Δημήτρη με λένε (διήγημα της Λουκίας Δέρβη)

0
848

 

 

   Στoν Μισέλ Φάις

 

Αγαπητή κυρία Δέρβη,

 

Είμαι ο ήρωάς σας, ο «Ανέστης», στο διήγημα «Καπνός» του πρώτου σας βιβλίου «Κακός χαρακτήρας».  Δημήτρη με λένε.  Είμαι ο Δημήτρης, ο νυχτερινός, ο συνάδελφός σας στο ξενοδοχείο όπου δουλέψατε ένα φεγγάρι πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα.  Αλήθεια την θυμάστε αυτήν την εποχή;  Για γέλια και για κλάματα.  Τρέχαμε πάνω-κάτω στους διαδρόμους του ξενοδοχείου πανικόβλητοι, σαν τα ποντίκια στη φουρτούνα.  Ας μην μιλήσω για τους πελάτες μας, τους ξένους απεσταλμένους δημοσιογράφους.  Ούτε για τις παραξενιές τους.  Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια που λένε.

Τότε ήμουν ένας από τους δυο νυχτερινούς, τίποτα το σπουδαίο, σύμφωνοι, με τον τρόπο μου όμως σημαντικός καθώς όλες οι πρωινές συναλλαγές περνούσαν από τα χέρια μου στο «κλείσιμο».  Εσείς ερχόσασταν λίγο μετά που έφευγα από την βάρδια εγώ, σκυμμένη στα χαρτιά μ’ ένα βλέμμα φευγάτο.  Μάλλον είχατε ήδη αρχίσει να γράφετε ιστορίες.  Κάτι ψάχνατε.  Κι εύχομαι να το βρήκατε.

Τέλος πάντων, ο λόγος που σας γράφω δεν είναι αυτός.  Σας γράφω για να διορθώσω μερικά κακώς κείμενα.  Έτσι όπως με παρουσιάσατε στην ιστορία σας ούτε εγώ δεν θα ήθελα να με γνωρίσω.  Σκέτη μαυρίλα.  Έχω θυμώσει.  Ακούστε με.

Σύμφωνοι, είμαι λαϊκό παιδί.  Δεν πήγαινα με πουτάνες όμως όπως γράψατε στην ιστορία σας.  Με μια γυναίκα πήγαινα που μ’ αγάπαγε πολύ.

Ο γέρος μου δεν πέθανε από διαβήτη.  Ακόμα ζει και βασιλεύει.

Δεν είχα κολλητό ταχυδρόμο.  Έναν κολλητό τροχονόμο έχω ακόμα, από τότε, που μου σβήνει τις κλήσεις.

Δεν με πιάνει άγχος στο ταμείο ούτε ιδρώνουν τα χέρια μου και από μένα πελάτης δεν μπορεί να κρυφτεί.  Ως προς το τι καπνό φουμάρει εννοώ.  Είμαι παλιά καραβάνα εγώ.

Δεν παίζω τον άνθρωπο του καιρού.  Είμαι άνθρωπος του καιρού.  Τα γυαλιά μου είναι Rayban.

Τα μαύρα κοστούμια τα φοράω γιατί είναι η στολή των νυχτερινών.  Δεν τα έχω επιλέξει εγώ.  Εγώ φοράω Portobello.

Μαύρο κοστούμι είχε ο πατέρας μου.  Ένα μόνο.  Δούλευε τσαγκάρης στα Αλώνια της Κηφισιάς, στο πατρικό μας.  Κακό το έδαφος στο οικόπεδο, ανησυχούσαμε μην πέσει το σπίτι να μας πλακώσει.  Η μάνα μου πλύστρα.  Πήγαινε για μεροκάματο με την σκάφη, την πλύστρα και τη λεκάνη της για να ταΐσει εμένα και τα τρία αδέρφια μου.  Σπουδαία γυναίκα.  Τριάντα χρόνια πεθαμένη κι ακόμα την κλαίω.

Με εράνους ζούσαμε από το φιλόπτωχο ταμείο της Ενορίας.  Έρχονταν γυναίκες σαν εσάς και μας φέρνανε ρύζι και πατάτες.  Ο πατέρας μου, σας το είπα, ένα μαύρο κοστούμι είχε κι αυτό του μακαρίτη του αδερφού του που το κόντυνε η μάνα μου για να του κάνει.

Γι’ αυτό εμένα δεν με νοιάζει που με γράψατε ότι μοιάζω με κοράκι.

Δεν διαβάζω βιβλία, το δικό σας το διάβασα από περιέργεια.  Δεν είμαι αγράμματος φυσικά αλλά τα βιβλία, από το σχολείο ακόμη ακόμη, δεν τα συμπαθούσα, πώς να το πω.  Ξέρω να μιλάω όμως κι από μένα θα μαθαίνατε πολλά.  Λέμε τώρα.

Μετά το Λύκειο επέμεινε ο γέρος μου, έμαθα αγγλικά, έβγαλα και μια Τεχνική Σχολή, είχα πάντα τον τρόπο μου με τους ανθρώπους και με τα μαθήματα, με μέσο πολιτικό μου βρήκε ο πατέρας μου τη δουλειά του νυχτερινού στο ξενοδοχείο.

Να’ ναι καλά.  Έβαλα σ’ ένα πρόγραμμα τη ζωή μου.

Πολλά τα χάντικαπ σ’ έναν νυχτερινό, ένα απ’ αυτά πως δεν μπορείς να στεριώσεις με γυναίκα.  Κάτι παθαίνουν οι γυναίκες τη νύχτα, θέλουν τον άντρα δίπλα τους.  Ρωτήστε καπεταναίους.

Ήμουν σκληρό παιδί. Ο πατέρας μού έδινε πετσάκια από τα παπούτσια και με τους φίλους μου στα Αλώνια χτυπούσαμε με την σφεντόνα τσίχλες και κοτσύφια.  Στις μεγάλες πείνες χτυπούσαμε και ψαρόνια, βάζαμε το στήθος και τα μπούτια στο ξύδι για να μην βρωμάνε, το υπόλοιπο το πετάγαμε.  Ήμασταν φτωχοί, είπαμε.  Ήμασταν.

Τις σφεντόνες τις φτιάχναμε μόνοι μας με ξυλάκια από λιγούστρο ή ελιά.  Καλύτερο το λιγούστρο.  Ξεφλουδίζαμε το τσατάλι, την διχάλα, την περνάγαμε από τη φωτιά για να σκληράνει, την δέναμε με το σκοινί, δέναμε τα πετσάκια που μας έδινε ο πατέρας μου, το λάστιχο και τα σκάγια από μολύβι τα παίρναμε από ένα οπλοπωλείο.

Σας ενδιαφέρουν αυτά, συγγραφέας είστε.

Είμαι τώρα πενηντατριών ετών.  Περάσανε δεκαέξι χρόνια από τότε που γράψατε την ιστορία.  Δεν παντρεύτηκα την κοπέλα που μ’ αγάπαγε τότε και μ’ αγαπάει ακόμα δηλαδή.  Είναι παντρεμένη.  Αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο.  Αφήστε το.

Το ξενοδοχείο θα το βρείτε στην θέση του.  Ομορφαίνει και πάει.

Πως σας ήρθε πώς ερχόμουν στην δουλειά με λεωφορείο;  Δίπλα στο ξενοδοχείο μένω.  Στο κέντρο της Αθήνας πλάι σ’ ενα Προ-Πο.  Το ότι άλλαξα γειτονιά; Κι αυτό άλλο κεφάλαιο.

Το σόι υπάρχει, αν θέλετε να ξέρετε.  Αυτό σε στηρίζει στα δύσκολα.  Καθένας με τις δυνάμεις του.  Έχω τα αδέρφια μου και πολλά ξαδέρφια.  Δεν έχουμε τίποτα να μοιράσουμε.

Παρασύρθηκα και είπα πολλά.

Βασικά, σας φουμάρω.  Εύχομαι να πετύχετε τους στόχους σας όποιοι κι αν είναι αυτοί.  Τους ανθρώπους που γράφουν εγώ τους σέβομαι. Οι λέξεις τους με θυμώνουν.  Προσπαθώ να λύνω σταυρόλεξα για να θυμάμαι την σωστή ορθογραφία.  Η μάνα μου έβαζε για υπογραφή έναν σταυρό.

Αυτά.

Να είστε καλά.  Να γράφετε αφού αυτό θέλετε.

Δημήτρης

Υ.Γ. Όταν με ζώνουν οι μαύρες σκέψεις το ρίχνω στην τρελή.  Βάζω στο ipοd Μητροπάνο και μερακλώνω μόνος μου και ρίχνω μια ζεμπεκιά μπροστά στον καθρέφτη.  Για πάρτη μου.  Και μετά γελάω με τα χάλια μου.  Το ίδιο εύχομαι και για εσάς.  Μην καπνίζετε πολύ, μην τρώτε και μην πίνετε πολύ.  Με μέτρο.  Και περπάτημα.  Πολύ περπάτημα.

Προηγούμενο άρθροΜεταμόρφωση (διήγημα της Ελευθερίας Παππά)
Επόμενο άρθροΠόσοι διαβάζουν στην Ελλάδα, πόσοι στην Ευρώπη (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ