Δύο και περισσότεροι λόγοι για να επινοήσει κανείς έναν φανταστικό φίλο (Tης Τασούλας Τσιλιμένη)

0
532

 

Τασούλα Τσιλιμένη. «Πώς να κρυφτείς απ΄τα παιδιά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα».

Η επινόηση φανταστικών φίλων από παιδιά προσχολικής ηλικίας θεωρείται από τους ψυχολόγους όχι απλά συνηθισμένο φαινόμενο αλλά και απολύτως φυσιολογικό(Marjorie Taylor: Imaginary Companions and the Children Who Create Them, 2001). Άνθρωποι ή ζώα, δημιουργήματα της φαντασίας των παιδιών, έρχονται αυτοβούλως για να τα βοηθήσουν να αναπτύξουν ή να βελτιώσουν το γνωστικό ή συναισθηματικό μέρος της προσωπικότητάς τους. Συχνά λειτουργούν ως συναισθηματική ασπίδα για τα παιδιά και τα απενοχοποιούν από πιέσεις και εσωτερικές εντάσεις. Τα παιδιά στο πρόσωπό τους αναζητούν έναν φίλο για να εμπιστευτούν ή να μοιραστούν μαζί τους μυστικά ή εμπειρίες. Μεγαλώνοντας  και καθώς κοινωνικοποιούνται, αποχαιρετούν τους φανταστικούς φίλους ανώδυνα και ενίοτε δεν τους θυμούνται καν.

Όλα αυτά τα γνωρίζει ο Τζάκσον, αλλά αναρωτιέται αν αυτό είναι φυσιολογικό όταν κανείς πάει στην πέμπτη τάξη δημοτικού, όπως ο ίδιος. Τον Κρένσο τον γνώρισε όταν πήγαινε στην πρώτη τάξη και κάποια στιγμή, δε θυμάται πότε και πώς, αυτός εξαφανίστηκε.  Ο Κρένσο, ο γάτος με τρίχωμα ασπρόμαυρο σαν πιγκουίνου, «μάτια με γυαλιστερό χρώμα πρωϊνής χλόης» και πορτοκαλί κασκέτο, ήρθε ξανά μια μέρα που ο Τζάκσον  με τη μικρότερη  αδερφή του έπαιζαν το παιχνίδι «μπολ για κορν φλέικς», που είναι «ένα κόλπο να ξεγελάς την πείνα σου». Έκτοτε ο Κρένσο θα γίνει η σκιά του Τζάκσον και θα τον συντροφεύει στις πιο δύσκολες στιγμές, όπως αυτή που βιώνει τώρα αφού και δυο του γονείς είναι άνεργοι και η οικογένεια άστεγη.

Το εύρημα του φανταστικού φίλου χρησιμοποιεί εύστοχα η συγγραφέας Κάθριν Άπλγκέιτ στο βιβλίο της Ο φίλος μου ο Κρένσο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση της Σέβυς Σπυριδογιαννάκη.   Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ομοδιηγητικός αφηγητής ο Τζάκσον αφηγείται την ιστορία του και ο αναγνώστης διαπιστώνει τους λόγους επινόησης του φανταστικού φίλου ακόμη και στην ηλικία των 11 χρόνων. Ο Τζάκσον εξομολογείται «…δεν είμαι ο τύπος ανθρώπου που έχει φανταστικούς φίλους»(17) και συνεχίζει «αγαπάω τη μαμά μου και τον μπαμπά μου και συνήθως και την αδερφή μου. Αλλά τελευταία είχαν αρχίσει πραγματικά να μου σπάνε τα νεύρα…με τους γονείς μου το πράγμα ήταν πιο μπερδεμένο…προσποιούνταν ότι όλα ήταν μια χαρά»(45). Ο σπουδαιότερος λόγος που ο Τζάκσον επινοεί και επαναφέρει τον Κρένσο είναι το γεγονός ότι οι γονείς του επινοούν το ένα ψέμα μετά το άλλο προκειμένου να μειώσουν το μέγεθος του προβλήματος που αντιμετωπίζουν (η ανεργία φέρνει την έξωση, την περιπλάνηση  και την εγκατάσταση της οικογένειας σε ένα φορτηγάκι). Μολονότι σκιαγραφούνται ως σύγχρονοι γονείς με αρκετές ελευθερίες στα παιδιά τους, με λεξιλόγιο κοντινό σε αυτό των παιδιών, με πρόθεση εξηγήσεων για όσα συμβαίνουν, παρόλαυτά πέφτουν στη γνωστή παγίδα των γονέων της προσποίησης και υπέρμετρης κατασκευασμένης αισιοδοξίας, προκειμένου να προφυλάξουν ή να αποκρύψουν το μέγεθος της απόγνωσης τους από τα παιδιά. Ο Κρένσο αναλαμβάνει το ρόλο του φίλου με τον οποίο ο Τζάκσον μοιράζεται τις σκέψεις του και κυρίως το θυμό του, την άρνησή του να δεχτεί τη νέα κατάσταση, η οποία τον οδηγεί στο σημείο να μιλά ακόμα και δημόσια στον Κρένσο. Νιώθει ντροπή όταν οι συμμαθητές του κάποια μέρα  διαπιστώνουν ότι μιλά «μόνος» του και τον κοροϊδεύουν.

Η συγγραφέας χωρίς να μασάει τα λόγια της, δείχνει καταστάσεις της σύγχρονης πραγματικότητας και σκιαγραφεί την ψυχολογία κάθε μέλους της οικογένειας. Ο Κρένσο θα βοηθήσει τον Τζάκσον να βρει το θάρρος να μιλήσει στους γονείς του και να τους ζητήσει το αυτονόητο: να σταματήσουν να του λένε ψέματα και να προσποιούνται. Τότε θα προκύψουν εξηγήσεις ουσιαστικές και ο αναγνώστης στα λόγια των γονέων του Τζάκσον θα συναντήσει απόψεις φιλοσοφικού χαρακτήρα, όπως «Επτά φορές να πέφτεις και να σηκώνεσαι οκτώ»(μαμά) και  του μπαμπά « Η ζωή είναι χαοτική. Είναι περίπλοκη. Θα ήταν ωραία αν η ζωή ήταν συνέχεια έτσι(ανοδική γραμμή). Αλλά στην πραγματικότητα η ζωή είναι συνήθως κάπως έτσι(σχεδίασε μια τρεμουλιαστή γραμμή). Ο Τζάκσον εν τέλει θα εξομολογηθεί στους αναγνώστες ότι το άρθρο που διάβασε για τους φανταστικούς φίλους εξηγεί ότι αυτοί εξαφανίζονται καθώς τα ενδιαφέροντα των παιδιών ωριμάζουν. Ο Κρένσο όμως του είπε ότι συνήθως δεν φεύγουν ποτέ, αλλά είναι σε αναμονή και διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή. Το τέλος ανακουφιστικό αλλά πολύ μακριά από το happy end. Ο πατέρας βρίσκει μια πρόσκαιρη ολιγόωρη απασχόληση και η οικογένεια μετακομίζει σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα γκαράζ. Το βιβλίο έχει έντονο το στοιχείο του ρεαλισμού, και βοηθά τον αναγνώστη να βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. Κυρίως δείχνει τον τρόπο σκέψης των σημερινών παιδιών που διατηρούν την παιδικότητα, αλλά ταυτόχρονα συμμετέχουν και στην κοινωνική πραγματικότητα που τα περιβάλλει. Είναι και διεκδικούν να είναι μέλη της.

Προηγούμενο άρθροΗ Μαριάννα Τζιαντζή και το τέλος της αυλής των θαυμάτων (του Φ. Φιλίππου)
Επόμενο άρθροΆγνωστες ή ξεχασμένες κριτικές (για) και συνεντεύξεις τού Νίκου Καζαντζάκη(Σ.Ν. Φιλιππίδης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here