εγώ η πιπή του στρατή χαβιαρά, esq. edu.

0
490

 

του Στρατή Χαβιαρά.

Στις μαθήτριες μου εκτός από τη Φωτεινή Πίπη.

 

Έβλεπα τα σπαρτά πλαγιασμένα είκοσι πέντε μοίρες και σκεφτόμουν αν μπήκε αύγουστος στα τσακίδια να πάει ο κύριος θάνος αφού πιο πολύ με σταλαγμίτη φαντάζει υγρός με προσμίξεις στο διπλό φεγγαρόφωτο φαινόμενο με τις γνωστές πολιτικές θέσεις των ουράνιων σωμάτων που δικαίως πυρπολούνται και αγνοούνται όπως ο θάνατος πού δεν έχει υποκοριστικό να γιατί πρώτα απ’ όλα βάζω το χέρι στην καρδιά και ύστερα φωνάζω με το στόμα κλειστό θάνο θάνο είσαι εδώ εγώ η πιπή η εφήμερη ερωμένη του όλη νύχτα στη δουλειά γράφε αλώνι όλη μέρα στο κρεβάτι όμως κι εσύ που με γράφεις ανοιχτά ποιος είσαι και με τι γυμνάζεις τα χείλη και τη γλώσσα σου αν δεν ανοίγεις τα αυτιά έστω τα μάτια σου στα τέρατα του πρωινού καφέ στα με κλίση σπαρτά του ουρανού στο κρεβάτι μ’ εκείνο το διπλό φεγγάρι αμνηστευμένο το δεύτερο να σκίζει τα σεντόνια το πρώτο κουνουπιέρες και κουρτίνες να επιστρέψουν στη ρότα τους ξέμπλεκα κι εγώ ποια πιπή να ’μαι πότε έτσι πότε αλλιώς μα μου κάνεις και μονόχειρη μπήγει τα γέλια ο θάνος που με θυμάται απ΄ τα δώδεκα μου και πώς όταν πήγαινα να φάω κάτι ή να μιλήσω πάντα έβαζα το ένα χέρι μπροστά να σκεπάσω το στόμα μου υποθέτω πως ντρεπόμουν για το τι φούρνιζα εκεί μέσα ή ξεφούρνιζα αλλά κοκκίνιζα όταν σκεφτόμουν τη δουλειά των χειλιών και της γλώσσας μου μπορεί γι αυτό ο κύριος μου να με φώναζε πίπη όπως φώναζαν οι φανατικοί παλαιοημερολογίτες τον αρχιεπίσκοπο αθηνών και πάσης σπυρίδωνα μεσούντος του εικοστού στα τέλη του οποίου για ένα φεγγάρι ενήλικη πλέον ζευγάρωσα κι εγώ έπαιξα μουσική άφησα τα μαλλιά μου να μακρύνουν κάπνισα καβαλίνα ήπια κρασί κι ας στέρεψε στο άψε από κοντά πανούκλα στην πανούκλα μολύνθηκαν όλα το φεγγάρι το χλομό και το ολόγιομο το φεγγάρι του λιμού και της λειψής αγάπης το φεγγάρι της έκλειψης ξέρεις κι εκεί που λέγανε τι απέγινε η πιπή να ’μαι ξανά μετά από τόσα φεγγάρια μια ώριμη γυναίκα λίγο παχουλή κι ένα γύρο ν’ αρχίζουν πάλι να σπαράζουν μουσικές ανδρικές υπολήψεις α κι ένα σωρό λυκόφωτα πού τα βάζεις τα λυκόφωτα ζυράννα μου αμ’ εσύ μαργαρίτα όμως εκείνο το ξερό μου εκεί αμετανόητο να βουλώνει το στόμα μου είτε μιλούσα είτε έπινα κι έφτυνα φτύνε στο χέρι σου τεντώνεται και χασμουριέται ο θάνος αλλ’ η εξίσωση αυτή ισοδυναμεί μ’ εκβιασμό εγώ αρνούμαι να παίξω μένω απ’ έξω τελεία I am through εγώ η πιπή με το χέρι ξέρεις πού εσύ μ’ έκανες να κλάψω τώρα κάνε με να γράψω πάω να μιλήσω αλλά ποιος να με ακούσει και να τα δάκρυα σταλαγμίτης με προσμίξεις βλέννας κλπ όμως δεν απελπίστηκα όλη τη νύχτα έσκαβα ν’ ανοίξω τρύπα διαφυγής για τη φωνή από το studio στην αλέα κι όταν το απόγευμα μου έφερνε ο θάνος τη δόση του εγώ μ’ ένα μικρό μολύβι σημείωνα στη χαρτοπετσέτα τη διάμετρο της τρύπας μου ευτυχώς εκείνος που όλα τα σφάζει είχε μόνιμα το ένα χέρι του πιο πάνω από το στόμα στα μάτια του κι αν μη τι άλλο πεταμένα λεφτά όπως έλεγε ο συχωρεμένος ο βαρβέρης που ’παιζε κι όλο κέρδιζε το ξερό μου ακόμα εκεί να μου κρύβει το στόμα ίσως γι’ αυτό όπως τόσοι απελπισμένοι ξεκινούν για την τέχνη μια ζωή γεμάτη θυσίες με σημειώσεις σε χαρτοπετσέτες κάπως έτσι κι εγώ η πιπή γράφω όσα είχα να πω και λίγα ακόμα από αυτά που το χέρι μου δεν άφηνε να ακουστούν άσχετο αν εκείνος που όλα τα σφάζει τα διαβάσει ποτέ ή όχι.

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΠ. Ένιγουεϊ : λόγος για την ποίηση
Επόμενο άρθροΟ γύρος του κόσμου με τη Μαρίζα Ντεκάστρο (της Τζίνας Καλογήρου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ