Δημήτρια 2016 (2): Θέατρο στη μεθόριο του πραγματικού (της Ζωής Βερβεροπούλου)

0
413

Ζωή Βερβεροπούλου(*)

 

Οι δεσμοί της Θεσσαλονίκης με την αθηναϊκή και τη διεθνή σκηνή γίνονται στενότεροι κατά τη διάρκεια του ετήσιου φεστιβάλ των Δημητρίων. Μετά τις παραστάσεις της Schaubühne και του Γιάννου Περλέγκα που σχολιάσαμε σε προηγούμενο σημείωμα, σταθμεύουμε σε τέσσερις από τις υπόλοιπες, οι οποίες και συγκαθόρισαν το θεατρικό προφίλ της φετινής διοργάνωσης.

Το «άλλο» σπίτι, ομάδα Εν δυνάμει, σκηνοθεσία Ελένη Ευθυμίου

 Εκείνο που χαρακτηρίζει την ομάδα Εν δυνάμει, δεν είναι τόσο ότι αποτελείται από άτομα με και χωρίς αναπηρίες, όσο ότι οι παραστάσεις της σε κάνουν να ξεχνάς την παραπάνω διάκριση. Αυτή τη φορά, συνδυάζοντας επινοημένα μικροκείμενα, αυτοβιογραφικές αφηγήσεις των μελών της και  συνεντεύξεις ατόμων που ζουν σε ιδρύματα, η ομάδα ανατέμνει την έννοια του «σπιτιού», έτσι όπως αυτή οικοδομείται, μετατοπίζεται ή καταρρέει, όταν αφορά άτομα με νοητική, σωματική ή ψυχική νόσο.

Εκθέτοντας και τεκμηριώνοντας εκ των έσω μια δύσκολη κοινωνική πτυχή της διαφορετικότητας, η παράσταση αφήνει να μιλήσουν τα ίδια τα άτομα, αλλά και οι οικείοι τους, ξεφυλλίζει στιγμιότυπα της καθημερινότητάς τους, αναρωτιέται για τα άχθη και τον ρόλο της οικογένειας, για τις δυνατότητες ένταξης και ανεξάρτητης διαβίωσης, αγγίζει με λεπτότητα θέματα σχέσεων, ανάγκες, ανησυχίες, συναισθήματα. Παρά το ερευνητικό υπόβαθρο, δεν πρόκειται πάντως για μια δημοσιογραφικού τύπου κάλυψη του θέματος, ούτε για καταγγελτικό δράμα. Αντίθετα, στον θεατή αποκαλύπτεται θραυσματικά ένας παράλληλος κόσμος, ένα σύμπαν πότε ζόρικο και πότε λυπημένο, αλλά αυθεντικό και βαθύτατα τρυφερό, όπου η θέληση, η συλλογικότητα, η έγνοια μπορούν να αντισταθμίσουν όσα λείπουν, γεννώντας ανακουφιστικά, μικρά θαύματα. Στην ουσία, η ιδέα της Ελένης Δημοπούλου που υλοποίησε η Ελένη Ευθυμίου (κείμενο και σκηνοθεσία), προσεγγίζει το σπίτι των ατόμων με αναπηρία διαδοχικά σε όλες τις εκδοχές του: ως δυστοπία, ως ουτοπική φαντασία, ως υπαρκτό χώρο, κυρίως όμως, οραματικά, ως θαλπερό ανθρώπινο πλέγμα, μέσα στο οποίο μπορούν όλοι να ζήσουν με αξιοπρέπεια και ασφάλεια.

Θα ήταν πάντως περιοριστικό να αποτιμηθεί η παράσταση αποκλειστικά ως πετυχημένος μηχανισμός ένταξης και κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Γιατί, ταυτόχρονα, έχουμε να κάνουμε με πολύ καλό θέατρο και οι έξυπνες λύσεις, προκειμένου να αξιοποιηθεί όλο το δυναμικό της ομάδας, εκβάλλουν σε εντυπωσιακό αισθητικό αποτέλεσμα. Ο αιθέριος και συνάμα δυναμικός ρυθμός της, οι καλοσυντονισμένες ομαδικές σκηνές, η διαχείριση των πολυμορφικών σκηνικών και η ανεπιτήδευτη  χάρη των ερμηνειών, σε συνδυασμό με χρήση οθόνης και φωνών off, συνθέτουν ένα μοντέρνο, ατμοσφαιρικό θέαμα, όπου παράπονο και χιούμορ, σκιές και φως εναρμονίζονται αισιόδοξα με τα μοτίβα της ζωής. Κι ας συνηθίζουμε να λέμε πως το θέατρο αναδεικνύει ερωτήματα∙ η συγκεκριμένη παράσταση έχει και απαντήσεις, που τις συνοψίζει έμπρακτα σε δυο λέξεις: κατανοητική συνύπαρξη.

Μιράντα, Θέατρο Πορεία, σκηνοθεσία Όσκαρας Κορσουνόβας

mirantaΌτι δεν πρόκειται για τη σεξπηρική Τρικυμία, αλλά για μια ετεροεστιασμένη ανάγνωσή της δηλώνεται ήδη στο τίτλο της παράστασης. Πράγματι, ο Λιθουανός σκηνοθέτης Όσκαρας Κορσουνόβας εγκιβωτίζει το έργο σε νέο πλαίσιο, θέτοντας έτσι τη δυναμική του όχι σε διαφορετική, αλλά σε ενισχυμένη τροχιά συμβολισμών και θεατρικότητας. Η βασική μετατόπιση έχει να κάνει με τον εξελληνισμένο χωροχρόνο και τις ιδιότητες των προσώπων: σε ένα περίκλειστο σπίτι, την περίοδο της ελληνικής δικτατορίας ένας πατέρας ψυχαγωγεί την παράλυτη και άλαλη κόρη του διαβάζοντάς της την Τρικυμία. Σταδιακά, και ενόσω σε τηλεόραση και ραδιόφωνο εναλλάσσονται βραδιές μπαλέτου, ποδόσφαιρο, ελληνική ποπ της εποχής και διαγγέλματα των συνταγματαρχών, η αρχική αφηγηματική συνθήκη θα μετατραπεί σε ένα ονειρικό παιχνίδι ρόλων ανάμεσα στον Πρόσπερο και τη Μιράντα, με τους δυο ήρωες πότε να «είναι» και πότε να υποδύονται, συμπρωταγωνιστές και συγχρόνως ο καθένας γοητευμένος θεατής του άλλου.

Μαζί με το προφανές πολιτικό σχόλιο για τις αυταρχικές εξουσίες, τα ελεγχόμενα ΜΜΕ, τις στρατηγικές καταστολής και φίμωσης του λόγου, η παράσταση δρομολογεί και κορυφώνει επιδέξια την τεχνική του θεάτρου εν θεάτρω, έτσι ώστε  τα επίπεδα δράσης να συνυφαίνονται και να συν-σημαίνουν. Το (σεξπηρικό) θέατρο αναδύεται ως μέσο παρηγορίας και απελευθέρωσης, που δίνει διέξοδο στα αβάσταχτα και τα αποσιωπημένα, δύναμη στον απογοητευμένο άντρα, φωνή στο αμίλητο κορίτσι, ένα είδος μαγείας που καταλύει όσα φυλακίζουν κορμί και πνεύμα.

Δεν είναι βέβαια τόσο η ιδέα που εντυπωσιάζει στην παράσταση, όσο η καλοσχεδιασμένη εκτέλεσή της. Ο Λαέρτης Μαλκότσης και η Ιωάννα Παπά, ευφάνταστα διδαγμένοι, επισκέπτονται διαδοχικά τους κυριότερους ρόλους του έργου και τους κατοικούν απολαυστικά: ο Μαλκότσης διαθέτει σκηνικό όγκο, αίσθηση του παιγνιώδους και  αστραπιαία μεταμορφωσιμότητα, ενώ η Παπά, σαγηνευτική στην κίνηση των χεριών, στους άναρθρους ήχους και τα  κοριτσίστικα γελάκια της είναι μια σακατεμένη πριγκίπισσα στον θρόνο της, το τοτέμ του πατέρα της, αλλά και αερικό, ον διαισθητικό που βρίσκει ζωή μόνο στη θεατρική φαντασία. Εν κατακλείδι, μια παράσταση που σκέφτεται τη σκηνή όπως τη γαλήνη στην Τρικυμία.

Ελευθερία: η πιο ακριβή καπιταλιστική λέξη, των Μάγια Πέλεβιτς και Όλγα Ντιμιτρίεβιτς / BITEF Theater

bitef-960x576Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη κατευθείαν από το σημαντικό φεστιβάλ BITEF του Βελιγραδίου, η παράσταση που προτείνουν οι δυο Σερβίδες δημιουργοί (κείμενο και ερμηνείες) είναι σε πρώτο επίπεδο μια θεατρόμορφη, ταξιδιωτική διάλεξη: η Πέλεβιτς και η Ντιμιτρίεβιτς ξετυλίγουν το ρεπορτάζ-οδοιπορικό τους στη Βόρεια Κορέα, σκιαγραφώντας το πορτρέτο της χώρας, τα ήθη και τις συνθήκες ζωής των πολιτών, έτσι όπως διαμορφώνονται κάτω από το ιδιότυπο σοσιαλιστικό-μονοκρατορικό πολίτευμα του απομονωμένου αυτού κράτους. Χρησιμοποιούν – ευλαβικά κατά τα φαινόμενα – τις μεθόδους αυθεντικοποίησης του θεάτρου-ντοκουμέντο (επιτόπια παρατήρηση, φωτογραφίες, βίντεο, ενημερωτικά δεδομένα). Όμως, εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι, σαν σύγχρονοι Γκιούλιβερ ή όπως οι ήρωες του Μοντεσκιέ στις Περσικές Επιστολές υιοθετούν τη σαστισμένη, αφελή τάχα ματιά του τουρίστα, ο οποίος εντυπωσιάζεται  από την ασφυκτική εποπτεία που ασκεί το ασιατικό απολυταρχικό καθεστώς, από τις απίθανες απαγορεύσεις, την καχυποψία απέναντι στους ξένους, από τον πυρηνικό εξοπλισμό και τις μυστικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά και από τα παράξενα ή τα ευτράπελα ενός κόσμου που φαντάζει απολιθωμένος και εξωτικός (έλλειψη Ι.Χ. αυτοκινήτων, συγκεκριμένοι τρόποι κουρέματος, παραδοσιακές παιδικές ορχήστρες κ. ά).

Με την άνεση του έμπειρου ηθοποιού/δημόσιου ομιλητή που ξέρει πώς να «κρατά» το κοινό του, οι δυο κοπέλες διεξάγουν την εκπαιδευτική αυτή ξενάγηση με εύθυμη απλότητα, ανατροφοδοτώντας το ενδιαφέρον μας πότε με αυτοβιογραφικές εκμυστηρεύσεις και πότε… πουλώντας βορειοκορεατικά σουβενίρ στην πλατεία. Βαθμιαία ωστόσο και μέσα από τη σατιρική προσέγγιση της πολιτικο-πολιτισμικής διαφορετικότητας ανασύρουν την ανησυχητική ομοιότητα με τον δυτικό, τον δικό μας κόσμο, υποδεικνύοντας ανάλογες συνθήκες προπαγάνδας και ελέγχου, που μεταλλάσσουν την υποτιθέμενη άπλετη ελευθερία σε σκέτη ψευδαίσθηση.

Η κριτική θέση της παράστασης απογειώνεται όμως προς το τέλος, όταν παύει η ανάλαφρη επίδειξη για να αποκαλυφθεί στο κοινό η εσκεμμένη στρέβλωση των τεκμηρίων που χρησιμοποιήθηκαν, η μη αυθεντικότητα των σουβενίρ, τα γραφικά ψέματα των δυο κοριτσιών, η οπτική παραπλάνηση με εικόνες που προέρχονταν όχι μόνο από τη Β. Κορέα, αλλά και από το Γκουαντάναμο και την Ειδομένη. Στον πολιτικό σχολιασμό ενυφαίνεται η προβληματική του ντοκουμέντου και του θεατρικού είδους που το αποθεώνει, άλλωστε εδώ έγκειται και το πιο μοντέρνο χαρακτηριστικό της παράστασης: ένα θέατρο-ντοκουμέντο που αμφισβητεί το αποδεικτικό κύρος των «αντικειμενικών» τεκμηρίων (στον βαθμό που η ερμηνεία τους εξαρτάται από τον χρήστη) και, αποδομώντας τα ίδια του τα μέσα, υπονομεύει τις άκριτες παραδοχές, ό,τι θεωρούμε πραγματικό και, τέλος, τον εαυτό του.

Wot? Not Fish, ομάδα Bread & Circuses

Δεν μαθαίνουμε ποτέ αν η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας και ηθοποιός Danny Braverman είναι αληθινή όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, όμως εντέλει αυτό δεν έχει τόση σημασία. Ανάμεσα σε θεατρικό μονόλογο και μαστορική stand up comedy, η αγγλική αυτή παράσταση (συμμετοχή στο Φεστιβάλ Fringe του Εδιμβούργου το 2013) κερδίζει τον θεατή με την τρυφεράδα και τη θέρμη της, ενώ κάτω από την κωμική της επίφαση, ξεμυτίζουν όλες οι σκοτεινοφωτεινές αποχρώσεις του ανθρώπινου βίου.

wotΑφού αστειευτεί κάμποσο σχετικά με την εβραϊκή καταγωγή του και μας τρατάρει ψαροκροκέτες – παραδοσιακή εβραϊκή σπεσιαλιτέ –, ο Braverman μας εμπιστεύεται το μικρό θαύμα που ξετρύπωσε από ένα παλιό κουτί με οικογενειακά αναμνηστικά: τα σκίτσα με τις ολιγόλογες λεζάντες που ο τσαγκάρης προ-θείος του παρέδιδε στη γυναίκα του σχεδιασμένα πάνω στους φακέλους με το βδομαδιάτικο, αδιαλείπτως από το 1926 μέχρι τον θάνατο εκείνης στη δεκαετία του ’80. Καθισμένος σε ένα τραπέζι-επιδιασκόπιο, ο ηθοποιός προβάλλει σε οθόνη ένα ένα τα σχέδια που ιστορούν τον γάμο του ζεύγους, την ερωτική τους ζωή, την απόκτηση παιδιών, τις κρίσεις και τα καυγαδάκια τους, τις παραδοσιακές αξίες της εβραϊκής οικογένειας, τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, τον καρκίνο της γυναίκας, την ομοφυλοφιλία του ενός γυιού τους και τον αυτισμό του δεύτερου. Ψηφίδα ψηφίδα ανασυντίθεται μια ζωή γλυκόπικρη, αλλά και γεμάτη αγάπη, μαζί και όλη η κανονική μη κανονικότητα δυο απλών ανθρώπων στο Λονδίνο του περασμένου αιώνα.

Ωστόσο η παράσταση δεν έχει μόνο χιούμορ και συγκίνηση, έχει και δεύτερο επίπεδο: τα ευφάνταστα σχέδια του θείου και η εξελισσόμενη τεχνική του (σταδιακά έγχρωμες, λιγότερο ναΐφ και πιο πολύπλοκες απεικονίσεις), μιλούν για την εγγενή σχέση τέχνης και ζωής, για τον συνηθισμένο άνθρωπο ως καλλιτέχνη, για τη ζωή ως τέχνη και την τέχνη ως ζωή. Με τη σειρά του, ο ηθοποιός-απόγονος διασώζει μέσω της τέχνης του την οικογενειακή μνήμη και κλειδώνει το μήνυμα της παράστασης σε μια γλυκιά, ληκτική σκηνή: το τελευταίο σκίτσο του θείου ζωντανεύει ως animation, με το ζευγάρι να απομακρύνεται αγκαζέ σε έναν μακρύ, εξοχικό δρόμο…

 

(*)Η Ζωή Βερβεροπούλου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα ΜΜΕ του ΑΠΘ και διδάσκει θεωρία και κριτική των τεχνών του λόγου και του θεάματος.

 

Προηγούμενο άρθροΣταυρούλα Γ. Τσούπρου, Μεταφραστές και Διακείμενα (Μελάνι)
Επόμενο άρθροΤο Μέγαρο Γιακουμπιάν ως καθρέφτης μιας δίβουλης κοινωνίας σε κρίση (της Νίκης Κώτσιου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here