Για την «Όλγα» (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
259

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ, με το συγκλονιστικό βιβλίο του «Διαβάζοντας στη Χάννα», που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, είχε ταράξει τα νερά μιλώντας για την ενοχική μεταπολεμική Γερμανία, για τα καλά κρυμμένα μυστικά που αφορούν την ανάμειξη της προηγούμενης γενιάς στα εθνικοσοσιαλιστικά εγκλήματα, για τη σχέση των νεώτερων με τους «ενόχους» του ναζισμού, αλλά και για το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης και ταυτότητας. Με το τελευταίο του μυθιστόρημα «Όλγα», αν και έχουν παρεμβληθεί άλλα επτά βιβλία του, ο 75χρονος σήμερα Γερμανός συγγραφέας και νομικός, που ζει μεταξύ Βερολίνου και Νέας Υόρκης, ταράζει εκ νέου τα νερά ανοίγοντας το κάδρο σε ολόκληρη τη νεότερη ιστορία του γερμανικού κράτους. Εκεί, στην ιστορία του τελευταίου ενάμιση αιώνα, αναζητά την αιτία για τα πάθη του γερμανικού λαού, αλλά και για τον όλεθρο που έχει σκορπίσει στην υφήλιο. Και ως τέτοια προβάλει  τη Μεγάλη Γερμανική Ιδέα, τον γερμανικό μεγαλοϊδεατισμό που συνδέει αόρατα γενιές και εποχές από τον Μπίσμαρκ έως τους παγκόσμιους πολέμους, το γερμανικό θαύμα και ακόμη πέρα.

Η «Όλγα», που κυκλοφορεί στα ελληνικά όπως όλα τα βιβλία του Σλινκ από τις εκδόσεις «Κριτική», εκτείνεται σε ένα τεράστιο χρονικό πλαίσιο από τον γαλλοπρωσικό πόλεμο το 1871 και την επακόλουθη ίδρυση του γερμανικού Ράιχ, την εποχή της γερμανικής αποικιοκρατίας, τους δύο παγκόσμιους πολέμους, την ανοικοδόμηση και το γερμανικό Μάη του ΄68 και συνεχίζει ως τις μέρες μας. Τα νήματα της πυκνής ιστορίας του μυθιστορήματος, που απλώνεται σε λιγότερες από 300 σελίδες, κινεί μια γυναίκα, η δυναμική και ανατρεπτική Όλγα. Όπως και η Χάννα, είναι μια ηρωίδα που διαθέτει όλα τα εχέγγυα για να καταγραφεί στο πάνθεον των πιο ξεχωριστών λογοτεχνικών ηρωίδων, χάρη στη μαεστρία του Σλινκ.

 

Η Όλγα μεγαλώνει φτωχικά στην Κάτω Σιλεσία, χάνει πολύ νωρίς τους γονείς της από τύφο και τίθεται στην κηδεμονία της γιαγιάς της στην αγροτική Πομερανία. Αρνείται πεισματικά να απαρνηθεί το σλάβικο όνομά της και να αποκτήσει «τα πλεονεκτήματα» ενός γερμανικού ονόματος, όπως απαιτούσε η αυταρχική γιαγιά, η οποία δεν αποδέχεται ποτέ το κορίτσι όπως δεν είχε αποδεχτεί και τη μητέρα του. Η Όλγα αγαπά τα γράμματα και πιέζει τον δάσκαλο του σχολείου να της δανείζει βιβλία από τη βιβλιοθήκη του. Έτσι γαλουχήθηκε με τα έργα του Σίλερ, του Γκαίτε και του Χάινε. Αισθάνεται μόνη μέχρι που γνωρίζει τον γιό ενός μεγαλογαιοκτήμονα, τον Χέρμπερτ – όνομα που του δόθηκε προς τιμήν του Χέρμπερτ φον Μπίρμαρκ, πρωτότοκου γιου του πρώτου καγκελάριου της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Οι δύο έφηβοι συνδέονται με φιλία και κατόπιν με βαθύ έρωτα. Ζουν όμορφες στιγμές κάνοντας περιπάτους στα δάση μακριά από τα άγρια βλέμματα της οικογένειας του Χέρμπερτ. Οι ταξικές διαφορές είναι ανυπέρβλητες, αλλά δεν είναι μόνο αυτές.

Η Όλγα είναι προσγειωμένη, λογική, γήινη, ανεξάρτητη και αντισυμβατική, προσιτή και φιλομαθής – θέλει και θα τα καταφέρει να σπουδάσει στην Κρατική Παιδαγωγική Ακαδημία και θα γίνει δασκάλα σε μια εποχή, αρχές του 20ού αιώνα, που τέτοιες επιλογές δεν ήταν συνήθεις για τις γυναίκες και μάλιστα από την κατώτερη τάξη. Ο πλούσιος Χέρμπερτ «τρέχει αντί να περπατάει». Είναι ασυγκράτητος, ορμητικός, ονειροπόλος, διαθέτει «εκείνη την υπεροπτική απουσία φόβου που διακρίνει όσους δεν έχουν λόγους να υποφέρουν και να φοβούνται στη ζωή τους», διακατέχεται από τα ιδανικά της νεοσύστατης αυτοκρατορίας και του νέου αυτοκράτορα. Παρότι ο έρωτάς τους θα γίνει παντοτινός, τούτες οι διαφορές θα καθορίσουν τη σχέση τους. Οι γονείς του απειλούν ότι αν παντρευτούν θα τον αποκληρώσουν. Θα ζήσουν μαζί μικρό χρονικό διάστημα, μέχρι το 1912, αλλά χώρια όλο το υπόλοιπο διάστημα της ζωής τους, κι αυτό είναι μεγάλο για την Όλγα η οποία θα φύγει από τη ζωή στα 1970, σε αντίθεση με εκείνον που θα καταπιεί το «τίποτα της απεραντοσύνης».

Η μεγάλη ιδέα για τη μεγάλη Γερμανία εμπνέει τον Χέρμπερτ, η οποία αναπτύσσεται περισσότερο όταν αυτός υπηρετεί στη φρουρά του πεζικού και γιγαντώνεται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, με τη συμμετοχή του στον γερμανικό στρατό στη Νοτιοδυτική Αφρική – ο λόγος για την αποικιοκρατική εποχή της Γερμανίας στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα, όπου συντελέστηκε η γενοκτονία των Χερέρο.

Στη μεταξύ τους αλληλογραφία, ο Χέρμπερτ από την Αφρική γράφει ολοένα και πιο μεγαλόστομα λόγια για τη φυσική ανωτερότητα της γερμανικής φυλής, για τη συντριβή των «μαύρων διαβόλων», για την κατάκτηση της απεραντοσύνης της Αφρικής. «Γιατί τα βάζεις με τους ανθρώπους; Χωρίς αυτούς τι να την κάνεις την απεραντοσύνη;», του λέει  η Όλγα με το αλάνθαστο πολιτικό ένστικτο που διαθέτει όταν εκείνος επιστρέφει. Αν και αντιλαμβάνεται νωρίς τη φοβερή γενοκτονία στην Αφρική, αρνιόταν να δεχτεί ότι ο δικός της Χέρμπερτ συμμετείχε στις θηριωδίες. Ωστόσο η επέκταση, η κατάκτηση, η μεγαλομανία και υπεροψία, η μεγάλη ιδέα εντέλει, δεν αφήνουν σε ησυχία τον Χέρμπερτ. Καθώς πιστεύει, «όπως ο σιδηρούς καγκελάριος (προσωνύμιο του Ότο φον Μπίσμαρκ), ότι οι Γερμανοί μόνο τον Θεό φοβούνται και τίποτα άλλο επί της γης», ετοιμάζεται για νέες αναχωρήσεις: Αργεντινή, Βραζιλία, Καρελία, Σιβηρία, χερσόνησο Καμτσιάτκα και τελικά Αρκτικός κύκλος. Η απόπειρά του να διασχίσει το πέρασμα στον Βόρειο Πόλο θα αποβεί μοιραία, καθώς θα χαθεί στην  παγωμένη απεραντοσύνη. Ο Σλινκ εμπνέεται τον μυθιστορηματικό Χέρμπερτ από τον πραγματικό Χέρμπερτ Σρέντερ Στραντζ, στρατιωτικό και εξερευνητή, ο οποίος το 1912 συνεπαρμένος από τη Μεγάλη Ιδέα αποπειράθηκε να διασχίσει με το καράβι «Herzog Ernst» το Νοτιοανατολικό Πέρασμα στη χερσόνησο Κόλα της Ρωσίας, με κόστος τη δική του ζωή και συντρόφων του.

Όσο ο μεγαλοϊδεατισμός πυροδοτεί τη ζωή του αγαπημένου της, άλλο τόσο καταδιώκει και την Όλγα στον μακρύ μοναχικό βίο της. Το άλλο πρόσωπο που σημαδεύει τη ζωή της και την συνδέει άρρηκτα με τον Χέρμπερτ (μυστικό που αποκαλύπτεται στις ανεπίδοτες επιστολές της προς αυτόν στο τέλος του βιβλίου), είναι ο Άικ, ο οποίος ακολουθεί επίσης το ρεύμα και εντάσσεται στις γραμμές των εθνικοσοσιαλιστών και αποκεί στα Ες Ες. Μια ακόμη απογοήτευση για την Όλγα.

Η ηρωίδα του Σλινκ θα ζήσει καταστροφές, δοκιμασίες, εφιαλτικά και κοσμοϊστορικά γεγονότα. Θα δουλέψει δασκάλα, θα μετατεθεί στην Ανατολική Πρωσία, θα χάσει την ακοή της, θα απολυθεί από τους ναζί και θα γίνει μοδίστρα, θα γευτεί ακραία φτώχεια, θα δει στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης τα μαύρα σύννεφα του ανερχόμενου ακραίου εθνικισμού και ναζισμού να έρχονται, την άνοδο των ναζί, τον ίδιο το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα περιφρονήσει το φασισμό και θα παραμείνει μέχρι τέλους αμεταμέλητη σοσιαλδημοκράτισσα. Θα μείνει πιστή στην ανάμνησή της για τον χαμένο αγαπημένο της, όμως πιστεύει ότι για όλα αυτά αιτία είναι μια: ο μεγαλοϊδεατισμός που κρατάει από πολύ μακριά και φτάνει ως την ανοικοδόμηση και το οικονομικό θαύμα που «είχαν λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις απ΄ όσο θα έπρεπε», όπως λέει σε έναν άλλο «μαθητή» της, τον Φέρντιναντ, αφηγητή του δεύτερου μέρους του βιβλίου και alter ego συγγραφέα. Στο σπίτι του, η ηλικιωμένη πια Όλγα δουλεύει ως μοδίστρα κατά τη δεκαετία του ΄50.

«Το κακό είχε αρχίσει από τον Μπίσμαρκ. Από τότε που αποφάσισε να καταστήσει τη Γερμανία μεγαλύτερη απ΄ όσο θα μπορούσε να είναι, τα μυαλά των Γερμανών είχαν παραφουσκώσει. Μολονότι ο Μπίσμαρκ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την απόκτηση αποικιών, η Όλγα τον θεωρούσε υπεύθυνο για τις αποικιοκρατικές αυταπάτες και τις αρκτικές σαχλαμάρες που είχαν καρφωθεί στο κεφάλι του Χέρμπερτ, για τις φαντασιοκοπίες του Άικ περί γερμανικού ζωτικού χώρου και για τους Παγκόσμιους Πολέμους». Και με νόημα ο συγγραφέας βάζει τον Φέρντιναντ, τον οποίο η Όλγα όρισε κληρονόμο της, να ομολογεί: «Δεν είχα διδαχθεί με αυτόν τον τρόπο την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στο μάθημα της ιστορίας, ούτε είχα ακούσει ποτέ ότι στη Γερμανία τα πάντα λαμβάνουν  υπερμεγέθεις διαστάσεις».

Η νηφάλια κατά τα άλλα Όλγα του ορθολογισμού δεν μίλησε δυνατά όπως όφειλε κι όταν έπρεπε, δεν απέτρεψε από τις πράξεις τους ούτε τον Χέρμπερτ, ούτε τον Άικ. Για τον πρώτο το ομολογεί και η ίδια. Για τον Άικ αναγνωρίζει ότι έκανε λάθος που του παρουσίασε τον Χέρμπερτ «ως ήρωα και όχι το αγόρι από την Πομερανία που υπερεκτίμησε τον εαυτό του». Εδώ ο συγγραφέας καταγράφει για άλλη μια φορά την παθητικότητα εκείνης της μερίδας του γερμανικού λαού που δεν παρασύρθηκε μα δεν έδρασε εναντίον αυτού που έβλεπε να έρχεται. Όταν, υπό το βάρος της ενοχής, η ηρωίδα του αποφασίζει να δράσει, κλείνοντας την αυλαία, στα 90 της πια, με κόστος τη ζωή της («ειρωνεία της τύχης, ότι ο Μπίσμαρκ ευθυνόταν πλέον και για τον θάνατό της»), είναι πλέον αργά.  Η πράξη της εναντίον ενός αγάλματος του Μπίσμαρκ είναι συμβολική για τις μεταπολεμικές γενιές που η Όλγα  έβλεπε ότι κι αυτές παρασύρονταν «στην υπερβολή», «διέπονταν από μεγαλοϊδεατισμό» και συνέχισαν να «ονειρεύονται τη μεγάλη Γερμανία, οικονομικά και στρατιωτικά θαύματα». Δεν είναι τυχαίο ότι σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας λέει ότι αν ζούσε σήμερα η Όλγα «θα της φαινόταν υπερβολική η εξέλιξη της Ευρώπης και του παγκοσμιοποιημένου κόσμου».

Με την άψογη μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού, η «Όλγα» είναι ένα πολυεπίπεδο φιλόδοξο μυθιστόρημα, άρτια δομημένο, με διαυγή γραφή και σαφή πολιτικά μηνύματα όχι μόνο προς τους συμπατριώτες του. Χωρίς να βαραίνει τον αναγνώστη με λεπτομέρειες, παρά τις πολλές αναφορές στη γερμανική ιστορία του τελευταίου ενάμιση αιώνα, προσφέρει αναγνωστική απόλαυση και προκαλεί τον προβληματισμό.

 

 

Info: «Όλγα»  του Bernhard Schlink, εκδόσεις «Κριτική», μτφρ. Απόστολου Στραγαλινού, σελίδες 293

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here