Γιατί δεν τα κατάφεραν οι Δημοκρατικοί; (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
113
Pile of "vote" badges

 

του Σπύρου Κακουριώτη

«Grab them by the vote!» Αυτή ήταν μία από τις πολλές ευφυείς προτροπές προς τους αμερικανούς πολίτες να προσέλθουν στην κάλπη των ενδιάμεσων εκλογών της 6ης Νοεμβρίου, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους για την προεδρία Τραμπ. «Γραπώστε τους με την ψήφο», προέτρεπε, θυμίζοντας τις βορβορώδεις εκφράσεις που ξεστομίζει συχνά-πυκνά εις βάρος των γυναικών ο αμερικανός πρόεδρος.

Όμως είναι αμφίβολο αν οι πολίτες τον γράπωσαν γερά. Το «μπλε κύμα» που ανέμεναν οι Δημοκρατικοί δεν ξεπέρασε τις ακτές, ανατολική και δυτική, αφήνοντας σχετικά ανεπηρέαστη τη «βαθιά Αμερική», αναδεικνύοντας ένα βαθιά διαιρεμένο έθνος. Ήταν ένα αποτέλεσμα που εγγυάται την ενδυνάμωση της αρχιτεκτονικής «ελέγχου και ισορροπιών» του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, όχι όμως και την ουσιαστική ανατροπή της μονοκρατορίας του Ντόναλντ Τραμπ και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Γιατί οι Δημοκρατικοί δεν τα καταφέρνουν; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει ο πολιτικός επιστήμονας και ορκισμένος φιλελεύθερος (όρος που στα αμερικανικά συμφραζόμενα έχει αριστερή χροιά) Μαρκ Λίλα στο δοκίμιό του Κάποτε φιλελεύθερος, και πάλι φιλελεύθερος, που έγραψε αμέσως μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ. Κείμενο πολεμικής και παρέμβασης, γραμμένο στον απόηχο του σοκ που προκάλεσε το φαινόμενο Τραμπ, επιχειρεί να προσανατολίσει τους αμερικανούς φιλελεύθερους, δηλαδή το Δημοκρατικό Κόμμα, σε μια νικηφόρα στρατηγική, που θα τους επιτρέψει να επιστρέψουν στην εξουσία.

Προκειμένου να γίνει αυτό όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι Δημοκρατικοί χρειάζεται να υποστούν έναν ριζικό μετασχηματισμό, να επανεφεύρουν τον τρόπο να κάνουν πολιτική ώστε να μπορέσουν να ξανακερδίσουν τους κεντρώους ψηφοφόρους της (λευκής) εργατικής τάξης και να διαμορφώσουν ένα πολιτικό όραμα για το έθνος –όπως ακριβώς κατάφερε να κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ, ενάντια τόσο στο Δημοκρατικό όσο και στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Γιατί όμως οι Δημοκρατικοί δεν τα καταφέρνουν; Δεν έχουν άραγε πίσω τους δύο επιτυχημένες θητείες του Μπάρακ Ομπάμα; Η Χίλαρι Κλίντον δεν συγκέντρωσε στην πραγματικότητα τρία εκατομμύρια περισσότερες ψήφους από τον Τραμπ; Οι αιτιάσεις των επικριτών του Λίλα είναι πιθανόν ορθές. Όμως το ερμηνευτικό του σχήμα έχει αρκετά να προσφέρει, όχι μονάχα στην αμερικανική πολιτική σκηνή –που, ας μην το ξεχνάμε, είναι και παγκόσμια– αλλά και σε όσους, στον υπόλοιπο κόσμο, προσπαθούν να χαράξουν έναν δημοκρατικό δρόμο ανάμεσα στις Συμπληγάδες της ακροδεξιάς απειλής και της ανάδυσης όλο και περισσότερων αυταρχικών ηγετών διεθνώς.

Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του Λίλα βρίσκεται η ταύτιση του Δημοκρατικού κόμματος με τα κινήματα ταυτότητας (όπως το Black Lives Matter, το Me Too κ.ά.), τα οποία, όπως τονίζει, οδηγούν σε μια ναρκισσιστική επικέντρωση στον εαυτό και έπιφέρουν έναν σταδιακό κατακερματισμό της κοινωνίας. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη θετική συμβολή αυτών των κινημάτων, αλλά και των προγόνων τους της δεκαετίας του ’60, στην αλλαγή των νοοτροπιών και των στάσεων της αμερικανικής κοινωνίας απέναντι στο διαφορετικό. Όμως, όπως επισημαίνει, την ατομικιστική στάση που καλλιέργησε ο όλο και μεγαλύτερος ταυτοτικός κατακερματισμός των κινημάτων αυτών μπόρεσε να την εκμεταλλευτεί και να την καρπωθεί η ρεϊγκανική δεξιά στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όχι οι φιλελεύθεροι.

Αδυνατώντας να συνθέσει πολιτικά τα αιτήματα αυτών των κινημάτων με τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης, το Δημοκρατικό Κόμμα παγιδεύτηκε στην αντιπροσώπευση της ελίτ των πανεπιστημίων και των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, χάνοντας τη δυνατότητά του να απευθύνεται με έναν λόγο οραματικό και ταυτόχρονα πειστικό στο σύνολο των πολιτών. Το κρίσιμο όπλο για την επαναδημιουργία ενός εμείς, σύμφωνα με τον Λίλα, είναι η ιδιότητα του πολίτη, καθώς αυτή προσφέρει «μια πολιτική γλώσσα για να μιλήσουμε για μια αλληλεγγύη που υπερβαίνει τους δεσμούς που προσφέρει η ταυτότητα».

Οι εικόνες των νεοεκλεγέντων που μονοπώλησαν τα διεθνή ΜΜΕ φαίνεται να επιβεβαιώνουν το επιχείρημα του συγγραφέα: οι πρώτες μουσουλμάνες στη Βουλή των αντιπροσώπων ή οι πρώτες αυτόχθονες, στις δηλώσεις τους μετά την εκλογή τους αναφέρθηκαν στην κοινότητα από την οποία προέρχονταν, σε ένα περιοριστικό «εμείς»· η εκλογή τους, αναμφίβολα, αποτελεί σημάδι προόδου, μόνο όμως αν καταφέρει να διαχυθεί στο εθνικό ακροατήριο.

Κείμενο πολεμικής, το δοκίμιο του Λίλα δεν διαθέτει το αναλυτικό βάθος το οποίο απαιτούν τα ερωτήματα που θέτει. Κάποιες από τις θέσεις του παρατίθενται αρκετά αφοριστικά, χωρίς την τεκμηρίωση που θα απαιτούσε μια τέτοια υπόθεση εργασίας, όπως π.χ. η ενσωμάτωση μέρους των αιτημάτων των κινημάτων του ’60 στον ρεϊγκανισμό. Πολλές αντιρρήσεις θα μπορούσαν να εγερθούν για τις θέσεις του σε ό,τι αφορά τα κινήματα ταυτότητας, τα οποία αποτελούν μια συνθήκη της σύγχρονης κοινωνίας που δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Δεν αρκεί να επικαλείται κανείς την ιδιότητα του πολίτη και τη διάχυση των μειονοτήτων σε αυτό το χωνευτήρι –όπως ακριβώς στη Γαλλία η επίκληση του ρεπουμπλικανισμού δεν εμπόδισε την εμφάνιση τζιχαντιστών που ήταν γάλλοι πολίτες.

Όμως, το βασικό ζητούμενο του δοκιμίου του Λίλα, η επανεφεύρεση ενός τρόπου ώστε η πολιτική να γίνει ξανά υπόθεση όλων των πολιτών, χωρίς αποκλεισμούς, να μπορεί να αναφέρεται στο σύνολο του εθνικού ακροατηρίου και όχι σε κατακερματισμένες ανάγκες και συμφέροντα, αυτό αφορά πολιτικές δυνάμεις και πολίτες και πέραν των συνόρων της Αμερικής, ιδιαίτερα στις μέρες μας, που ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας αισθάνεται πως αυτό το παιχνίδι δεν την αφορά και προτιμά να αναθέσει σε κάποιον «ισχυρό άνδρα» την αποστολή να διαμορφώσει, διά της πυγμής, ένα ισχυρό «εμείς», που βασίζεται στην ταυτότητα και όχι στη διαφορά, στον αποκλεισμό του άλλου…

 

info: Mark Lilla

Κάποτε φιλελεύθερος, και πάλι φιλελεύθερος. Περί της πολιτικής των ταυτοτήτων

Πρόλογος – επιμέλεια: Κώστας Αναγνωστόπουλος.Μετάφραση: Ελένη Κοτσυφού

Επίκεντρο, 2018

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here