«Δε θα μας κρίνουν παρά τα ασθενή, τα πλέον ανυπεράσπιστα του κόσμου» (του Αντώνη Καρτσάκη)

0
480

 

 

του Αντώνη Καρτσάκη (*)

 

Η τρίτη ποιητική συλλογή του Λάμπη Καψετάκη Το ραγισμένο νερό και άλλα ποιήματα, από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω» κυκλοφορεί εδώ και κάμποσους μήνες ανάμεσά μας. Ενότητες έξη, ποιήματα σαράντα δύο, σελίδες αριθμημένες ογδόντα οκτώ. Με ευαισθησία και ομορφιά και ανθρώπινη ενσυναίσθηση. Με ψηλαφητή ευγένεια και με μια γλώσσα τιθασευμένη που εκπορεύεται από βαθιούς υποστασιακούς πυρήνες και μεταγγίζει την αμεσότητα, όπως η αφή την αίσθηση. Με συγκίνηση και συμπάθεια στον ανθρώπινο πόνο. Επαναβίωση της ιστορίας, με επιλεκτική χρήση θεμάτων, προκειμένου να συνδυαστεί το «επιμέρους» με το «καθόλου».

Άριστος ο συνδυασμός. Ο ποιητής επωμίζεται το βάρος της ιστορίας, αποκαθιστά τις αδικίες της, συγκινείται και συμπάσχει με τα θύματα. Στα πρόσωπα της Έλλης [Παπά] και του Νίκου [Μπελογιάννη], που πέθαναν «για ένα λάθος», βλέπει τους διώκτες τους, εμάς, «το κοινό και το κύριο, το πολυώνυμό τους». Βυθίζεται βαθιά στα «λίαν» επικίνδυνα αυτά πρόσωπα ο ποιητής, ο πολίτης της ποίησης, και διακρίνει «το βλέμμα που αψηφά το κλείστρο του θανάτου»  («Πολυώνυμα»).

Ο έρωτας της Λιούσια και του Βάσια τον συγκλονίζει. Ο μολυσμένος από το Τσέρνομπιλ πυροσβέστης, που «έτυχε στο ατύχημα», λιώνει στο στρώμα και η Λιούσια δίπλα του, χτυπημένη από εγκεφαλικό, «μιλά με λάθος λέξεις», μιλά μόνο για την αγάπη, για το πόσο αγάπησε τον Βάσια. Κι ο ποιητής θρηνεί αυτό που ζούμε, «το ισοδύναμο ενός πυρηνικού πολέμου», «ένα ειδικό πρόγραμμα αναρίθμητων θανάτων». («Με λάθος λέξεις»).

Θρηνεί και προβάλλει συγχρόνως τη θυσία του τριανταδυάχρονου δασκάλου της Σιταίνης Κυνουρίας, που τραυματίζεται θανάσιμα επισκευάζοντας τη στέγη του σχολείου. Η είδηση «από τα ‘ψιλά’ των εφημερίδων» μνημειώνεται οριστικά στην  τέχνη της ποίησης. Η θυσία διασώζεται από την καταδρομή του χρόνου. («Ομώνυμα»).

Με τη φιλάνθρωπη αυτή διάθεση ο ποιητής διαχωρίζεται από τον «εγκατεστημένο» κόσμο μας και νιώθει χρέος του να υπερασπισθεί «τα ασθενή του κόσμου», τους αδύναμους της ζωής. Από αυτούς ζητά να κριθεί: «Δε θα μας κρίνουν παρά τα ασθενή, / τα πλέον ανυπεράσπιστα του κόσμου» («Το ποίημα της ασφάλτου). Ποίηση λοιπόν του καθημερινού, με αγάπη στο συγκεκριμένο, ποίηση παρατηρητική που σκύβει στον ανυπεράσπιστο άνθρωπο, η οποία, με φυσική σεμνότητα και οξύνοια, με μηχανισμούς απλούς, αλλά όχι απλοϊκούς, πλησιάζει τους ήρωές της, δηλαδή τους μικρούς αντιήρωες της καθημερινότητάς μας. Ποίηση που συγκλονίζεται από τα δεινά του κόσμου μας, καταγγέλλει την αγριότητα του καιρού («αίμα μυρίσαν οι αγορές και πέσαν σαρκοβόρες»),  τις πολλές όψεις του απάνθρωπου, όπως η ακόλουθη:

ΔΩΔΕΚΑΤΟ

Το ωραίο σου πρόσωπο κοιτάζω στη φωτογραφία,

το νεανικό, απ’ όπου λείπει ό,τι μας έχει γίνει.

Βλέπω σε αυτό την άγνοια του κόσμου, τη δική μας.

Τώρα το πρόσωπό σου έχει καεί, το φως σου σβήνει

και η φωνή σου χάθηκε. Όχι όμως τ’ όνομά σου.

Δεν έγινες ανέγνωρη όπως το πρόσωπό σου.

Έφερες τη ζωή σου για ό,τι καλύτερο είχες,

νοιαζόσουν περισσότερο για τις ζωές των άλλων,

έκανες το ξένο καλό δικό σου. Κωνσταντίνα,

στο εξής μόνοι μας θα καθαρίζομε την ψυχή μας. (σ. 80-81).

Ο ποιητής συμπάσχει με το πάθος, πονά με τον πόνο. Δεν θεωρητικολογεί, δεν περιγράφει. Εκπέμπει μακροθυμία και αγάπη, μεγαλύνοντας το ατομικό και  φαινομενικά ασήμαντο και καθιστώντας το μόνιμο ένοικο του ποιητικού κόσμου. Αποτέλεσμα, ένας μικρόκοσμος που κλείνει τον απόηχο πολλών εμπειριών. Μια σφιχτή δέσμη από ζωικές εικόνες. Μια περίσκεπτη φιλοσοφία ζωής.

Τη στοχαστική αυτή δύναμη αντλεί ο Λάμπης Καψετάκης από την Ιστορία, με συμμάχους πολλούς, από ολόκληρο το φάσμα της πνευματικής μας παράδοσης, από τον Θέογνη και τον Κορνάρο ώς τον Βιζυηνό, τον Καβάφη, τον Κάλβο, τον Καρυωτάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Χαίλντερλιν, τον Παπαδίτσα και τον Παπατσώνη, τον Καρούζο και τον Ρίτσο, ενώ τα πάντα επιστεγάζουν τα λόγια της Γραφής. Η ευρεία, ωστόσο, αυτή διακειμενικότητα δεν υπονομεύει το βάθος και την ευαισθησία του στοχασμού, ενδυναμώνει, αντίθετα, την έφεση του Καψετάκη να προβάλει τα πάθη των ανθρώπων, να μεγαλύνει το ταπεινό.

Και όλα αυτά με μια γλώσσα που καθαγιάζει τη λέξη («η λέξη / είναι που σημειώνει πάνω μας το φως του προσώπου της»), που παίζει με τον εαυτό της:

«Άσφαλτος. Η λέξη * ελληνική δεν είναι.

Παράγεται εσφαλμένα * από το «σφάλλω» (σ. 31).

Πρόκειται για ένα παιχνίδι με το οποίο επιχειρεί να ταυτίσει (εις πείσμα της Γλωσσολογίας) το σημαίνον με το σημαινόμενο («Ο θάνατος και η θάλασσα έχουν το θα του θάλλους. / το θάμπος που είχε ο Μίλτος / το «Θαλερό» των ποιημάτων. / το θα της Θάλειας, του Θαλή, της Θάσου […]»).  Είναι ένα παιχνίδι γλωσσικό που σοβαρολογεί. ένα σοβαρολόγημα που παίζει.

Στην ωριμότητα της τέχνης αυτής εδράζονται οι μεγάλες ουσίες, όπως το δίκιο, η θυσία, η προσφορά, η ειρήνη, η ελπίδα. Όλες συναιρούνται στην αγάπη. «Η αγάπη δεν θέλει, η αγάπη δίνει», μας λέει ο ποιητής παραφράζοντας την υπέροχη επιστολή του Παύλου. «Δεν έχει δικό της κάτι κρατήσει για να εκπέσει», επεξηγεί, υπερθεματίζοντας τον Απόστολο της αγάπης.

Υπερασπιστής λοιπόν της ομορφιάς και της καλοσύνης ο ποιητής. Αλλά και συνήγορος των ανυπεράσπιστων. Γιατί, αν η ποίηση «είναι φτιαγμένη για να διορθώνει τα λάθη του Θεού», ο ποιητής φαίνεται να είναι ταγμένος να φρουρεί το δίκιο των ανθρώπων. Των απλών και ταπεινών ανθρώπων. Μέσα στην πνευματική ξηρασία του καιρού μας ο Λάμπης Καψετάκης πραγματοποιεί μια γενναία κατάθεση στο ταμείο του πνευματικού μας πολιτισμού. Με την ποιητική αυτή συλλογή ολοκληρώνει μια σπουδή  στα ανθρώπινα που άρχισε το 2006 (Ποιήματα της ασφάλτου) και συνεχίστηκε το 2012 (Η τρυφερή μορφή).  Τόσο με το ποιητικό όσο και με το ερευνητικό-επιστημονικό του έργο (το τελευταίο του πόνημα “Σαν πρώτα…”. Κριτικά-Βιβλιογραφικά για το έργο Στυλιανού Αλεξίου-Μάρθας Αποσκίτη, Ηράκλειο 2015 θα μείνει ως μνημειώδης κριτική κατάθεση) συνεχίζει να συντηρεί «φωλιές νερού μέσα στις φλόγες». Μέσα στη νυχτωμένη μνήμη των καιρών ένας άνθρωπος ξαγρυπνά αγωνιώντας για το αβέβαιο μέλλον μας: είναι ο ποιητής.

(*) Αντώνης Καρτσάκης είναι φιλόλογος

 

 

info: Λάμπης Καψετάκης, Το ραγισμένο νερό και άλλα ποιήματα, Τυπωθήτω, οέμβριος 2015

Προηγούμενο άρθροΑιθεροβάμονες χορευτές των 80s (της Λίλας Κονομάρα)
Επόμενο άρθροΤο ασχημόπαπο που δεν έγινε κύκνος   (της Χρυσούλας Γούναρη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here