Γιάννης Πατσώνης (Λιπιμένες κούνιες, Σαρλώ)

0
195

Γιάννης Πατσώνης [1]

 Δύο διηγήματα 

 

Οι Λιπιμένες κούνιες[2]

 

Ένα απόγευμα που πήγαμε στην παιδική χαρά με πιάσανε ξαφνικά δύο πόνοι. Η μαμά καθότανε στο παγκάκι και κάπνιζε εκείνο το τσιγάρο που το λένε ηλεκτρονικό και βγάζει άσπρο ατμό, όχι σαν τα άλλα που βγάζουν καπνό και κάνουν δαχτυλίδια. Μιλούσε με κάτι φίλες, που όμως δεν είναι φιλενάδες της, γιατί, φεύγοντας, δεν τις φιλάει δυο φορές στο μάγουλο. Ο πρώτος πόνος μου ήρθε όταν με τσίμπησε το κεντρί. Πρώτα τσίριξα χωρίς να το θέλω. Ύστερα κατάλαβα τον πόνο. Έτρεξε η μαμά, με πήρε αγκαλιά, βγάλτε τα ρούχα του φώναζε μια άλλη μαμά μην κρ[ί]βεται μέσα του κάνα ζουζουνάκι. Με ξέν[ι]σε και τότε πετάχτηκε κάτι σαν μέλισσα. Πολλοί έλεγαν πως είναι σφ[ί]γκα. Βάλτε εκεί πάνω, μ[ω]νία,[3] έλεγε ένας μπαμπάς. Βάλτε αλοιφή σιστίλ, έλεγε άλλος. Ξίδι, καλέ, ξιδόνερο, είπε μια γιαγιά κι έτρεξε απέναντι στο μινιμάρκετ. Ήρθε κι έφερε ένα κόκκινο μπουκάλι και μου έριχναν λίγο λίγο κι έτσουζε. Η μαμά φισούσε το τσίμπημα να δροσιστεί και μ’ ένα χαρτόνι έκανε αέρα. Το χέρι μου είχε κοκ[κ]ινήσει κάτω από τη μασ[κ]άλη μου και είδα τρεις φουσκαλίτσες, όπως όταν έπεσα στο χωριό πάνω στις τσουκνίδες. Τότε μου ήρθε και ο άλλος πόνος. Έτσι που ήμουν ξαπλ[ο]μένος στα γόνατα της μαμάς, μια μπάλα έπεσε με δύναμη στην κοιλιά μου, στον αφαλό. Μου ήρθε εμετός. Η μπάλα πήδ[ι]ξε από τα κάγ[γ]ελα και τσούλ[ι]σε στην κατιφόρα. Εγώ χάρηκα που χάσανε την παλιόμπαλα, αυτήν που μ’ έκανε να ξερνάω. Ο Τάκης γελούσε. Άλλη φορά δεν θα τον παίζω τον κουνέλα που τρώει όλα τα γκολ. Έτσι είναι, είπε η γιαγιά, όταν μας είδε να γ[ι]ρνάμε σπίτι. Με τον καινούργιο πόνο ξεχνάμε τον παλιό και πού είναι, καλέ, τα ρούχα του; Επιδή φοβ[ί]θηκε κρυολογ[ί]ματα η μαμά με είχε σκεπάσει με τη ζακέτα της. Εγώ τώρα δεν κρ[ί]ωνα, μα ντρεπόμουνα. Αυτές δεν είναι παιδικές χαρές, έλεγε η γιαγιά, καθώς με έντιναν, παιδική λ[ί]πη είναι. Χαρά στα γούστα τους. Πώς να παίξουνε τα παιδιά μέσα σε κάγ[γ]ελα, γύρ[ο] γύρ[ο] όλοι στη μέση ο Μανόλης; Εμείς, όπως θέλαμε παίζαμε στην αλάνα, δίχως τα μάτια των μεγάλων πάνω μας. Τι παιχνίδι να κάνεις ο δόλιος όταν σε κοιτάζουν οι άλλοι; Αχ! τότε εμείς κουντουρντίζαμε και ξεσαλώναμε και πέφταμε με γδαρμένα γόνατα και μ[ί]ξες. Για πε[ζ] μου τώρα εσύ σε πέρασε η λαχτάρα;

Είπα ναι, μα ήμουνα τρομαγμένος. Κι όχι μονάχα για τους πόνους. Αλλά να, φεύγοντας από κει, έβλεπα μια κούνια να πηγαίνει μπρος, πίσω, πάνω κάτω, από μόνη της. Ρώτησα τη μαμά και, ε, μόλις κατέβηκε ένα μεγάλο παιδί με είπε, κι άφησε την ορμή του επάνω της. Μα εμένα εκείνη η κούνια με φάνηκε σα λιπημένη, έτσι που τρίζανε οι αλυσίδες γ[γ] ραγκγ[γ]ρίγ[γ]… Μόνη της έκανε γ[γ]ριιγκ. Για βραδινό με δώσανε φριγανιές  με τσάι, όχι από το μαύρο που φέρνει νέ[β]ρα. Εκείνη τη νύχτα έμαθα τι είναι και τρίτος πόνος. Όμως δεν το γράφω γιατί δεν θα τον ξεχάσω. Και τι θα πει η λέξη α[ϊ]πνίες.

 

 

Σαρλώ 

 

…και παίζω τον αόμματο

με τα κουλά μου χέρια…

 

 

Σ’ εκείνο το ρολογάδικο, που στα τζάμια της προθήκης διάβαζες  «Μετατρέψτε τα κοσμήματά σας με μετρητά…» πήγαινα να δώσω κάτι «παλιά που δεν φοράτε», ίσως κι αυτά που φορούσα. Μου έλειπαν τόσα, που και λίγα να έπαιρνα, πολλά θα ήταν.

-Εδώ χρυσό μόνο κι ασήμι· τα μπακίρια στους παλιατζήδες, με πρόλαβε μια γαντοφορεμένη.

Ούτε που τα είδε η λάμια. Γιατί φόραγε γάντια μες στο μαγαζί με τέτοια κάψα έξω; Για να μην αφήνει αποτυπώματα; Μα όταν έβγαλε τα χνουδωτά γάντια της, λέγοντας συγκαταβατικά «ας ρίξουμε μια ματιά», τότε είδα το χέρι της. Γεμάτο εκζέματα.

-Ας είναι, είπε, διορθώνοντας την πρώτη εκτίμηση με μάτι που μισόκλεινε κουτοπόνηρα. Ας τα δούμε…

-Μήπως αυτό; πρότεινα κι έβγαλα της συχωρεμένης το δαχτυλίδι, που το φορούσα στον παράμεσο.

Το πήρε βάναυσα και το ’φερε προς το τζάμι. Φύσηξε, λες για να φύγει η σκόνη του χρόνου, και, «φω δεν μοιάζει, μα καρατίων ούτε εννιά» το εκτίμησε.

Είχα ακούσει πως για να βρουν τα καράτια, τρίβουν το κόσμημα πάνω σε μια σκουρόχρωμη πέτρα και μετά ρίχνουν τις σταγόνες που ταιριάζει. Το ’ξερα πως ήταν διπλάσια τα καράτια, δεκαοχτώ και βάλε. Το ζαφείρι, μπλε της νύχτας, που έκανε νερά, το βρήκε «σα φαγωμένο», μα τα ’χα ανάγκη «τα άτιμα τα τάλλαρα», που λέει κι ο Θεοτόκης. Το λυπήθηκα. Μαζί του, τέσσερα χρόνια τώρα, λεπτό δεν το ’βγαλα από πάνω μου. Τ’ άφηνα στα δικά της, τα αρπαχτικά χέρια – κόκκινα, γδαρμένα απ’ τα ξυσίματα, με σταχτιά λέπια.

Εκεί που με πλήρωνε, ένα χέρι στον ώμο μου.

-Τσόρτσοπ φιλάρα! Εσύ δεν ήσουν που πριν κάνα μήνα βούτηξες το περιδέραιο;

Σεκιουριτάς ήτανε; Κάνας ιπτάμενος από το υπερπέραν; Με είχε αδράξει ένα θεριό, γιλέκο μαύρο, κασκέτο με το γείσο στο βρέγμα.

-Η κάμερα σε τσάκωσε, μα ξέφυγες τότε δασκαλάκο, και, δίνοντάς με μια σπρωξιά, με ρίχνει στη φουσκωτή πολυθρόνα. Βούλιαζα.

-Και πάρε κι αυτά, κλεψιμαίϊκα θα ’ναι, σκλήριζε η γριά σαλαμάντρα, και πέταξε στα μούτρα μου ό,τι είχα αφήσει στον πάγκο.

-Κι ωσότου φτάσει η κλούβα ούτε κιχ!, με πρόσταξε ο γοριλάνθρωπος.

Η τζαντόγρια πέρασε έξω, βάζοντας το χέρι της αντήλιο. Θα την ήξεραν, ως φαίνεται, γιατί μόλις ήρθε το περιπολικό, ένα παλικάρι με αλογοουρά και πολιτικά, «μα κυρία μου πόσες φορές μας καλέσατε;» παραπονέθηκε.

Βλέποντας τον δήμιο, που τον έκοβε άγρια, σώπασε απότομα, αν όχι σαν υποψήφιο κλεφτρόνι κι αυτόν, μα ίσως κάτι σαν πληρωμένο όργανο, που τα είχε κάνει πλακάκια με παρανόμους. Έδωσα τα στοιχεία μου.

Στο τζιπάκι, χωρίς πινακίδες, όπως πρόλαβα να δω, αμίλητος ο οδηγός. Ο νεαρός «σκούρα, ε;» ειρωνεύτηκε και πέρασε τις χειροπέδες.

Στο τμήμα άψογοι. «Ουδέν!», απεφάνθη ο επικεφαλής, συγκρίνοντας φάτσες με την δικιά μου στον υπολογιστή. Με το ποντίκι σάρωνε το σύστημα. «Ο άνθρωπος είχε φαλάκρα και γυαλιά», άκουσα. «Κι αν τότε φορούσε περούκα;» πετάχτηκε με τσιριχτή φωνή, σαν υποβολέας μια που δεν φαινόταν από μέσα γραφείο. «Δεν κολλάει η φάση… δεν… δεν… κι η μυωπία; Για βάλ’τον, Ζησάκο – ήταν ο νεαρός αστυνόμος της παραλλαγής – για βάλ’ τον, ρε, στον πίνακα να πει αριθμούς. Χωρίς τα γυαλιά του».

Ο πίνακας, μακρόστενος με νούμερα, όπως στον οφθαλμίατρο. Δεν ξεχώριζα ούτε το εν δέκατο.

Με το που μ’ άφησαν, γύρισα πίσω. Γιατί; Μακάρι να ’ξερα. Μέσα ήταν ο αρκουδιάρης – η μαϊμού έλειπε.

-Αδελφέ μου, σόρι, είπε με το που με είδε. Ξεφύσαγε και με γράπωσε και πάλι απ’ τους ώμους.

Δεν του ταίριαζε καθόλου το συγγνώμη αυτό. Αναγούλα μ’ έπιανε ακούγοντας μανάβηδες που φόρτωναν λαχανίδες απ’ τα χαράματα, να λένε στην λαϊκή όκέι, θένκγιου – όχι που ταιριάζει δηλαδή να σε σκουντάνε στα πεζοδρόμια και να λένε πληηζ! κουλ!

Ναι, σχεδόν μ’ αγκάλιασε.

-Αδελφέ, ο κλέφτης εγώ είμαι. Της τα ξαφρίζω της σκρόφας…

Έπεσε κι ας μη χώραγε πάνω στην πολυθρόνα. Στην ίδια εκείνη που με είχε μόλις πριν λίγο πετάξει κι εμένα. Φούσκωνε το στήθος του, το κεφάλι του σφαίρα κόκκινη.

-Εγώ, ξανάπε, για δες τι γράφει σ’ αυτό και μου δίνει ένα σημειωματάριο. Διαβάζεις; έκανε, και ξέχνα πώς με λένε.

Από κάτι τέτοιους τετράγωνους τύπους, ορνιθοσκαλίσματα. «Καλύτερα απάτη παρά οφθαλμαπάτη», διάβαζα. «Αύριο-μεθαύριο στο κρεβάτι μας θα κατουρηθώ κι εσύ από μια φωτογραφία θα με βλέπεις γυμνό. Εγώ, ένας ξεχασιάρης αυτά που έχασα, δεν τα ξέχασα γιατί τα κράταγες εσύ φυλαχτό».

Ένας πελάτης ήρθε και, ρωτώντας, «κλείσατε από τώρα;» ρώτησε κι έφυγε ξαφνιασμένος. Από το καμαράκι στο βάθος, γρύλιζε ένα σκυλί.

-Σαρλώ! το φώναξε, κι εκείνο κρύφτηκε κάτω από τα ανοικονόμητα πόδια του. Από το διπλανό μαγαζί, ένα νυχάδικο, όπως είχα δει προηγουμένως, μπήκε μια άνετη.

-Πού χάθηκε, καλέ, το Σοφάκι; Μην παίρνοντας απάντηση, ήθελα να μου μάθει την πλέξη για κείνα κει τα γάντια… πρόσθεσε και  κοντοστάθηκε.

Ο Σαρλώ όρμηξε και την άρπαξε στο ξώφτερνο.

-Α! στριμμένο! τινάχτηκε κι αυτή και βρόντηξε πίσω της την τζαμόπορτα.

Τα μηχανάκια τα οδηγάνε κράνη. Έχω μια μπάλα για πόδι. 

Ο γοριλάνθρωπος σηκώθηκε. Σα να κούτσαινε.

-Αυτογκόλ! είπε. Το άλλο το αφεντικό μας κρεμάστηκε. Απ’ το κορδόνι αυτής της κουρτίνας. Οι κάμερες πνιγμένους δεν δείχνουν. Οι πεθαμένοι κάνουν παράσιτα.

Δείχνοντας με το κεφάλι του έξω:

-Και τώρα, φεύγα! Τράβα! με πρόσταξε άγρια. Πέσε στον καναπέ και ρίξε μια κουβερτούλα βελουτέ, χουχούλιαζε την στέγνια σου.

-…θα μπορούσες να ’σουνα πατέρας μου, αν και, κάγχασε, έτσι που ’σαι πέντε πιθαμές στην ανάταση… συμπλήρωσε πριν βγω.

Μην βλέπεις στους άλλους ό,τι φοβάσαι.

Ο Σαρλώ με κοίταζε σα να ’θελε κάτι να πει, που δεν θα ’πιανε τόπο.

 

 

[1]Ο Γιάννης Πατσώνης γεννήθηκε το 1950 στη Θεσσαλονίκη και είναι  παιδίατρος. Έργα του: Κυλιόμενες σκάλες, Κάλβος, Αθήνα 1982, Τα μάτια των περαστικών, Κέδρος, Αθήνα 1985 και Σκεύος μετανοίας, Εν πλω, Αθήνα 2017. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά και ιατρικά περιοδικά.

[2] ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα τυχόν λάθη του κειμένου, όπως και του τίτλου, αντί «Οι λυπημένες κούνιες», σημειωμένα με τονισμένα πλάγια γράμματα σε αγκύλες προσπαθούν να μιμηθούν την γραφή ενός παιδιού, που είναι ανορθόγραφη.

[3] Αμμωνία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here