστια σφαγεία ανθρώπων ή σε τόπους ερεβώδους χάους σαν τον κόσμο των ταινιών Μαντ Μαξ. Η έννοια της κανονικότητας, όπως τη γνωρίσαμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή της ποικιλόμορφης εξέλιξης, τίθεται πια με πολλά ερωτηματικά για τις χώρες της λεγόμενης Δύσης, οι κάτοικοι των οποίων χωρών ζουν πλέον με την αίσθηση επιβατών οχήματος άγνωστης διαδρομής και προορισμού. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των καταστάσεων είναι η τεράστια δυσκολία, έως και αδυναμία, επέμβασης, το ότι δεν μπορείς να έχεις λόγο στα πράγματα, τουλάχιστον στη μεγάλη κλίμακα…

Σε μια τέτοια μαύρη θάλασσα ζητά να βρει άκρη ο Σινιόσογλου, καθώς ο κόσμος είναι σε κατάσταση «κωμικού ξυπόλυτου θιάσου, έργο τρομερό, … θανάσιμη τσουλήθρα, καταβόθρα, κολυμπήθρα…», όπως στη Μαύρη Θάλασσα του Σαββόπουλου. Ένας κρυφός νόστος τον κινεί: «Σε πηγή θολή και μολυσμένη την κρυφή μου αγάπη έχω βαφτισμένη, σε όλα υπερέχω, όλα τα ζητώ και τίποτα δεν έχω…».

Σ’ αυτές τις θάλασσες τον συναντάμε όσοι γοητευόμαστε από τις ψυχοδιανοητικές του περιπέτειες. Αλλά ας μιλήσουμε τώρα συγκεκριμένα.

*

Η επαφή μου με το βιβλίο «Αλλόκοτος Ελληνισμός», του Σινιόσογλου υπήρξε για μένα μία μέθεξη. Πρόκειται για ένα υψιπετές δοκίμιο που αναδεικνύει τη διαχρονική παρουσία στην ιστορία του Ελληνισμού – από την περίοδο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης έως αυτή της ίδρυσης του σύγχρονου ελληνικού κράτους, μιας ιδιότυπης «αριστοκρατίας του περιθωρίου», προσωπικοτήτων μεγάλου ψυχοδιανοητικού βεληνεκούς, που στάθηκαν απέναντι στις κυρίαρχες εξελίξεις.

Οι «Μαύρες Διαθήκες» αφορούν άλλου είδους προσωπικότητες. Πρόκειται για τους κατ’ εξοχήν διανοούμενους του Τρίτου Ράιχ Καρλ Σμιτ  και Μάρτιν Χάιντεγκερ, μέσα από τα ημερολόγιά τους, που γράφηκαν μετά την συντριβή του ναζιστικού καθεστώτος και ενώ οι ίδιοι αντιμετώπιζαν την πιθανότητα σοβαρής τιμωρίας τους από τους Συμμάχους.

*

 Οι συγγραφείς των «Μαύρων Διαθηκών»

Πριν ακόμα διαβάσω το βιβλίο και ακούγοντας γι’ αυτό, μου ήρθε στο μυαλό ο Δαμάσκιος, ο τελευταίος διευθυντής της Ακαδημίας του Πλάτωνος στην Αθήνα, πριν την κλείσει για πάντα ο Ιουστινιανός, τον 6ο μετά Χριστό αιώνα, μαζί με όλες τις σχολές αυτού του είδους σε ολόκληρη την ελληνορωμαϊκή οικουμένη. Τί είδους ημερολόγιο θα έγραφε άραγε ο Δαμάσκιος, για τις εμπειρίες του σε σχέση με την τύχη των φιλοσοφικών του ιδεών, ιδιαίτερα μετά την απογοητευτική τριετή παραμονή του στην Περσία του Χοσρόη, όπου κατέφυγε απελπισμένος με τους συντρόφους του μετά το κλείσιμο της σχολής του;

Όμως, ούτε ο Σμιτ (1888-1985) ούτε ο Χάιντεγκερ (1889-1976) είχαν σχέση με τον Δαμάσκιο. Ο πλατωνιστής φιλόσοφος είχε γεννηθεί σε μία εποχή όπου ο χριστιανισμός ήδη κυριαρχούσε σε όλα τα επίπεδα, από το κοινωνικό ως το καθεστωτικό. Όχι μόνον αυτό: επρόκειτο για έναν χριστιανισμό ακραία τιμωρητικό απέναντι στις ίδιες του τις αιρέσεις, στο εσωτερικό του, σύμφωνα με την ολοκληρωτική και επικρατούσα αντίληψη της μονοδοξίας, πόσο μάλλον απέναντι στην αλλοδοξία. Επομένως, οι αντιλήψεις του Δαμάσκιου λειτουργούσαν από την αρχή ως το τέλος πραγματικά ως «ιδέες εν κενώ», χωρίς συνάφεια με  το πνεύμα της εποχής του.

Δεν ίσχυε το ίδιο για τον Σμιτ και τον Χάιντεγκερ, οι οποίοι στην ακμή της διανοητικής τους πορείας συντονίστηκαν απολύτως με την ακμή του ναζισμού, λειτούργησαν κυριολεκτικά ως «οργανικοί» του «διανοούμενοι» με την γκραμσιανή έννοια. Όπως γράφει ο Σινιόσογλου στις «Μαύρες Διαθήκες»: «Ο Καρλ Σμιτ υπήρξε ο σπουδαιότερος νομικός του Τρίτου Ράιχ… Ως νομικός, τις πιο κρίσιμες ώρες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στα 1931-32, ο Σμιτ διατύπωσε τα επιχειρήματα που δικαιολογούσαν κι εν τέλει επέτρεψαν τη μετάβαση από την κοινοβουλευτική δημοκρατία στο προεδρικό καθεστώς σε συνθήκες εκτάκτου ανάγκης. Αναγνωρίζοντας εξαιρετικές αρμοδιότητες στον πρόεδρο του Ράιχ, ακόμα και την καταστρατήγηση συνταγματικών κανόνων, η επιχειρηματολογία του Σμιτ άνοιξε τον δρόμο για τη χαριστική βολή στην αρχή της πλειοψηφίας, αλλά και για τον έλεγχο του νομοθετικού έργου από την νομοθετική εξουσία».

«Κατόπιν», συνεχίζει ο Σινιόσογλου, «κατά την περίοδο πλέον του Τρίτου Ράιχ, ο Σμιτ δεν περιορίστηκε στον ρόλο απλώς ενός «συντηρητικού» νομικού. Απολαμβάνοντας τη στήριξη του Γκέρινγκ, έγινε αρχισυντάκτης της επίσημης νομικής επιθεώρησης του καθεστώτος, της Deutsche Juristenzeitung». Μέσα από τις σελίδες της έδωσε θεωρητικό προκάλυμμα στους διαβόητους φυλετικούς νόμους της Νυρεμβέργης (1935),  οι οποίοι στόχευαν στη διαφύλαξη της «καθαρότητας» του γερμανικού αίματος και λειτούργησαν ως νομικά ερείσματα για την «τελική λύση» του 1938.» … «Για τον Σμιτ οι Εβραίοι είναι ο εσωτερικός εχθρός, κι’ ας έχουν αφομοιωθεί στη γερμανική κοινωνία… Είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι… Ο εχθρός δεν είναι πια πολίτης με δικαιώματα, κι είναι συζητήσιμο αν λογίζεται άνθρωπος…» … «Η βιολογική εξόντωση των εσωτερικών «εχθρών» ήταν πλέον, με τη στήριξη του Σμιτ, νομικά έγκυρη και πολιτικά επιβεβλημένη. Τα πιο αδιανόητα εγκλήματα είναι πλέον δυνατά σε μαζική κλίμακα, εφόσον παρενδυθούν τις κατάλληλες διατυπώσεις».

Η εμπλοκή του Μάρτιν Χάιντεγκερ στη ναζιστική μηχανή είχε ορισμένως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Το φιλοσοφικό του έργο, με αιχμές το «Είναι και Χρόνος» και το «Τί είναι η Μεταφυσική;», τον είχαν κατατάξει ήδη από τη δεκαετία του 1920 ως διακεκριμένο φιλόσοφο στο πεδίο του υπαρξισμού. Το ζήτημα είναι ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1930 εναγκαλίστηκε τον καλπάζοντα προς την εξουσία εθνικοσοσιαλισμό του Χίτλερ. Πρόθυμα αντικατέστησε τον παραιτηθέντα για λόγους διαμαρτυρίας Πρύτανη του Φράιμπουργκ, και οι δημόσιες τοποθετήσεις του ήταν σαφώς  φιλοχιτλερικές. «Ο ίδιος ο Φύρερ», έλεγε, «και μόνον αυτός, είναι η γερμανική πραγματικότητα, παρούσα και μέλλουσα, και ο νόμος της». Η προβεβλημένη δράση του, πάντως, δεν κράτησε πολύ. Παραιτήθηκε από Πρύτανης στις αρχές του 1934. Όχι ακριβώς διαμαρτυρόμενος. Τα παιχνίδια εξουσίας έχουν τις δικές τους εσωτερικές αντιθέσεις.

Τα ημερολόγιά τους σε σχέση με την έννοια της ευθύνης

Τα «Μαύρα Τετράδια» του Μάρτιν Χάιντεγκερ και το «Glossarium» του Καρλ Σμιτ, οι «Μαύρες Διαθήκες» όπως εύστοχα τις αποκαλεί ο Σινιόσογλου, είναι οι ημερολογιακές καταγραφές των δύο διανοούμενων, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διαστήματος που κρινόταν, από τις συμμαχικές αρχές πρώτα και του Κράτους της Δυτικής Γερμανίας μετά, το μέλλον τους σε σχέση με τη μεταπολεμική Γερμανία. Ο Σμιτ είχε συλληφθεί για ένα διάστημα, εξετάστηκε μάλιστα η πιθανότητα να προσαχθεί ως κατηγορούμενος στη Δίκη της Νυρεμβέργης, ενώ για τον Χάιντεγκερ το πρόβλημα αφορούσε κατά βάση την επαγγελματική του αποκατάσταση. Τα ημερολόγια αυτά είναι ο άξονας του βιβλίου του Σινιόσογλου.

Περί τίνος πρόκειται;

Κατ’ αρχάς, έχει το ενδιαφέρον του ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν κρατούσαν ημερολόγια την εποχή της παντοδυναμίας του Τρίτου Ράιχ. Το κίνητρο της συγγραφής τους, επομένως, δεν μπορεί να είναι άσχετο με κάποια προσπάθεια δικαίωσης της συγκεκριμένης δραστηριότητάς τους στην υπηρεσία του καθεστώτος, είτε ως υπόβαθρο τη υπερασπιστικής τους γραμμής έναντι των Συμμάχων, είτε τακτοποιώντας «τα του εαυτού», είτε ως απόπειρα παρακαταθήκης προς τις επόμενες γενεές.

Υπήρχε όντως η δυνατότητα να υποστηριχθεί αξιόπιστα μία τέτοια προσπάθεια; Εδώ είναι απαραίτητη μία τέτοια διάκριση: υπάρχουν μεν κοινά στοιχεία στη διαδρομή και των δύο, αλλά η μία περίπτωση είναι διαφορετική της άλλης. Σε αντιδιαστολή με τον φιλόσοφο Χάιντεγκερ, ο οποίος οπωσδήποτε «έβαλε πλάτες» στο χιτλερικό καθεστώς στο γενικό επίπεδο, με το όνομα και το κύρος του, ο Καρλ Σμιτ είναι κάτι πολύ περισσότερο: ένας καθαρόαιμος τεχνικός της εξουσίας. Κατά κάποιο τρόπο το αντίστοιχο στο πεδίο της Νομικής, αυτού που ήταν ο Σπέερ στην Αρχιτεκτονική του εθνικοσοσιαλισμού. Η υψηλή κατάρτιση και των δύο, των Σμιτ και Σπέερ, όπως και η αποδοτικότητα και η επινοητικότητά τους, τους καθιστά πρόσωπα-κλειδιά, στην υπηρεσία των πολύ απαιτητικών στόχων της χιτλερικής μηχανής. Οι ιδέες τους δεν ήταν «ιδέες γενικά» – σαν αυτές του Δαμάσκιου, για παράδειγμα – ήταν ιδέες εφαρμοσμένες, με πολύ ισχυρής έντασης, συνθλιπτικές συνέπειες στη ζωή των ανθρώπων και τη λειτουργία της κοινωνίας, και οπωσδήποτε, τόσο ο Σμιτ όσο και ο Σπέερ είχαν πλήρη συνείδηση αυτών των συνεπειών. Για παράδειγμα, προκειμένου να υποστηριχθεί η γραμμή παραγωγής των ναζιστικών μνημείων που θα διαιώνιζαν το πνεύμα του εθνικοσοσιαλισμού, ο Σπέερ συντόνιζε την διαχείριση από τα SS των στρατοπέδων συγκέντρωσης, οι τρόφιμοι των οποίων εργαζόταν σε καθεστώς δουλείας προς αυτή τη κατεύθυνση. Ανάλογης ποιότητας ήταν και η διαχείριση των νομικών θεμάτων από τον Σμιτ.

Οι αναλογίες στη στάση των δύο ανδρών, ως τεχνικών της εξουσίας, συνεχίζονται και ως προς την υπερασπιστική τους γραμμή έναντι των Συμμάχων: «εγώ δεν ήμουν παρά ένας αρχιτέκτονας» έλεγε ο ένας, «…παρά ένας νομικός», ο άλλος (ημερολόγια κρατούσε και ο Σπέερ, η έκδοση των οποίων, υπό μορφήν απομνημονευμάτων, έγινε με μεγάλη προβολή το 1969),και ότι «δεν μπορούν να δικαστούν οι ιδέες». Το ότι οι ιδέες τους εφαρμοζόμενες προκάλεσαν τεράστιας κλίμακας εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, παραλειπόταν. Στο πεδίο της πραγματικότητας, δεν ήταν αυτά τα καταφανώς αβάσιμα επιχειρήματα που βοήθησαν «να πέσουν στα μαλακά» οι Σμιτ και Σπέερ (ο δεύτερος με αρκετά χρόνια φυλάκισης, πάντως απέφυγε την εκτέλεση στη Νυρεμβέργη και έζησε ελεύθερος το τελευταίο διάστημα της ζωής του, ο πρώτος με πολύ μικρό διάστημα φυλάκισης). Το πρόγραμμα «αποναζιστικοποίησης» των Αμερικάνων, λειτούργησε περισσότερο ώστε να γίνει φανερό στη γερμανική κοινωνία, το ποιοι ήσαν τα αφεντικά στη νέα κατάσταση. Γρήγορα, στο πνεύμα του Ψυχρού Πολέμου και προκειμένου η Δυτική Γερμανία να λειτουργήσει ως προμαχώνας της Δύσης έναντι τη Σοβιετικής Ένωσης, η πολιτική αντίληψη ως προς το ποιος είναι «φίλος» και ποιος «εχθρός», μεταβλήθηκε ριζικά.

Απολύτως χαρακτηριστική αυτής της ριζικής μεταβολής και ενός «χαλιού λήθης» που σκέπασε πολύ γρήγορα για την εσωτερική κοινή γνώμη της Γερμανίας το τι πράγματι συνέβη στη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ, είναι η περίπτωση της λεγόμενης δίκης του Άουσβιτς που έλαβε χώρα στην Φρανκφούρτη στη δεκαετία του 1960, με πρωτοβουλία του Γενικού Εισαγγελέα του κρατιδίου της Έσσης, Μπάουερ. Ο Μπάουερ κατάφερε να προχωρήσει τη δίκη με υπεράνθρωπες προσπάθειες έχοντας απέναντί του μεγάλο τμήμα του δικαστικού και άλλου κατεστημένου της χώρας, περιστοιχιζόμενος μάλιστα από μία κοινωνία που δεν γνώριζε τί είναι το Άουσβιτς. Βεβαίως, ο αριθμός των προσαχθέντων στη δίκη ήταν μόνο 22, από τους 5,000 ως 8,000 άνδρες των SS που συμμετείχαν στη διαδικασία του διαβόητου στρατοπέδου, κρινόντουσαν μάλιστα ένοχοι μόνο όσοι διέπραξαν έγκλημα με δική τους πρωτοβουλία, και όχι αυτοί που το έκαναν ακολουθώντας οδηγίες ανωτέρων  τους. Δεν είναι τυχαίο ότι τελικά καταδικάστηκαν μόνο έξι άνθρωποι σε ισόβια. Η υπόθεση της δίκης του Άουσβιτς αποδίδεται εξαιρετικά στη γερμανική ταινία του 2014 «Λαβύρινθος της σιωπής» (Im Labyrinth des Schweigens) του σκηνοθέτη Τζούλιο Ριτσαρέλλι.

*

Η ηθική και όποια άλλη ποιότητα των ημερολογίων

Ασχέτως αν τελικά Σμιτ και Χάιντεγκερ, για τους λόγους που μόλις εξηγήσαμε, πέσανε πολύ στα μαλακά σε σχέση με την απόδοση ευθυνών για τα πεπραγμένα τους τον καιρό των Ναζί, έχει το ενδιαφέρον του ότι στις Μαύρες Διαθήκες ουδέποτε υπερασπίστηκαν αυτό το έργο τους. Δεν υπάρχει δηλαδή πουθενά έστω κάποιο ψήγμα ακεραιότητας που να παραπέμπει σε διανοούμενους που υπερασπίζονται τις (όποιες) ιδέες τους. Σ’ αυτό το επίπεδο, αν βάλει κανείς δίπλα δίπλα την απολογία του Σωκράτη με αυτά τα γραπτά, είναι σα να συγκρίνεις το φως του αττικού ουρανού με τον αέρα των κρεματορίων.

Από κει και πέρα, σε ποια βάση να κριθούν αυτά τα ημερολόγια; Η βαθιά καλλιέργεια και των δύο, μαζί με το υψηλής στάθμης στυλ γραφής που διαθέτουν, συνιστούν αναμφίβολα πλεονεκτήματα, μα αποκλείεται να τα κρίνουμε μόνο γι’ αυτή τους τη διάσταση. Η παγκόσμια διαχρονική γραμματεία ξεχειλίζει από καλλίτερης ποιότητας κείμενα σ’ αυτό το επίπεδο.

Τότε; Με βάση την ποιότητα των ιδεών;

Από την ώρα που αναδείξαμε την απουσία της ακεραιότητας, δεν μπορεί να υπάρχει σ’ αυτά τα κείμενα μία εσωτερική συνέπεια. Όσα εμφανίζονται με ένδυμα ιδέας, επί της ουσίας δεν είναι παρά ιδεολογήματα, συχνά αντικρουόμενα, και σε συνάφεια με τα καταπιεσμένα αγοραία ιδεολογήματα που φωλιάζουν στα ερείπια της ναζιστικής Γερμανίας. Ακόμα και η έννοια του «αντάρτη» (ο Σμιτ εκδίδει το 1963 τη «θεωρία του αντάρτη») ή του λύκου και του λυκάνθρωπου είναι βαθιά πακτωμένη στο κλίμα της κατεστραμμένης Γερμανίας, όπως το ανέδειξε ο Λαρς φον Τρίερ στη συγκλονιστική ταινία του «Europa» (1991). Οι «λύκοι», οι «λυκάνθρωποι» και οι «αντάρτες» ήταν τα τρομοκρατικά δίκτυα των Ναζί που δρούσαν επιχειρώντας ανατινάξεις κ.λπ. στη Γερμανία κατά των Συμμάχων, μετά την παράδοση της χώρας.

Πολλά από τα ιδεολογήματα, με τα οποία είναι κατάσπαρτες οι «Μαύρες Διαθήκες»  δεν διέπονται από ένα κλίμα τομής, ούτε πρωτοτυπίας, αλλά αντλούν από το βαρύ, πηχτό υπόστρωμα αντιλήψεων της λεγόμενης «Μυστικής Γερμανίας», συνδεδεμένων με μυστικισμό, αποκρυφισμό, τελετουργίες, υπόγειες οργανώσεις. Αυτό το υπόστρωμα δεν το δημιούργησαν οι Ναζί. Είχε πάρει πολλές μορφές στην ιστορία της χώρας, και στις αρχές του 20ου αιώνα του έδωσε νέα, φανερή ζωή ο χαρισματικός Στέφαν Γκεόργκε – ο οποίος πάντως αρνήθηκε μέχρι τέλους τις δελεαστικές προτάσεις των χιτλερικών για συνεργασία. Τελικά οι Ναζί έδωσαν τη δική τους χροιά στην υπόθεση της «Μυστικής Γερμανίας». Το 7ωρο γερμανικό φιλμ «Χίτλερ» – Hitler, Ein film aus Deutschland του Χανς Γιουργκ Ζίρμπερμπεγκ είναι μία υποδειγματική πραγματεία γι’ αυτό το παραθρησκευτικό σύστημα δοξασιών και πρακτικών, που κορυφώθηκε με τον Χίτλερ για να καταστραφεί τελικά ολοσχερώς μαζί του.

Μ’ αυτήν την έννοια, οι δύο αυτοί άνθρωποι κάθε άλλο παρά βλέπουν το μέλλον: στην ουσία αναμασάνε τις διάχυτες, σχεδόν αγοραίες αντιλήψεις του παρελθόντος, οι οποίες δεν αντιστοιχούν σε τίποτα με την κατάσταση στην μεταπολεμική Γερμανία. Όχι μόνο αυτό: κορώνες του τύπου «Η Δύση τελειώνει…» έχουν περισσότερο σχέση με τα όσα έγραφε στη φίλη του στην Αθήνα ελληνικής καταγωγής νέος άνδρας στην υπηρεσία των Ναζί, για τους βομβαρδισμούς των γερμανικών πόλεων: «Ήρθε το τέλος του πολιτισμού…». Δεν γνωρίζουμε τί τύχη θα έχει ο πολιτισμός ή η Δύση, πάντως αυτοί οι άνθρωποι αναφέρονται ουσιαστικά στο τέλος της ναζιστικής Γερμανίας.

Επιπλέον, τι είδους μέλλον θα μπορούσαν να διαβλέψουν, αυτοί οι άνθρωποι των Ημερολογίων, όταν στα κείμενά τους εμφανίζονται να περιφρονούν την τεχνική, την τεχνολογία – παραβλέποντας ακόμα και σ’ αυτό το πεδίο, ότι χωρίς την τεχνολογία οι δυνάμεις των χιτλερικών θα είχαν ηττηθεί από την πρώτη μέρα του Πολέμου, οπότε αυτός δεν θα είχε εξελιχθεί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Με την περιφρόνηση της τεχνικής, και τη συνάφειά τους με την Μυστική Γερμανία, οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι καν αναχρονιστικοί, εμφανίζονται να ανήκουν στην προ-επιστημονική εποχή…

Κατά τα άλλα, ακόμα και εκεί που αποκηρύσσουν τον Χίτλερ, χρειάζεται να πλησιάσουμε με προσοχή. Πράγματι, ο Σμιτ κάπου καταλογίζει στρατηγικά λάθη και μωρία στον Χίτλερ [20.9.1947]. Αλλά, το κάνει αυτό, σε ποιο πλαίσιο; Σύγχρονοι νεοναζί μιλούν περιφρονητικά για τον Χίτλερ, όχι μόνο επειδή η εξύμνησή του απαγορεύεται από το Νόμο στη Γερμανία, άρα για «να πέσουν στα μαλακά», αλλά και επειδή θεωρούν ότι «δεν τα κατάφερε», ότι «έχασε τον πόλεμο»…

*

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί και μια άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση ημερολογίου αυτής της εποχής. Κυκλοφόρησαν μόλις πριν από λίγους μήνες στα αγγλικά τα ημερολόγια που κρατούσε κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1941-1945), ο Ernst Jünger (1895-1998), παρασημοφορημένος βετεράνος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που υπηρέτησε στον στρατό του Τρίτου Ράιχ κυρίως στο Παρίσι, αλλά και στον Καύκασο, και εντέλει φημισμένος συγγραφέας στη μεταπολεμική Γερμανία.

Στα ημερολόγια αυτά (ο ειδικός αγγλοσαξονικός τύπος τα χαιρέτησε με τίτλους όπως «Μέσα στην καρδιά του σκοταδιού»), υπάρχουν αρκετές αντιφάσεις. Κάπου αναφέρει ο συγγραφέας πως σοκαρίστηκε όταν είδε για πρώτη φορά Γάλλους Εβραίους να φοράνε το κίτρινο αστέρι (μα δεν είχε καταλάβει τι γινότανε στη Γερμανία;). Θορυβημένος στη συνέχεια από τις ειδήσεις για μαζικές εκτελέσεις στη Λιθουανία από εκτελεστικά αποσπάσματα, γράφει την 21η Απριλίου 1943: «Από ότι φαίνεται, αυτές οι εκτελέσεις θα σταματήσουν, γιατί έχουν προκρίνει ένα σύστημα θανάτωσης των θυμάτων τους με αέρια». Μπορεί να αναφέρεται αόριστα στους «θανατωτές», μα δεν παύουν να είναι αυτοί που ηγούνται του πολέμου, τους σκοπούς των οποίων ο Jünger εξακολουθεί να υπηρετεί, ενώ συνεχίζει τις καταχωρήσεις του στα ημερολόγια. Στον Καύκασο, όπου μετατίθεται για ένα διάστημα, πληροφορείται για τις θηριωδίες των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά ο ίδιος εξασκεί την «ελεύθερη βούλησή» του, όπως γράφει, μελετώντας, ως εντομολόγος, τα σκαθάρια του Καυκάσου…

Κατά τα άλλα, τον στενοχωρεί η επικράτηση της τεχνολογίας που μετατρέπει τους ανθρώπους σε ρομπότ, σε όλα τα πεδία, και οπωσδήποτε σε αυτό του πολέμου. Σε άλλες καταχωρήσεις, «προφητεύει» ότι οι ερειπωμένες από τους βομβαρδισμούς γερμανικές πόλεις, θα εξαμερικανιστούν στο μέλλον.

Έχει ενδιαφέρον ότι τα Ημερολόγιά του εκδόθηκαν στη Γερμανία το 1949, σηματοδοτώντας την είσοδό του κανονικά στη ζωή της μοντέρνας, μεταπολεμικής φάσης της χώρας του. Τα ημερολόγια τελικά, ασχέτως αν παρουσιάζονται ως γυμνές απευθύνσεις προς εαυτόν, μπορούν να εξυπηρετήσουν ένα σωρό σκοπιμότητες σε σχέση με τα στενά συμφέροντα των γραφόντων στων έξω κόσμο…

Καταλήγοντας

Στο παρόν κείμενο συνοψίζονται οι απόψεις του γράφοντος σε σχέση με τις «Μαύρες Διαθήκες» των Καρλ Σμιτ και Μάρτιν Χάιντεγκερ. Υπάρχουν όχι λίγα σημεία που οι απόψεις του γράφοντος διαφέρουν από αυτές του Σινιόσογλου, του συγγραφέα του δοκιμίου για τα όρια της ημερολογιακής γραφής. Η κριτική μου προσέγγιση θεμελιώνεται στην εκτίμηση ότι το κάθε βιβλίο είναι μία αφορμή «να πάμε τη συζήτηση πιο πέρα». Υπό την προϋπόθεση ασφαλώς το βιβλίο να συγκροτεί ένα ρωμαλέο υπόβαθρο, ώστε να ευνοεί μία τέτοια συζήτηση.

Ο Νικήτας Σινιόσογλου, όπως τον γνωρίζουμε από τον «Αλλόκοτο Ελληνισμό», αλλά και τις διεισδυτικότατες και εμπνευσμένες αφηγήσεις του από τις περιηγήσεις του σε ιδιόμορφα σημεία της Αττικής, διαθέτει μεγάλη τόλμη (δεν ενδιαφέρεται να είναι συμβατός με κυρίαρχα ρεύματα), τεράστια διανοητική περιέργεια, ακούραστη ενεργητικότητα και ριζικά εναλλακτική ματιά θέασης. Ο διάλογος μαζί του – δια των έργων του – είναι μια πολύ απαιτητική, μα και πολύ προσοδοφόρα διανοητική εμπειρία.

Αν λοιπόν στον «Αλλόκοτο Ελληνισμό» ο συγγραφέας ανέδειξε το πνεύμα της αντίστασης μιας διαχρονικής αριστοκρατίας του περιθωρίου, το πνεύμα του απέναντι, του να κολυμπάς ανάποδα στο ρεύμα,  δια της ανάδειξης υψιπετών προσωπικοτήτων, οι οποίες κατά τα άλλα θα μπορούσαν με τα προσόντα τους να είναι οι αντίστοιχοι Σμιτ και Χάιντεγκερ των καθεστώτων που αντιπάλευαν, στις «Μαύρες Διαθήκες» βλέπουμε αντίθετα το πνεύμα των καθεστωτικών που υπηρετούν χαλασμένα καθεστώτα. Το ότι αυτή η αποτύπωση γίνεται στη φάση που αυτό το καθεστώς έχει καταρεύσει συνιστά και τη μεγάλη ευστοχία  του Σινιόσογλου. Όπως έχει γράψει ο Paul Virilio: «αντιλαμβάνεσαι τα όρια των λειτουργιών του αυτοκινήτου σου όταν τρακάρει, όχι στις φάσεις που το κυκλοφορείς κανονικά στους δρόμους της πόλης…».

Τί βλέπουμε λοιπόν σ’ αυτά τα (εξαιρετικά καλογραμμένα) Μαύρα Ημερολόγια; Μέσα σε ένα κλίμα έντονης μνησικακίας (που παραπέμπει σε κανονικές διαθήκες ανθρώπων που στην τελευταία φάση της ζωής τους έπεσαν στα βράχια, μένοντας φτωχοί, γέροι και  μόνοι), αναμασημάτων παρηκμασμένων ιδεολογημάτων και προφητειών που περισσότερο μοιάζουν με κατάρες («να τι θα πάθετε, εσείς που δεν μας ακούσατε!»), βλέπουμε ανάγλυφα τη φύση αυτών που συνιστούν έναν καθεστωτικό εσμό, και συγκεκριμένα αυτών που χρησιμοποιούν τις διανοητικές τους αποσκευές προκειμένου να γίνουν συστατικό μέρος αυτού του εσμού…

Τον εσμό των καθεστωτικών αποκλείεται να τον συναντήσουμε αν ποτέ καταβυθιστούμε σε μία Νέκυια σαν αυτή της Ομηρικής Οδύσσειας – γι’ αυτούς δεν υπάρχει ζωή μετά θάνατον. Γράφοντας γι’ αυτούς μου ερχόταν διαρκώς στο μυαλό η ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη: «Διαρρήχτες του ήλιου, δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι, δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα, δεν ξέρουν τι χρώμα έχει ο ουρανός. Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι, δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν, παραμονεύουν με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα, με τις πέτρες των δειλών στα χέρια παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως…»

Όμως, στην κανονική ζωή του «πάνω κόσμου» θέλουμε δε θέλουμε πέφτουμε συνεχώς πάνω τους και όταν προκύπτει μια τέτοια συναναστροφή συχνά μπερδευόμαστε όσοι από εμάς θέλγονται από τον κόσμο των ιδεών, θεωρώντας ότι και αυτοί σ’ αυτόν τον κόσμο κινούνται, έστω και στην απέναντι από μάς όχθη. Η μεγάλη προσφορά του Σινιόσογλου είναι ότι μας προσφέρει το υπόβαθρο ώστε να αντιληφθούμε με διαύγεια ότι δεν είναι οι ιδέες που κινούν τον εσμό των καθεστωτικών των «χαλασμένων» καθεστώτων – των ημερών μας, των ημερών που πέρασαν, κι’ αυτών που θάρθουν…

Πολύτιμη διάκριση, που μας ξεφορτώνει από έναν σωρό προβληματισμούς που δεν έχουν λόγο να υπάρχουν, κάνει επομένως διαυγέστερη τη θέαση. Ταυτόχρονα, ανοίγει διάπλατα τον δρόμο να σκεφτούμε επί της ουσίας και από την αρχή τα δικά μας, όπως:

-Τί είναι αυτό που μας θέλγει στον κόσμο των ιδεών;

-Πόσες από αυτές είναι όντως ιδέες και όχι ιδεολογήματα; Ή έστω, ρηχές από πλευράς νοήματος κατασκευές μιας καλλιεργημένης προσωπικότητας;

-Πόση σχέση έχουν αυτές οι ιδέες με τη ζωή μας; Υπό ποιους όρους μπορούν οι ιδέες να διαπλάσουν τον εαυτό μας;

-Πότε μπορούν οι ιδέες να επηρεάσουν το πολιτικό πλαίσιο; Σε επαφή με ποιες κοινωνικές πραγματικότητες;

Όταν, κλείνοντας ένα βιβλίο προκύπτουν τέτοια θέματα, οφείλεις να το αναγνωρίσεις με σεβασμό. Ο Σινιόσογλου λειτουργεί για μια ακόμη φορά ως σκαπανέας σε αχαρτογράφητα πεδία.

*

Υπάρχει ένα θέμα με τις ιδέες και τα όριά τους: όσο θελκτικά είναι τα παιχνίδια του μυαλού, άλλο τόσο παραπλανητικά μπορεί να γίνουν, ειδικά όταν επιχειρούμε να αντιληφθούμε τα χαρακτηριστικά ενός ξένου ανοίκειου πεδίου.

Εδώ είναι απαραίτητο να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ του διανοούμενου (intellectual) και του ακαδημαϊκού (scholar). Κατά κάποιο τρόπο, ο πρώτος λειτουργεί με ένα καλειδοσκόπιο, προκειμένου να προσεγγίσει το σχήμα της ζωής, ο δεύτερος με τηλεσκόπιο, για να αντιληφθεί το υπόβαθρο και τα ειδικά χαρακτηριστικά της. Γενικά, ο συνδυασμός των δύο ιδιοτήτων είναι αυτός που ανοίγει την πόρτα του Παραδείσου. Μόνο το ένα, χωρίς το άλλο, είναι προβληματικό: σκέτες οι ιδέες μπορεί να καταλήγουν σε μετεωρισμούς, ενώ μόνο του το πραγματολογικό υπόβαθρο ενδέχεται να είναι κάτι το στείρο και το αποστεωμένο.

Δεν είναι πάντοτε εύκολος ο συνδυασμός. Οι διανοούμενοι έχουν την τάση να υπερεκτιμούν τη σπουδαιότητα άλλων διανοούμενων στην ιστορία των ιδεών, και οι ακαδημαϊκοί να διαβλέπουν μια ελαφρότητα στο έργο των διανοούμενων.

Προκειμένου πάντως να αντιληφθούμε ένα ξένο ανοίκειο πεδίο, οι ιδέες παίζουν το ρόλο εμπροσθοφυλακής: μας επιτρέπουν να εισχωρήσουμε σε περιοχές που ειδάλλως θα ήσαν μη προσβάσιμες στη διάνοιά μας. Στη συνέχεια, η πραγματολογική έρευνα είναι αυτή που θα διερευνήσει αν εκεί υφίστανται κατάλληλες συνθήκες για μόνιμη εγκατάσταση ή πρέπει να τις αναζητήσουμε αλλού…

*

Αλλά, αρκετά με αυτή τη ζοφερή Νέκυια. Το αίσθημα που μπορεί να έχει κανείς καταδυόμενος σ’ αυτή: «Τί γυρεύω εγώ σ’ αυτούς τους βάλτους…» μπορεί να γίνει απελευθερωτικό, φωτεινό. Ακόμα και στην πολύτιμη, εμβληματική Νέκυια του Οδυσσέα, ο πρωταγωνιστής γνωρίζει πολύ καλά ότι η παραμονή του εκεί δεν μπορεί να κρατήσει πολύ: «Κανένα πλάσμα του Θεού δε ζει σε τέτοιο βάθος…» Δεν μένει παρά να ευχηθούμε στον συγγραφέα και σε μας που συντονιζόμαστε μαζί του: «μαύρη θάλασσα κλειστή και η ψυχή μου χαρισμένη σ’ όποιον πιο πολύ σε θέλει». Ήλθε η ώρα για μία άλλη κίνηση: «Αργοναύτη μέσα στα σκοτάδια, με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια, προς τ’ άστρα της αβύσσου, προς τους ουρανούς φωταγωγήσου…»

~.~

info: Νικήτας Σινιόσογλου,«Μαύρες Διαθήκες – δοκίμια για τα όρια της ημερολογιακής γραφής», Κίχλη

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι δοκιμιογράφος.

Προηγούμενο άρθροΜέγας ει, Μίστερ (του Στρατή Χαβιαρά)
Επόμενο άρθροΝίκος Βέης, από το Βυζάντιο και τη νεοελληνική λογοτεχνία στον δημοτικισμό και τις σοσιαλιστικές ιδέες (του Β. Χατζηβασιλείου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ