Γιάννης Η. Χάρης: ο «αντιλογοτεχνικός» Κούντερα (συνέντευξη στον Β. Χατζηβασιλείου)

0
1040
Μίλαν Κούντερα

    

Ο Γιάννης Η. Χάρης συζητάει με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για την καινούρια  μετάφραση της Αβάσταχτης ελαφρότητας αλλά και για την πολύχρονη μεταφραστική του εμπειρία με τον Μίλαν Κούντερα .

Επιμελητής εκδόσεων και παρεμβατικός αρθρογράφος (πρώτα στα Νέα και σήμερα στην Εφημερίδα των Συντακτών) για γλωσσικά και ευρύτερα πολιτιστικά ζητήματα, ο Γιάννης Η. Χάρης μεταφράζει από το 1994 τον Μίλαν Κούντερα, ξαναμεταφράζοντας και τα παλαιότερα μυθιστορήματά του, ύστερα από επιθυμία του ίδιου, με βάση  τις αναθεωρημένες γαλλικές μεταφράσεις, που επέχουν θέση πρωτοτύπου. Ο Γ. Η. Χάρης μιλάει στον Αναγνώστη για την καινούρια  μετάφραση της Αβάσταχτης ελαφρότητας: για το τι ήταν εκείνο που τον παρακίνησε να τροποποιήσει τον τίτλο, για το τι απήχηση μπορεί να έχει στο κοινό το βιβλίο ύστερα από την καινούρια  του μετάφραση, για το τι σημαίνει να μεταφράζεις τον Κούντερα επί δεκαετίες (αν μη τι άλλο το να έρθεις σε επαφή με έναν συγγραφέα που απολαμβάνει τις απορίες τού μεταφραστή του), αλλά και για το πώς ένα μυθιστόρημα μπορεί να υπερβεί τον τόπο του και την εποχή του.

                       

ΕΡ: Η συζήτησή μας για την καινούργια μετάφραση του διασημότερου ίσως μυθιστορήματος του Μίλαν Κούντερα δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από μια δια γυμνού οφθαλμού ορατή αλλαγή – την αλλαγή του τίτλου, με τον οποίο είμαστε επί πολλά χρόνια εξοικειωμένοι: Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι έγινε Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης. Θα μας εξηγήσετε τους λόγους που σας οδήγησαν σε αυτή την επιλογή;

 

ΑΠ: Πιστέψτε με, είμαι αφάνταστα συντηρητικός σε αλλαγή τίτλου, πολύ περισσότερο σε έργα με μακρά πορεία πίσω τους. Θέλω όμως να πιστεύω ότι το συγκεκριμένο έργο,  που θεωρείται κλασικό πια, θα έχει εξίσου μακρά πορεία και έπειτα από εμάς, με όποιον τίτλο κι αν το θυμάται ο καθένας.

Αλλά τότε; Αλλά τότε ο Κούντερα, το συγκεκριμένο έργο του, μιλάει για τη ζωή, για την ύπαρξη. Απλώς, η λ. ζωή στον τίτλο, Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ζωής, μού φάνηκε πολύ πιο τολμηρή –αλλά και, από μιαν άποψη, ίσως και πεζολογική. Όταν όμως ο Κούντερα παραφράζει τη Γένεση και γράφει πως ο Θεός είδε πως l’être, το είναι, είναι καλό πράγμα, και γι’ αυτό είναι καλό και να τεκνοποιούμε, έχουμε ξεκάθαρη αναφορά στη δημιουργία της ζωής· όταν λοιπόν ο Θεός δημιούργησε τη ζωή, είδε πως η ζωή είναι καλό πράγμα…, η ζωή και όχι «η ιδιότητα του υπάρχειν», αν μείνουμε σε μια αυστηρά φιλοσοφική μετάφραση τού είναι.

Έτσι κι αλλιώς, όταν φτάσει κανείς μεταφράζοντας να πει πως ο Θεός «είδε ότι το είναι είναι καλό», μάλλον πρέπει να αναθεωρήσει, να αναζητήσει άλλη λύση.

Επίσης, σε άλλο σημείο, διαβάζουμε: «εάν δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ευγενές και στο ποταπό, […] η ανθρώπινη ύπαρξη (existence) χάνει τις διαστάσεις της και αποκτά μιαν αβάσταχτη ελαφρότητα»: Ιδού, δηλαδή: ο καινούριος τίτλος υπάρχει εξαρχής μέσα στο βιβλίο, δίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο οποίος εναλλάσσει σε όλο το βιβλίο τους όρους ύπαρξη (l’existence) και είναι (l’être), ενώ δεν λείπει και η ίδια η ζωή (la vie), σε σημείο ακριβώς όπου πραγματεύεται την ιδέα του για την αβάσταχτη ελαφρότητά της.

Και εννοείται πως η αλλαγή έγινε σε συνεννόηση με τον συγγραφέα.

 

ΕΡ: Ποιες ανάγκες έπρεπε να αντιμετωπίσετε και ποια προβλήματα χρειάστηκε να λύσετε ως μεταφραστής, πλησιάζοντας το έργο σε μιαν εποχή αρκετά διαφορετική από εκείνην κατά την οποία πρωτομεταφράστηκε;

 

ΑΠ: Όχι κάποια ιδιαίτερα προβλήματα· ίσως μάλιστα λιγότερα απ’ ό,τι αν ήταν ένα βιβλίο που διαδραματίζεται π.χ. στις αρχές του περασμένου αιώνα, ή και ακόμα πιο παλιά. Εννοώ πως το βιβλίο είναι περίπου σύγχρονό μου· εντάξει, ήμουν αρκετά νέος, για την ακρίβεια στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, όταν ήρθε το βίαιο τέλος της Άνοιξης της Πράγας, η εποχή δηλαδή του βιβλίου, των όσων διαδραματίζονται στο βιβλίο, αλλά τριαντάριζα πια την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε και σχεδόν αμέσως μεταφράστηκε το βιβλίο. Μεγάλωσα δηλαδή μαζί με την εποχή εκείνη, και παράλληλα με τα βιβλία του Κούντερα.

 

ΕΡ: Ποια απήχηση πιστεύετε ότι θα έχει στο ελληνικό κοινό η καινούργια μετάφραση της Αβάσταχτης ελαφρότητας της ύπαρξης, που, όπως κι αν τη λογαριάσουμε, σημαίνει μια καινούργια υποδοχή (πρόσληψη αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε πιο σύγχρονο λεξιλόγιο) του βιβλίου;

 

ΑΠ: Αυτό δεν το ξέρω, δεν μπορώ να το ξέρω –να το ευχηθώ μόνο μπορώ. Να ευχηθώ η όποια δημοσιότητα γύρω από την καινούρια μετάφραση να σταθεί αφορμή για περαιτέρω διάδοση αυτού του σπουδαίου έργου· ή καλύτερα, ναι, για μια καινούρια υποδοχή, όπως είπατε, στον βαθμό που μια καινούρια μετάφραση μπορεί εξ αντικειμένου να λειτουργήσει όπως η συντήρηση των έργων τέχνης, που καθαρίζει τους ρύπους που με τα χρόνια επικάθονται πάνω σ’ ένα έργο και θαμπώνουν την όψη του, ξεθωριάζουν, αλλοιώνουν τα χρώματά του, τη συνολική εικόνα του ίσως.

 

ΕΡ: Αυτό πώς ακριβώς το εννοείτε, στη συγκεκριμένη ιδίως περίπτωση.

 

ΑΠ: Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι καταρχήν οι ρύποι του μπεστ σέλερ, η μοίρα όλων γενικά των μπεστ σέλερ, τα κακά που συνοδεύουν τα αναμφισβήτητα καλά της μεγάλης διασημότητας –και κυκλοφορίας, όταν μιλάμε για βιβλία. Δημιουργείται ένας μύθος, ένα νεφέλωμα καλύτερα, με όρους εφημεριδογραφίας, διαφήμισης και μάρκετιγκ, που περιβάλλει το έργο, μια θολούρα που συσκοτίζει το έργο στις πραγματικές του διαστάσεις και ευνοεί μια αποσπασματική και επιφανειακή προσέγγιση, νά, σαν το «Ένα το χελιδόνι», στη μοναδική, στην εξαιρετική συνάντηση Ελύτη-Θεοδωράκη, σπουδαίο, σπουδαιότατο τραγούδι από μόνο του, που ωστόσο επισκιάζει το συνολικό έργο, το Άξιον εστί, και του ποιητή και του συνθέτη.

Ειδικότερα όμως στην περίπτωσή μας, στην Αβάσταχτη ελαφρότητα, υπάρχει κάτι περισσότερο από σκιά, που πέφτει βαρύ πάνω στο έργο: αναφέρομαι στην ταινία του Φίλιπ Κάουφμαν που βγήκε λίγα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, με σπουδαίους ηθοποιούς, τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, τη Ζυλιέτ Μπινός και την Λένα Όλιν. Όμως η ταινία αυτή, ή μάλλον: μια κινηματογραφική ταινία, κάθε κινηματογραφική ταινία, εστιάζει, αναπόφευκτα ίσως, σε ένα από τα επίπεδα του έργου, σε μία ανάγνωση· και έτσι, εδώ, ένα ιδιαίτερα πολυεπίπεδο έργο συρρικνώνεται σε μια τετριμμένη ιστορία ενός ερωτικού τρίο: ο ερωτύλος σύζυγος, η ζηλιάρα σύζυγος και η ανέμελη ερωμένη του συζύγου . Αυτή η μονοσήμαντη προσέγγιση, χάρη στην τεράστια δύναμη του μέσου, του κινηματογράφου εννοώ, επικάθισε στο μυθιστόρημα σαν γλίτσα, επιτρέψτε μου τη λέξη, σχηματίζοντας κάτι σαν κρούστα, ή πάντως ένα πυκνοϋφασμένο πέπλο που μας κρύβει εντέλει την ουσία του έργου.

 

ΕΡ: Μιλήστε μας γενικότερα για τα ζητήματα που θέτει στον μεταφραστή του το μυθιστορηματικό και δοκιμιακό έργο του Κούντερα.

 

ΑΠ: Είχα την τύχη να καταπιαστώ με μετάφραση έργου του Κούντερα, το γραμμένο κατευθείαν στα γαλλικά δοκίμιο Προδομένες διαθήκες, έργο του 1993, όταν είχε ολοκληρώσει τον κύκλο των εφτά πρώτων μυθιστορημάτων του, της «τσέχικης» τρόπον τινά περιόδου του, από το Αστείο και τους Κωμικούς έρωτες ώς την Αθανασία, και είχε επίσης γράψει, πρώτη φορά στα γαλλικά, το άλλο δοκίμιο, την Τέχνη του μυθιστορήματος. Είχα έτσι όλα τα κλειδιά, αν θέλετε, στο χέρι –χωρίς αυτό να είναι όσο απλό ακούγεται, είναι όμως κάτι πολύ σημαντικό, καθώς μάλιστα ήμουν φανατικός αναγνώστης και λάτρης του Κούντερα.

Επίσης είχα την τύχη, την ευλογία ουσιαστικά, να μεταφράζω συγγραφέα που απολαμβάνει, κατά κάποιον τρόπο, τις μεταφραστικές απορίες, που είναι πολύ πρόθυμος να συζητάει, ώρες ολόκληρες καμιά φορά, μια λεπτομέρεια δευτερεύουσας σημασίας.

Με ακούω, και σαν να εξωραΐζω, να εξιδανικεύω, τη δύσκολη, την πανδύσκολη συνθήκη του μεταφραστή, αλλά, αλήθεια, το ’χω ξαναπεί, μεταφραστής έγινα ουσιαστικά για τον Κούντερα, και δεν θα ’θελα, δεν έχω την παραμικρή φιλοδοξία να μεταφράσω κάποιον άλλον συγγραφέα, ελπίζω μάλιστα να μη χρειαστεί, για καθαρά βιοποριστικούς σήμερα λόγους, να μεταφράσω άλλον συγγραφέα.

Αλλιώς, δεν είναι εύκολος ο Κούντερα, με τα δοκιμιακά μυθιστορήματά του και τα μυθιστορηματικά δοκίμιά του, ή με το τεράστιο πλήθος αναφορών σε συγκεκριμένους συγγραφείς και έργα, λογοτεχνικά έως φιλοσοφικά (όχι πως δεν υπάρχουν άλλοι, δυσκολότεροι ίσως ως προς αυτό)· έπειτα είναι η μουσική, η δεύτερη μεγάλη δεξαμενή απ’ όπου αντλεί, καθώς εξάλλου από τη μουσική ξεκίνησε ο ίδιος, όπου κι εδώ πάντως με βοήθησε μια εξοικείωση που έτυχε να έχω με το αντικείμενο.

Ίσως όμως το δυσκολότερο στον Κούντερα είναι ο προγραμματικός αντιλυρισμός και το «αντιλογοτεχνικό» ύφος του, γενικότερα αυτή η άκρα απλότητά του, που ωστόσο ακολουθεί μιαν αυστηρά μελετημένη αρχιτεκτονική, κατά κανόνα μια μουσική φόρμα, σονάτα ή φούγκα.

 

 

ΕΡ: Οι εποχές αλλάζουν, αλλά τα έργα τέχνης, τουλάχιστον εκείνα που έχουν την ικανότητα να υπερβαίνουν τα τείχη του χρόνου, παραμένουν και δίνουν καινούργιες μάχες. Πώς βλέπετε την Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη της δημοσίευση – ποιες μάχες καλείται να δώσει σήμερα;

 

ΑΠ: Να αποδείξει ακριβώς ότι έχει υπερβεί τα τείχη του χρόνου, όπως είπατε. Να αποδείξει ότι ο καταρχήν απολύτως συγκεκριμένος τόπος και ο απολύτως συγκεκριμένος χρόνος της είναι ουσιαστικά προσχηματικός, ένα συμβατικό πλαίσιο μέσα από το οποίο, ή και με τη βοήθεια –γιατί όχι– του οποίου, ο συγγραφέας μιλάει για κάτι διαφορετικά ουσιώδες, την ανθρώπινη ύπαρξη εν προκειμένω, που υπερβαίνει τόπο και χρόνο, για αιώνια δηλαδή αλλά διόλου μεταφυσικά προβλήματα που καθορίζουν τον βηματισμό του ανθρώπου –και των καιρών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here