Οι γάτες του Δ.Ι. Αντωνίου (της Ελένης Τσαντίλη)

0
181

 

της Ελένης Τσαντίλη

 

 

(στον Α. Τ.)

 

Ο Δημήτρης Καρακίτσος πρωτοεμφανίστηκε το 2012 με το ποιητικό βιβλίο Οι γάτες του ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου (Το Ροδακιό, σελίδες 53). Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, στο πρώτο (σ. 11-35) περιέχονται ποιήματα της μίας σελίδας, με ελεύθερο στίχο και συνειρμική συρραφή των στροφών μεταξύ τους. Το δεύτερο μέρος (σ. 37-52), τιτλοφορείται «Ιστορίες Α΄-Ε΄ κ.ά.» και περιλαμβάνει πεζές αφηγήσεις, κάποιες από τις οποίες θυμίζουν ημερολογιακές σημειώσεις. Το δεύτερο μέρος λειτουργεί κατοπτρικά με το πρώτο και αποτελεί μιαν άλλη εκδοχή του ταξιδιωτικού και αναμνησιακού θέματος που βρίσκουμε στο καθαυτό ποιητικό κομμάτι. Τα δύο μέρη αλληλοσυμπληρώνονται.

Το μότο του βιβλίου, «Όλα αυτά τα ’χω δει σε φτερά πεταλούδας…», είναι ένας στίχος από τις Ινδίες του Δημήτρη Ι. Αντωνίου (1906-1994). Ο Αντωνίου ήταν ναυτικός και ποιητής, ενταγμένος στη γενιά του ’30. Οι Ινδίες (1967) είναι μια μακροσκελής ποιητική σύνθεση. Οι στίχοι της είναι νοηματικά κατακερματισμένοι αλλά συνδέονται μεταξύ τους ως συνειρμοί που ενεργοποιούνται από διάφορα εξωτερικά και εσωτερικά ερεθίσματα. Στον παραπάνω στίχο, συμπυκνώνεται η ποιητική του μέθοδος, όπου όσα έχουν γραφτεί αποτελούν προβολές του συναισθηματικού τοπίου ενός ναυτικού. Την ίδια μέθοδο μεταχειρίζεται και ο Καρακίτσος.

Ο Καρακίτσος, με πρόσχημα τις γάτες, συνθέτει σε κάθε ποίημα την εντύπωση ενός τοπίου, ενός συμβάντος ή ενός συναισθήματος. Συνολικά, διερευνά τον χώρο και τον χρόνο της επιθυμίας όπως αυτός αναδύεται στη σκέψη -και τη γραφή- του ποιητή μέσα από την παρατήρηση αντικειμένων και συμπεριφορών.

 

[…]

Έπινες κάτι γκαζόζες

Κι έκανες όνειρα

Ότι θα γυρίσεις στην Αθήνα

Στην παλιά τη θέση σου ξανά

Να τοιχοκολλάς προγράμματα θεάτρου

Αφίσες για σαπούνια και τσιγάρα.

[…]

 

(σ.14)

 

Στο βιβλίο ασκείται σε μοντερνιστικές τεχνικές και θέματα. Ιδιαίτερα, χρησιμοποιεί την τεχνική της αποστασιοποίησης ώστε να αποδραματοποιήσει την κατάσταση που περιγράφει, ενώ διακρίνουμε την ειρωνεία που του επιτρέπει η θέση του εξωτερικού παρατηρητή αλλά και του αυτοπαρατηρούμενου. H δομή του ποιήματος αποτελείται από στροφικές ενότητες όπου η τελευταία, ως κατακλείδα, διατυπώνει ένα συμπέρασμα που κυκλώνει νοηματικά την αρχή με το τέλος. Καμιά φορά η κατακλείδα υπονομεύει ό,τι έχει ειπωθεί προηγουμένως, υπενθυμίζοντας την αβέβαιη φύση όλων των αισθητήριων ή κατά φαντασίαν δεδομένων που έχουν χτίσει την ποιητική εικόνα, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Η γάτα του Μπρουνέι»:

 

Στα ταξίδια μου δεν ξέρω

Τι το ασυλλόγιστο με ρημάζει σε νοσταλγίες

 

Κι ενώ τις περισσότερες φορές έλεγα

Πως ήμουν καλά: γράφοντας στίχους

 

Ψάχνοντας ερημιές. Κι ακόμη πως

Εδώ, έχω βλέμμα μεγάλο: κατεβαίνεις

 

Σε κάτι λιμάνια με φοινικιές, ποδήλατα,

Γάτες, γυναίκες, ψάθινα καπέλα.

 

Η τράπουλα του Διαμαντή άλλες φορές χορεύει

Και χάνονται τάχα ψευτοπεριουσίες: μια χούφτα φιστίκια.

 

Κατάντια! Ένας άνθρωπος που ζει δίχως

Να ζει. Που ονειρεύεται ενώ ζει.

 

(σ. 17)

 

Σε κάποιες περιπτώσεις η επιλογική στροφή κόβει τον εσωτερικό ρυθμό του ποιήματος το οποίο χρειάζεται λίγους στίχους ακόμη για να ξεδιπλωθεί στην πλήρη  αισθητική του έκφραση, και κατ’ επέκταση κόβει τον ρυθμό της ανάγνωσης επιβάλλοντας ένα απότομο τέλος στην ονειροφαντασία. Επίσης, σημεία στίξης, παρατονισμοί και επαναλήψεις εμφανίζονται νωρίτερα ή αργότερα από το ρυθμικό αναμενόμενο, δημιουργώντας μια περίεργη αίσθηση ατελεύτητου στον αναγνώστη, σαν να εκκρεμεί άλλη μία λέξη.

Το ταξίδι, ο νόστος και ο εξωτισμός είναι στοιχεία του ελληνικού μοντερνισμού του μεσοπολέμου. Οι γάτες από τα διάφορα μέρη της Ανατολής (π.χ. Σαγκάη, Βιετνάμ, Σιγκαπούρη, Βομβάη, Σουμάτρα, κ.ά.) είναι οι φορείς του κοσμοπολιτισμού και δημιουργούν παραλληλίες με ένα γνώριμο, μυθικό, ελληνικό χώρο. Αυτός ο χώρος έχει ήδη καθοριστεί μέσα από άλλα διακείμενα, των οποίων τα ίχνη συναντάμε διάσπαρτα στα ποιήματα (π.χ. το τραμ, ένα καφενείο στο Σύνταγμα, Τήνος καλοκαίρι του ’31). Φράσεις και λέξεις-κλειδιά οδηγούν στους ποιητές που μυθοποίησαν τον ελληνικό χώρο (π.χ. Εγγονόπουλος, Σεφέρης, Ελύτης, Αντωνίου). Με ένα δώρο, ασημένιο χαϊκού, μοιάζει η ευχαριστήρια γραφή του Καρακίτσου:

 

ΧΑΪ-ΚΟΥ

 

Με βοήθησες.

Ήρθες μ’ ένα καράβι

Παλιό, ασημένιο

 

(σ. 26)

 

Κυρίαρχο χαρακτηριστικό είναι η υποκειμενικότητα. Κάθε εικόνα που προσλαμβάνει ο ποιητής είναι θολή. Μπορούμε να φανταστούμε τις διαθλάσεις του φωτός σε ένα ζεστό και υγρό λιμάνι, και τις πολύβουες εξωτικές αγορές στις οποίες τριγυρνά ο ποιητής ύστερα από τη μακρά μοναξιά του πλοίου και του ταξιδιού. Το βλέμμα του έχει προεργαστεί στον μύθο του τοπίου, δηλαδή μεσολαβεί αισθητικά και διαμορφώνει το τοπίο, ανάλογα με τη δική του ατομικότητα, του ποιητή-ναυτικού Δ.Ι. Αντωνίου. Σύμφωνα με τον Georg Simmel, ό,τι επισκοπεί το βλέμμα μας δεν είναι ακόμη «τοπίο» αλλά διάσπαρτο υλικό, όπως και μια βιβλιοθήκη δεν είναι ακόμη «βιβλιοθήκη» παρά μόνο όταν ιδωθεί κάτω από μια συγκεκριμένη ενοποιητική έννοια. Το βλέμμα, διαμεσολαβεί αισθητικά και ενοποιεί τα φυσικά υλικά συγκροτώντας κατ’ αυτό τον τρόπο το «τοπίο».1 Παρατηρούμε ότι ο ποιητής διαρκώς ενδοσκοπεί, το τοπίο υπάρχει ως ερέθισμα για να ανακαλέσει μία ανάμνηση ή μία ματαιωμένη επιθυμία. Από αυτή την άποψη το βλέμμα του είναι νεωτερικό, διότι δεν σχηματίζει μια ρεαλιστική εικόνα, αλλά δημιουργεί ένα καινούριο τοπίο φτιαγμένο από τα υλικά της νοσταλγίας. Στο τέλος πετυχαίνει την αισθητική αυταξία ενός κατακερματισμένου κόσμου (εξωτικού αλλά και ελληνικού) μέσα στον οποίο προσπαθεί να υπάρξει.

Η γάτα είναι το μυθικό, συνεκτικό στοιχείο μεταξύ του εδώ και τώρα και του χώρου της ονειροπόλησης. Ενσαρκώνει την επιθυμία που διαρκώς διαφεύγει και την οποία ο ποιητής προσπαθεί να κλείσει σε ένα ενθύμιο ταξιδιού. Η γάτα είναι δισυπόστατη, έχει ταυτόχρονα μέσα της κάτι ανθρώπινο και κάτι θεϊκό, είναι εξημερωμένη αλλά από τη φύση της αγριμική, άλλοτε τη βλέπουμε σε κάποιο ποίημα και άλλοτε όχι. Συμβολίζει τη φευγαλέα εικόνα που προσπαθεί να αποκαταστήσει ο ποιητής:

 

«Ο Δ.Ι. Αντωνίου καμάρωνε για τις γάτες αυτές, που είχε φέρει από ξένες χώρες. Αυτές μπορούσαν να μιλούν. Οι ναυτικοί δένονται εύκολα σε μελαγχολίες. Τα ενθύμια του ταξιδιού για αυτά τα πράγματα πρέπει να μιλούν. Ο Δ.Ι. Αντωνίου ήταν άνθρωπος εκκεντρικός» (σ. 51).

 

Στο βιβλίο διακυβεύεται η ιδιότητα του ποιητή. Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος στο δοκίμιο «Ένα σχόλιο για τις Ινδίες του Δ.Ι. Αντωνίου» (Σημειώσεις, τ. Δ΄, σ. 76-86), επισημαίνει την επαγγελματική ταυτότητα του Αντωνίου που ήταν ναυτικός και δη καπετάνιος, επιχειρώντας μια κοινωνιολογική προσέγγιση της ποίησής του. Αντίθετα, κι ενώ συμφύρονται στις Γάτες οι δύο ιδιότητες του ποιητή και του ναυτικού, ο Καρακίτσος στον τίτλο προτάσσει τον προσδιορισμό –ποιητής- ως απαραίτητο στοιχείο ταυτοποίησης. Η συγκεκριμένη ιδιότητα δημιουργεί έναν ορίζοντα προσδοκιών για το πρόσωπο. Ο ποιητής Αντωνίου φέρνει γάτες από τα ταξίδια του, καπνίζει τσιγάρα με γαρίφαλο, ονειροπολεί αδιάκοπα. Σχηματίζουμε την ιδέα του εκκεντρικού ποιητή που στοχάζεται μελαγχολικά. Επομένως, ο Καρακίτσος προσλαμβάνει την έννοια του ποιητή φιλολογικά.

Η τεχνική στις Γάτες έχει πίσω της μια μακρά παράδοση. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα  από ποίημα του Μποντλέρ ο οποίος ανέδειξε την έκσταση και τη μελαγχολία της φυγής και των θαλασσινών ταξιδιών. Στο ποίημα Parfum exotique η μυρωδιά ενός αρώματος ενεργοποιεί τη φαντασία του ποιητή και δημιουργεί τοπία: «Όταν καμιά του φθινοπώρου εσπέρα, με κλεισμένα/Τα δυο μου μάτια, των στηθιών σου το άρωμα ρουφώ,/Βλέπω να ξετυλίγονται ακρογιάλια ευτυχισμένα,/Λουσμένα από ένα φως μονότονο, θαμπωτικό/ […]2. Παρατηρούμε ομοιότητες στον τρόπο που αναδύεται ο συνειρμός, στο διαλυτικό φως που θολώνει την εικόνα. Οι Γάτες του Καρακίτσου αφομοιώνουν τα μοντερνιστικά τεχνάσματα και μοιάζουν με μια αυτοτελή ρετρό παρένθεση.

Για κάποιον που έχει ζήσει σε σπίτι ναυτικού (ή το έχει φανταστεί), βρίσκει σ’ αυτό τα ενθύμια για τα οποία γράφει ο Καρακίτσος, ίσως όχι με τη μορφή μιας γάτας, αλλά μέσα σε κάποιο συρτάρι που μυρίζει ταμπάκο σκληρό και έχει λειψές τράπουλες. Μια λανθάνουσα ταύτιση μας φέρνει κοντά σε αυτόν που ταξιδεύει ή είναι παγιδευμένος σε έναν υποκειμενικά εξωτικό χώρο. Όπως γράφει ο Καρακίτσος, «τα λιμάνια με τους ανθρώπους τους» κάθονται «στις μυρωδιές μιας ξυλογραφίας» (σ. 31).

 info: Δημήτρης Καρακίτσος, Οι γάτες του ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου (Το Ροδακιό)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Georg Simmel, Joachin Ritter, Ernst H. Gombrich, Το τοπίο, Ποταμός, Αθήνα 2004, σ. 14-16.
  2. Charles Baudelaire, Εικοσιοχτώ ποιήματα, μετ. Κλ. Παράσχος, Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here