Δύο κούτες Μάλμπορο (διήγημα της Βάσως Χόντου)

0
519

Της Βάσως Χόντου (*)

O κύριος Τάκης, ο πατέρας του Κωστή, χειρουργήθηκε κοντά στα Χριστούγεννα. Έπεσε σ’ ένα χαντάκι, έσπασε το πλευρό κι αυτό του ‘ξυσε τον αριστερό πνεύμονα. Στο τσακ τον προλάβανε. Τον έβαλαν σ’ ένα δωμάτιο στον τρίτο όροφο του νοσοκομείου, με θέα τα μαγειρεία και μια πολυκατοικία με σκισμένες τέντες. Το δωμάτιο μύριζε κλεισούρα κι αντισηπτικό. Είχε τρία κρεβάτια, μερικές καρέκλες για τους επισκέπτες, έναν φουσκωτό αγιοβασίλη στην είσοδο και μια πορτοκαλί κουρτίνα που κρεμόταν μόνο απ’ τις ακριανές θηλιές. Όταν φύσαγε κι είχαν ανοιχτό το παράθυρο, η κουρτίνα έμοιαζε με αλεξίπτωτο που διασχίζει οριζόντια τον αέρα. Όταν πάλι είχε ήλιο, στο δωμάτιο έμπαινε μια φέτα φως, σαν μισός προβολέας που κινούνταν με τη φορά του ρολογιού. Τη στιγμή που το φως πέρναγε την πόρτα του θαλάμου, ο Κωστής ήξερε πως ήταν ώρα να φύγει.

Μαζί με τον κύριο Τάκη, νοσηλευόταν ένας σαραντάρης με σπασμένη λεκάνη κι ένας γέρος με καρκίνο στον προστάτη. Τα πρωϊνά ερχόταν η μάνα του σαραντάρη, μια ξερακιανή με μύτη γύπα, άνοιγε μια λεοπάρ τσάντα κι άπλωνε τα πράγματά της πάνω σ’ ένα τραπεζάκι από μελαμίνη. Τα τοποθετούσε πάντα με την ίδια σειρά. Κολλητά στον τοίχο έβαζε δυο πλαστικά μπουκάλια, το ένα με πορτοκαλάδα και το άλλο με γάλα, στη μέση ακουμπούσε μια σακούλα με μπισκότα βουτύρου και μπροστά άφηνε το τάπερ με τις πίτες. Καθόταν πάντα απ’ τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, ανάμεσα στον κύριο Τάκη και τον γιο της, και διάβαζε τηλεπεριοδικά.

Στο τέρμα του δωματίου, δίπλα στο παράθυρο, ήταν το κρεβάτι του γέρου. Στο νοσοκομείο λέγανε πως οι γιατροί τον είχαν ξεγράψει από καιρό, γι’ αυτό και τον πέταξαν στην Ορθοπεδική. Ανά δεύτερη μέρα μόνο τού γέμιζαν τον ορό με φάρμακο. Ο γέρος είχε βαμμένα μαλλιά, κίτρινα δόντια κι οι ώμοι του ήταν σκυφτοί λες και κουβάλαγαν αόρατους κουβάδες. Αν τον κοίταγες καλά, θα ‘βλεπες πάνω στο δέρμα του χιλιάδες κηλίδες. Καφέ, μαύρες, μικρές, μεγάλες, αχνές, έντονες, σε σχήμα βράχου ή μικρού αυγού. Η μάνα του σαραντάρη δεν τον πλησίαζε. «Μυρίζει θανατικό», έλεγε ψιθυριστά στον γιο της.

Κανένας δεν ερχόταν να δει τον γέρο. Τον φρόντιζε μόνο μια Ρωσίδα αποκλειστική, που είχαν βάλει τα παιδιά του. Τη λέγανε Ιρίνα. Εκείνες τις μέρες, φόραγε μια ιατρική ποδιά με ταράνδους κι ένα ζευγάρι ξύλινα τσόκαρα που ακούγονταν σ’ όλη την πτέρυγα. Ο γέρος τής ζήταγε συνέχεια να του τακτοποιήσει τα μαξιλάρια. Η ρωσίδα έβαζε το δεξί χέρι πίσω απ’ το κεφαλάρι, με το αριστερό μετακινούσε τον μοχλό του κρεβατιού κι εκείνος χωνόταν μέσα στο στήθος της. Το ανεβοκατέβασμα κράταγε μερικά λεπτά κι όταν τελείωνε, τα μάτια του γέρου κόλλαγαν στο ταβάνι.

Τα μεσημέρια, η ρωσίδα τον έπαιρνε αγκαζέ και πήγαιναν βόλτα στον διάδρομο. Εκείνος έκανε μικρά βήματα όπως τα χρονιάρικα μωρά και καμιά φορά πίεζε λίγο την πλαστική πεταλούδα που ήταν καρφωμένη στο χέρι του. Μόλις περνούσε μπροστά από όμορφη γυναίκα, τα μάτια του πήγαιναν πέρα-δώθε. Πρώτα κεντράριζαν, ύστερα σάρωναν το πρόσωπο, το σώμα, το μπρος, το πίσω, κι έπειτα έμεναν ακίνητα σαν πεθαμένα. Μερικές φορές, ο Κωστής τον έβλεπε να πετάει πράγματα στο πάτωμα. Πότε ένα πιρούνι, πότε την εφημερίδα, πότε το κουτί με τα μωρομάντηλα, πότε το βιβλιάριο υγείας. Η Ιρίνα έσκυβε, ο γέρος την κοιτούσε κι έβγαζε κάτι παράξενους ήχους.

Το πρωί της παραμονής, έξω απ’ τον θάλαμο ακούγονταν βήματα, κουβέντες, γέλια, κάλαντα και κάπου στο βάθος μια φάλτσα μελόντικα. Την προηγούμενη νύχτα, ο κύριος Τάκης δεν είχε κλείσει μάτι. Τον τράβαγαν τα ράμματα. Του ‘δωσαν ένα ελαφρύ ηρεμιστικό και μόλις αποκοιμήθηκε, ο Κωστής έβγαλε το κινητό απ’ την τσέπη. Μέσα στον θάλαμο, δεν μίλαγε με κανέναν. Τους βαριόταν. Καθάρισε την οθόνη πάνω στο χοντρό του πουλόβερ κι άρχισε να παίζει. Είχε κατεβάσει το Christmas Crisis, όπου ο Αϊ-Βασίλης ήταν μεταμφιεσμένος γκάγκστερ στο Ρίο ντε Τζανέιρο του 2050. Όταν κουράστηκε απ’ τις μεταλλάξεις, τους σκοτωμούς, τις ληστείες και τις ανατινάξεις αυτοκινήτων, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το πρόσωπο του γέρου. Τα μάτια του είχαν ένα αλλόκοτο πράσινο χρώμα κι έμοιαζαν ολοζώντανα. Ο Κωστής θα ορκιζόταν πως φωσφόριζαν στο σκοτάδι. Ο γέρος ανακάθισε στο κρεβάτι και τότε το αγόρι πρόσεξε στον λαιμό του μια ουλή που έμοιαζε με φιδόγλωσσο. «Καβγάς για μια παντρεμένη», του ‘πε εκείνος και πέρασε τα δάχτυλα πάνω απ’ το σκαμμένο δέρμα. «Τη χώρισα απ’ τον άντρα της. Παλιά. Τώρα μου μείνανε μόνο τα μάτια. Μ’ αυτά τα κάνω όλα. Πάω ταξίδια, χαϊδεύω, πηδάω, καπνίζω, τσακώνομαι, φχαριστιέμαι το φαΐ», του ‘πε και κοίταξε τη μάνα του σαραντάρη. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για μια στιγμή κι αμέσως χώρισαν όπως οι σφαίρες που εξοστρακίζονται πάνω σε τσιμεντένιο τοίχο.

Κάποια στιγμή, γύρω στο απόγευμα, ο θάλαμος άδειασε. Η μάνα του σαραντάρη τον έβαλε στο μπάνιο για να τον πλύνει, ο πατέρας του Κωστή κατέβηκε για αξονική κι η Ιρίνα φλέρταρε με τον τραπεζοκόμο δίπλα σε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με λαμπάκια που έπαιζαν μουσική. Ο γέρος κοίταξε πρώτα δεξιά, μετά αριστερά, δεν είδε κανέναν και τότε ζήτησε απ’ τον Κωστή να του ανάψει τσιγάρο. Ύστερα έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να καταπίνει αργά τον καπνό. Απ’ την πορτοκαλί κουρτίνα έμπαινε τώρα ένα θαμπό χειμωνιάτικο φως. Μετά την πρώτη ρουφηξιά, ο Κωστής άκουσε στον διάδρομο τα τσόκαρα της Ιρίνας. Άρπαξε το τσιγάρο απ’ το στόμα του γέρου, πέταξε τη γόπα στο πάτωμα, την πάτησε καλά κι ύστερα τον σκέπασε μ’ ένα σεντόνι. Μέσα στο δωμάτιο ακουγόταν το φουρφούρισμα από μια λάμπα νέον που ετοιμαζόταν να καεί.

Ο κύριος Τάκης πήρε εξιτήριο ανήμερα Χριστούγεννα. Ο Κωστής πήγε από νωρίς στο νοσοκομείο, ήπιε έναν φραπέ σκέτο στο κυλικείο και μετά πέρασε απ’ τον θάλαμο για να πάρει τον πατέρα του. Το κρεβάτι του γέρου ήταν άδειο. «Πέθανε τα ξημερώματα. Όλη τη νύχτα έβλεπε τσόντες κι αναστέναζε. Μας πήρε τ’ αυτιά», τον πρόλαβε η μάνα του σαραντάρη. «Καλά Χριστούγεννα παππού», είπε σιγανά ο Κωστής κι άφησε πάνω στο κρεβάτι δυο κούτες Mάλμπορο, τυλιγμένες με μια φτηνή ολόχρυση κορδέλα.

 

(*) “Η Βάσω Χόντου είναι Χημικός Μηχανικός. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά”.

Προηγούμενο άρθροΓια ένα αγόρι (της Χρυσούλας Γούναρη)
Επόμενο άρθροΓια το τραγούδι “πότε θα κάνει ξαστεριά” (της Ευγενίας Περυσινάκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here