Γκυ ντε Μωπασσάν, Ο Οξαποδώ

0
1355

 

Της Νίκης Κώτσιου.

Κλασικό σημείο αναφοράς στη λογοτεχνία του φανταστικού, ο «Οξαποδώ» είναι ίσως το διασημότερο διήγημα του Μοπασάν και ως τέτοιο χρήζει ειδικής μνείας. Την εποχή που γράφτηκε (1887) το είδος έχει περιέλθει σε ανυποληψία, γι΄αυτό και ο δημιουργός εγκαινιάζει μια σειρά από καινοτομίες για να το ανανεώσει και να το ξανακάνει ελκυστικό. Η σημαντικότερη έγκειται στο στοιχείο  της έντονης υπαρξιακής κρίσης που πυροδοτεί το ανεξήγητο καθώς και στην εγκατάσταση του τρομακτικού μέσα στην ίδια την καθημερινότητα του πρωταγωνιστή, που χάνει σταδιακά τα καθησυχαστικά χαρακτηριστικά της και καταλήγει  ανοίκεια και βασανιστική.

O ανώνυμος αφηγητής και πρωταγωνιστής κρατά ημερολόγιο όπου καταγράφει τις ανησυχητικές εμπειρίες του μέσα σε διάστημα τεσσάρων περίπου μηνών. Αυτό συνεπάγεται μια αμεσότητα και μια ειλικρίνεια που εμπλέκει εξαρχής τον αναγνώστη στα τεκταινόμενα ως έμπιστο φίλο ή ακόμα και ως συνένοχο. Στην πρώτη καταχώριση, ο αφηγητής  μοιάζει να επιβεβαιώνει σχεδόν αυτάρεσκα μια αίσθηση αρραγούς και συμπαγούς προσωπικής ταυτότητας, που όμως στις επόμενες καταχωρίσεις θα αρχίσει να εμφανίζει ρωγμές και να υφίσταται πολλαπλά πλήγματα. Αυτό το συγκροτημένο πρόσωπο που φαίνεται να χαίρεται και να απολαμβάνει τη ζωή με γνώση και συνείδηση δέχεται απρόκλητη επίθεση από ένα περίεργο πλάσμα, από έναν απειλητικό και αταξινόμητο Άλλο, που θα χαρακτηρισθεί στη συνέχεια «Οξαποδώ» και θα θελήσει να οικειοποιηθεί ύπουλα όλο το ζωτικό του χώρο  και να τον εκτοπίσει μακριά από τη ζωή του την ίδια.

Αυτός ο εμβληματικός Άλλος, που είναι αόρατος, απροσδιόριστος και εμφανώς απειλητικός εισβάλλει στον εύρυθμο και τακτοποιημένο κόσμο του αφηγητή και σαρώνει τα πάντα. Επηρεάζει τον ύπνο και τα όνειρα, πίνει το νερό και το γάλα παραμένοντας πάντα αόρατος, προκαλεί δυσάρεστα έως ανυπόφορα αισθήματα και σκέψεις, προξενεί τρόμο και πανικό.

Καθώς ο «Οξαποδώ» αρχίζει να κυριεύει το χώρο και το χρόνο κάνοντας ολοένα και πιο αισθητή την αόρατη παρουσία του, τα ερωτήματα τίθενται με τρόπο επείγοντα και επιτακτικό ζητώντας απαντήσεις. Εκστατικός μπροστά σε όσα ανεξήγητα παρακολουθεί  ανυπεράσπιστος, ο αφηγητής επιχειρεί να ξεφύγει κάνοντας ένα ταξίδι-επίσκεψη στο Μον-σεν-Μισέλ. Εκεί ζητά τη συνδρομή της θρησκείας αλλά η στιχομυθία μ’έναν μοναχό ναι μεν τον καταπλήσσει αλλά δεν τον διαφωτίζει και δεν τον πείθει. Στη συνέχεια θα καταφύγει στο  Παρίσι αναζητώντας τη συνδρομή της επιστήμης, που επίσης δεν έχει να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις.

Μπροστά σ’ αυτή τη θριαμβευτική επέλαση του υπερφυσικού και του  παράδοξου, ο αφηγητής δεν μπορεί παρά να αισθάνεται  υποκείμενος στις αδιευκρίνιστες διαθέσεις της μυστηριώδους δύναμης που φαίνεται να τον έχει καταλάβει  προκαλώντας του ψυχοσωματικά συμπτώματα αναντίρρητα, που κάνουν τη ζωή του αφόρητη κι εξουθενωτική.

Νιώθοντας ηττημένος κατά κράτος από την αλλόκοτη αυτή ύπαρξη που εξασκεί πάνω του εξουσία και του απομυζά όλο το σφρίγος και τη διάθεση για ζωή, ο πρωταγωνιστής θα κηρύξει πόλεμο στο αποτρόπαιο  ον που φέρεται να του έχει κάνει το βίο αβίωτο και θα αρχίσει να μηχανεύεται τρόπους για να ξεφύγει από την καταστρεπτική επιρροή του. Με τεχνάσματα και πανουργίες θα βαλθεί να ξεγελάσει το πλάσμα (της φαντασίας του άραγε…), για να διαπιστώσει  τη ματαιότητα των εγχειρημάτων του.

Όλη αυτή η ανώμαλη κατάσταση, που σηματοδοτεί μια εκτροπή από το φυσικό και το φυσιολογικό, θα μπορούσε ίσως να διαβαστεί και  ως μετωνυμία της ψυχικής νόσου. Ο εαυτός γίνεται σταδιακά ένας άλλος καθώς ενσκήπτει ο «Οξαποδώ»,δηλαδή η ασθένεια, αλλοιώνοντας την προσωπικότητα και επιφέροντας στρεβλώσεις που καταργούν τη συνεκτικότητα και την ενιαιότητα του προσώπου. Το υποκείμενο, βορά της νόσου, κατακερματίζεται και χάνεται μέσα σε συμπτώματα που το αλλοτριώνουν και το κατασπαράσσουν.

Η ανησυχία, η αγωνία και η δυσφορία του αφηγητή που δίνει, στη συνέχεια, τη θέση της σε μια ολοένα αυξανόμενη υπερ-ένταση και διέγερση για να καταλήξει σε παροξυσμό και παραλήρημα, εικονογραφεί πολύ γλαφυρά την εξέλιξη της νόσου καθώς ξετυλίγεται σε κάθε επόμενο στάδιο με ακόμη πιο οξυμένες τις συμπεριφορές και τα συμπτώματα, για να καταλήξει σ’ ένα κρεσέντο  παράνοιας, καθώς πια η προσωπικότητα μοιάζει να έχει αποδομηθεί και καταρρεύσει ολοσχερώς. Στην πιο εμβληματική σκηνή του βιβλίου, ο αφηγητής περιγράφει το σοκ που υφίσταται όταν στέκεται μπροστά στον καθρέφτη και διαπιστώνει έντρομος πως δεν υπάρχει αντανάκλαση, πως ο καθρέφτης δεν του αντιγυρίζει το είδωλό του. Το υποκείμενο αδυνατεί να αναγνωρίσει τον διαλυμένο και κατεστραμμένο του εαυτό, που έχει απορροφηθεί ολοσχερώς από τον καταπιώνα της ψυχασθένειας.

Την εποχή που έγραφε τον «Οξαποδώ», ο Μοπασάν είχε ήδη προσβληθεί από σύφιλη και αναγνώριζε πάνω στον ίδιο τον εαυτό του τα σημάδια της αρρώστιας που εξελισσόταν. Μέρος των συμπτωμάτων είχε να κάνει και με τη βαθμιαία καταβύθιση στην ψύχωση, που σιγά-σιγά τον κατακυρίευε μέσα από αυξανόμενο άγχος και  παραισθήσεις. Ωστόσο, ο «Οξαποδώ» δεν πρέπει να θεωρηθεί κείμενο στενά αυτοβιογραφικό, αν και ενέχει πολλά τέτοια στοιχεία, γιατί θέτει ευρύτερους προβληματισμούς και αναμοχλεύει και άλλου είδους ανησυχίες.

Εκτός των άλλων, ο Μοπασάν μοιάζει να αμφισβητεί ολόκληρο το οικοδόμημα του διαφωτισμού και να διερωτάται πάνω στα όρια και τις δυνατότητες του ορθού λόγου. Η επιλογή του να εγγράψει το διήγημά του αυτό στην περιοχή του φανταστικού και να αναρριπήσει αρχέγονους φόβους , που ο διαφωτισμός είχε ξορκίσει οριστικά, δείχνει έναν κάποιο σκεπτικισμό και μια διάθεση να διατυπώσει αμφιβολίες ή  να ασκήσει κριτική.

O Λόγος του διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, ενσαρκωμένος στη νέα πολιτεία και τους θεσμούς αλλά και εγγεγραμμένος στο θετικιστικό πνεύμα της καινούριας επιστήμης, είχε υποσχεθεί να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στις παντοειδείς εκδοχές του κακού. Εδώ όμως το κακό επιστρέφει και διαδηλώνει ασύδοτο την παρουσία του παραμένοντας απροσπέλαστο. Το ασυνείδητο και οι άλογες δυνάμεις της ψυχής αρθρώνουν μια άλλου είδους γλώσσα και εξακολουθούν να συγκροτούν ένα άλυτο μυστήριο, που αντιστέκεται στην ερμηνεία και δεν μπορεί παρά να σκανδαλίζει τους θιασώτες του μηχανιστικού υλισμού.

Συχνά ο Μοπασάν εξέφραζε την ευαρέσκειά του για τις θαυμαστές  και παράδοξες αφηγήσεις παρωχημένων εποχών που είχαν πάψει πια να βρίσκουν απήχηση και να γοητεύουν το λογοκρατούμενο κοινό της εποχής του Πίστευε επίσης, επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Σοπενάουερ, πως η γνώση μας του κόσμου είναι πολύ μερική εξαιτίας των ατελών αισθητηρίων οργάνων και της περιορισμένης νοημοσύνης του ανθρώπινου είδους. Μάλιστα οι πεποιθήσεις του αυτές διαπνέονταν από απαισιοδοξία και θλίψη εξαιτίας προσωπικών βιωμάτων, που επηρέαζαν αρνητικά το κριτήριό του.

Στον Οξαποδώ, ο πρωταγωνιστής ολισθαίνει μέσα σε μια εφιαλτική καθημερινότητα και προσπαθεί να ανιχνεύσει τη θέση του μέσα σε  έναν κόσμο ανεξήγητο που προαναγγέλλει πολύ ανάγλυφα καφκικές ατμόσφαιρες, δεδομένης και της τροπής που παίρνει το φανταστικό με την ιδιαίτερη έμφαση στην αγωνία και την υπαρξιακή κρίση του ατόμου.

 

INFO:
Γκυ ντε Μωπασσάν, Ο Οξαποδώ, μτφρ. Βασίλης Πουλάκος, σελ. 94, εκδ. Ροές, 2014

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here