Δημιουργική ανάγνωση και γραφή του πεζού λόγου (της Αγάθης Γεωργιάδου)

0
1300

 

της Αγάθης Γεωργιάδου (*)

Δημιουργική γραφή και δημιουργική ανάγνωση. Όροι που μπήκαν δυναμικά στην εκπαιδευτική διαδικασία, σε όλες τις βαθμίδες της. Δύο όροι που συνδέονται άρρηκτα, αφού χωρίς τη δεξιότητα της δημιουργικής ανάγνωσης δεν είναι εύκολη —αν όχι αδύνατη— η δημιουργική γραφή. Έτσι, το νέο βιβλίο του Σπύρου Κιοσσέ είναι εξαιρετικά χρήσιμο σε όσους διδάσκουν, αλλά και σε όσους διδάσκονται, την τέχνη της γραφής ή ακόμα και σε όσους αγαπούν τη λογοτεχνία και επιθυμούν να γνωρίσουν τους μηχανισμούς της και να κατανοήσουν τα συγγραφικά τεχνάσματα και γενικότερα τον τρόπο κατασκευής των μυθοπλαστικών κειμένων μέσω της ασφαλούς πυξίδας της λογοτεχνικής θεωρίας.

Το βιβλίο  εστιάζει στον πεζό λόγο και αποτελεί ένα σαφή και αξιόπιστο επιστημονικό οδηγό στους δύσκολους δρόμους της λογοτεχνικής θεωρίας και κριτικής χωρίς ωστόσο να γίνεται κουραστικό με τη μακροσκελή παράθεση θέσεων και αντιθέσεων μεταξύ των ποικίλων θεωρητικών σχολών και κριτικών της λογοτεχνίας. Η δομή του βιβλίου είναι διαυγής και ακολουθεί την πορεία κάθε συγγραφής: το κεφάλαιο Α αποτελεί ένα εισαγωγικό κεφάλαιο στην έννοια και λειτουργία των όρων δημιουργική ανάγνωση και γραφή, το κεφάλαιο Β παρουσιάζει την αρχή της συγγραφής, δηλαδή τις πρώτες λέξεις (τον συγγραφέα, τον τίτλο, το μότο, τον πρόλογο κτλ.), το κεφάλαιο Γ συνεχίζεται με την ιστορία και τα συστατικά της, τα μοντέλα αφήγησης, τους χαρακτήρες και τη δράση τους κ.ά. και το κεφάλαιο Δ αποτελεί εφαρμογή σε σημαντικά έργα της λογοτεχνίας όλων των θεωρητικών στοιχείων που προηγήθηκαν.

Πιο αναλυτικά, το βιβλίο αρχίζει με την «ονομάτων επίσκεψιν», εξετάζοντας τον όρο «δημιουργικότητα» και τη σχέση του με την εκπαίδευση, καθώς και τη σύνδεσή του με την πρωτοτυπία και την καινοτομία. Στη συνέχεια παρουσιάζεται όλο το ερευνητικό πεδίο σε σχέση με τη δημιουργικότητα στην Ευρώπη και την Αμερική, καθώς και τα συμπεράσματα από την έρευνα, και ορίζεται η δημιουργική εκπαίδευση στο σύνολο της εκπαιδευτικής διαδικασίας και όχι μόνο στο πλαίσιο του Αναλυτικού Προγράμματος, αλλά και στις μεθόδους διδασκαλίας και αξιολόγησης, στο σχολικό κλίμα, τις σχέσεις κτλ.

Σημαντικές είναι οι επισημάνσεις σχετικά με τον σκοπό της «λογοτεχνικής» δημιουργικής γραφής στο σχολείο, η οποία δεν αποβλέπει στην εκκόλαψη νέων συγγραφέων, χωρίς ωστόσο να το αποκλείει, αλλά στην προσέγγιση της λογοτεχνίας με πιο παιγνιώδη τρόπο, μακριά από το ασφυκτικό πλαίσιο του εξονυχιστικού φιλολογικού σχολιασμού των λογοτεχνικών κειμένων. Η δημιουργική γραφή επιτρέπει στους μαθητές να αξιοποιήσουν τη φαντασία και τα βιώματά τους και  να γίνουν επαρκέστεροι αναγνώστες αλλά και δημιουργικότεροι συγγραφείς.

Έχοντας αυτά υπόψη, ο Σπύρος Κιοσσές επιχειρεί μέσα από την προσέγγιση της θεωρίας της λογοτεχνίας να καταδείξει όλους τους μηχανισμούς κατασκευής των αφηγηματικών κειμένων. Αυτό που επιδιώκεται κατά βάση είναι η σύνδεση της δημιουργικής ανάγνωσης της λογοτεχνίας με τη δημιουργική γραφή μέσα από την ανάδειξη της τέχνης της γραφής και της θεωρητικής της θεμελίωσης. Για τον λόγο αυτό, αξιοποιούνται στοιχεία αφηγηματολογίας για την αναζήτηση των μηχανισμών λειτουργίας των πεζών κειμένων, καθώς και οι τεχνικές κατασκευής νοημάτων.

Έτσι, το δεύτερο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην αρχή, δηλαδή στην πρώτη φάση της συγγραφικής διαδικασίας, στο σημείο εκκίνησης του μυθοπλαστικού έργου. Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζεται η διαφορά μεταξύ κειμένου και «παρακειμένου», με την έννοια  των στοιχείων που συνδέονται ευρύτερα με τη συγγραφική και την εκδοτική διαδικασία, όπως είναι ο συγγραφέας, ο τίτλος, η αφιέρωση, το μότο και ο πρόλογος. Ως προς τον συγγραφέα, παρουσιάζεται με συντομία και πυκνότητα όλη η σχετική κριτική για το θέμα της ανάμειξής του στο κείμενο, τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούνται, οι αιτίες και τα αποτελέσματά τους, αλλά και η θέση του συγγραφέα στη δημιουργία/παραγωγή του νοήματος, καθώς και οι ποικίλες απόψεις σχετικά με τη συζήτηση που προκάλεσε το άρθρο του Μπαρτ «Ο θάνατος του συγγραφέα». Η έμφαση βέβαια στις σύγχρονες λογοτεχνικές θεωρίες δεν δίνεται «στις προθέσεις του συγγραφέα καθαυτές, αλλά στις προθέσεις τις οποίες ένα προσεκτικό και κατάλληλα ενημερωμένο κοινό μπορεί να αποδώσει (και αποδίδει, κατά κανόνα) στον συγγραφέα», με την έμφαση, επομένως, να μετακυλίεται στον αναγνώστη-αποδέκτη του κειμένου, με βάση ουσιαστικά τις σύγχρονες αναγνωστικές θεωρίες.

Συζητείται στη συνέχεια ο τίτλος του έργου και ο κομβικός του ρόλος στη σημασιοδότησή του, καθώς και οι αφιερώσεις και το μότο. Εκτενέστερη αναφορά γίνεται στη λειτουργία του προλόγου και τις ποικίλες διακρίσεις του στη σύγχρονη θεωρία. Τέλος, στο κεφάλαιο γίνεται αναφορά και στον τρόπο έναρξης του μυθιστορήματος με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προτάσεις για το άνοιγμα της αφήγησης.

Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στην αφήγηση και τις παραμέτρους της, παρέχοντας βασικά στοιχεία αφηγηματολογίας, τα οποία βασίζονται σε τελευταίες θεωρήσεις των απόψεων του πρώτου «διδάξαντα», δηλαδή του Genette. Στη μελέτη παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες και σημαντικά μεθοδολογικά εργαλεία από τον χώρο της αφηγηματολογίας, τα οποία βοηθούν στη βαθύτερη κατανόηση των μηχανισμών της αφηγηματικής κατασκευής, στο πλαίσιο της κριτικής και δημιουργικής ανάγνωσης, γραφής και διδασκαλίας της λογοτεχνίας.

Γίνεται σαφές ότι η αφηγηματολογία δεν ενδιαφέρει εδώ ως θεωρία αλλά ως μέσο κατανόησης, ανάλυσης και περιγραφής της αφηγηματικής διαδικασίας. Η όλη παρουσίαση δεν περιορίζεται στη μέθοδο του Genette, αλλά ακολουθείται η περιγραφική και μεθοδολογική προσέγγιση και άλλων ερευνητών, του Bremond, του Todorov, του Brooks, της Bal κ.ά.

Στο πλαίσιο αυτό, τα ζητήματα που παρουσιάζονται αδρομερώς είναι η έννοια της πλοκής, τα γεγονότα ως μεταβολή, οι χαρακτήρες (τρόπος διαγραφής τους, η δράση και οι λειτουργίες τους, η σχέση τους με τον χώρο και τον χρόνο κ.ά.), η αφήγηση με τα επίπεδα, τις φωνές, την εστίαση κτλ. Η δύσβατη αυτή λογοτεχνική θεωρία παρουσιάζεται με μεγάλη σαφήνεια και γλαφυρότητα και είναι πλήρως εκσυγχρονισμένη. Ο Σπύρος Κιοσσές έχει μελετήσει σε βάθος όλα τα ζητήματα που έχουν σχέση με τη λειτουργία της αφήγησης και έχει απόλυτα αφομοιωμένη γνώση. Χωρίς να θυσιάζει την επιστημονικότητα, ρίχνει φως ακόμα και σε σκοτεινά αφηγηματολογικά θέματα με τρόπο ευσύνοπτο και εύληπτο.

Η σημαντικότερη προσφορά του βιβλίου, κατά την άποψή μου, είναι το τέταρτο κεφάλαιο, στο οποίο ο συγγραφέας προτείνει ένα πλήθος ευφάνταστων και πρωτότυπων δραστηριοτήτων σε ενδιαφέροντα λογοτεχνικά κείμενα, που αξιοποιούν όλη την προηγούμενη θεωρία. Με τις δραστηριότητες αυτές, ο αναγνώστης βλέπει κριτικά τα μυθοπλαστικά κείμενα και τις επιλογές του συγγραφέα σε κάθε επίπεδο (τίτλο, ιστορία, πλοκή, χαρακτήρες, ρόλους, κλείσιμο) και υποβοηθείται ώστε να διαβάζει «υποψιασμένα» ένα βιβλίο, οξύνοντας παράλληλα και τις αναγνωστικές και συγγραφικές δεξιότητές του.

Η μελέτη του Σπύρου Κιοσσέ «Εισαγωγή στη δημιουργική ανάγνωση και γραφή του πεζού λόγου» αποδεικνύει πως η γνώση της θεωρίας της λογοτεχνίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση των μηχανισμών γραφής ενός έργου και μπορεί να βοηθήσει κάθε μελετητή της λογοτεχνίας, είτε φιλόλογο είτε μαθητή είτε φοιτητή είτε απλό αναγνώστη, να αποκτήσει τα θεωρητικά εργαλεία για να μπορεί να εμβαθύνει και να γράφει με τρόπο δημιουργικό και πρωτότυπο.

 

(*) Η Αγάθη Γεωργιάδου είναι φιλόλογος, συγγραφέας

info: Σπύρος Κιοσσές, Εισαγωγή στη δημιουργική ανάγνωση και γραφή του πεζού λόγου. Η συμβολή της αφηγηματολογίας, Εκδόσεις Κριτική, 2018

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here