Βλαντισλάβ Χοντασέβιτς: “Το τέλος της Ρενάτας”

0
138

 

 

 

(Μετάφραση από τα ρωσικά

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©). Μια αληθινή ιστορία με ψευδώνυμα από τον κόσμο των συμβολιστών ποιητών. 

 

Τη νύχτα της 23 Φεβρουαρίου, στο Παρίσι, σε ένα μίζερο ξενοδοχείο μια φτωχικής συνοικίας, ανοίγοντας το φωταέριο, αυτοκτόνησε η συγγραφέας Νίνα Πετρόβσκαγια. Την αποκάλεσαν συγγραφέα – για το λόγο αυτό – στις ειδήσεις των εφημερίδων. Αυτός ο τίτλος όμως δεν ανταποκρίνεται πλήρως σ’ αυτό. Αν θέλουμε να είμαστε  ειλικρινείς, αυτά που έγραψε δεν ήταν σημαντικά ούτε ως προς τον όγκο τους, ούτε ως προς την ποιότητά τους. Εκείνο το μικρό χάρισμα που είχε, δεν κατάφερε, και κυρίως, δεν ήθελα να το «ξοδέψει» στη λογοτεχνία. Ωστόσο στη ζωή της λογοτεχνικής Μόσχας, ανάμεσα στο 1903 και το 1909, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο. Δεν είμαι σε θέση τώρα να μιλήσω λεπτομερώς για το τι και πως συνδέεται η ίδια με την εποχή του ρωσικού συμβολισμού. Ο ιστορικός του συμβολισμού στο μέλλον όμως θα καθορίσει την αρκετά μεγάλη θέση της σ’ αυτόν. Από ότι φάνηκε εκ των υστέρων η προσωπικότητά της άσκησε επιρροή σε συνθήκες και γεγονότα, τα οποία, φαινομενικά, δε συνδέονται με το όνομα της. Αποδείχτηκε ότι η εμφάνισή της στο λογοτεχνικό ορίζοντα είχε πολύ πιο σημαντικές επιδράσεις απ’ ότι συνηθίσαμε να πιστεύουμε. Αυτή όμως είναι η δουλειά του μέλλοντος. Τώρα, στα πλαίσια των δυνατοτήτων που έχουμε, θέλω να μιλήσω για την ίδια. Προκαταρκτικά, ωστόσο, θα πρέπει να αγγίξω αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε πνεύμα της εποχής, γιατί η ιστορία της Νίνα Πετρόβσκαγια  χωρίς αυτή την έννοια δεν θα είχε καμιά απολύτως σημασία.

* * *

Οι συμβολιστές πριν από όλα δεν ήθελαν να ξεχωρίζουν το συγγραφέα από τον άνθρωπο, τη λογοτεχνική βιογραφία από την προσωπική. Ο συμβολισμός δεν ήθελε να είναι μόνο μια καλλιτεχνική σχολή, ένα λογοτεχνικό ρεύμα. Συνεχώς προσπαθούσε να γίνει μια δημιουργική μέθοδος ζωής, και σε αυτό έγκειτο η βαθύτατη, ίσως, ανεκπλήρωτη αλήθεια, και σε αυτή την αέναη επιδίωξη κύλησε, ουσιαστικά, όλη του η ιστορία. Ήταν μια σειρά από απόπειρες, ορισμένες εκ των οποίων αληθινά ηρωικές, να βρεθεί η ανεπίληπτη ένωση της ζωής και της δημιουργίας, μια ιδιόμορφη φιλοσοφική λίθος της τέχνης. Ο συμβολισμός επίμονα αναζητούσε στο περιβάλλον του την ιδιοφυΐα, η οποία θα μπορούσε να ενώσει τη ζωή και τη τέχνη. Γνωρίζουμε τώρα πια, ότι η μεγαλοφυΐα αυτή δεν εμφανίστηκε και η φόρμουλα δεν ανακαλύφθηκε. Η ουσία της υπόθεσης είναι ότι η ιστορία των συμβολιστών μετατράπηκε σε ιστορία κατεστραμμένων ζωών, ενώ η δημιουργία τους σα να μην κατάφερε να ενσαρκωθεί: ένα μέρος της δημιουργικής ενέργειας και ένα μέρος της εσωτερικής εμπειρίας ενσαρκώθηκε στα γραπτά, ενώ ένα μέρος δεν το κατέφερε, χάθηκε μέσα στη ζωή, όπως χάνεται ο ηλεκτρισμός στην περίπτωση της ανεπαρκούς μόνωσης.

Το ποσοστό αυτής της «διαρροής» σε διάφορες περιπτώσεις ήταν διαφορετικό. Στο εσωτερικό κάθε προσωπικότητας πάλευαν για την κυριαρχία ο «άνθρωπος» και ο «συγγραφέας». Άλλοτε νικούσε ο ένας, άλλοτε ο άλλος. Το πώς και το γιατί είναι ξεχωριστή ερώτηση ∙ νομίζω, όμως, ότι μπορούμε να πούμε ότι η νίκη συχνότερα ήταν εκείνης της πλευράς της προσωπικότητας, η οποία ήταν η πλέον χαρισματική, ισχυρή και ικανή για επιβίωση στη ζωή. Αν το λογοτεχνικό ταλέντο ήταν πιο δυνατό, ο «συγγραφέας» νικούσε τον «άνθρωπο». Αν πιο δυνατό από το λογοτεχνικό ταλέντο ήταν το ταλέντο της ζωής, η λογοτεχνική δημιουργία υποχωρούσε σε δεύτερο πλάνο, καταπιεζόταν από τη δημιουργία μιας άλλη κατηγορίας, εκείνης της «ζωής». Εκ πρώτης όψεως είναι παράξενο, μα, στην ουσία, ήταν συνεπές ότι εκείνη την εποχή και ανάμεσα σε εκείνους τους ανθρώπους το «χάρισμα της γραφής» και το «χάρισμα της ζωής» εκτιμούνταν το ίδιος.

Εκδίδοντας για πρώτη φορά το «Θα είμαστε σαν τον Ήλιο», ο Μπάλμοντ[1] έγραφε, μεταξύ των άλλων, στην αφιέρωση: «Του Μόδεστου Ντουρνόβ, καλλιτέχνη, που έκανε ποίηση την προσωπικότητά του». Την εποχή εκείνη δεν επρόκειτο για κενές νοήματος λέξεις. Σε αυτές αποτυπώθηκε το πνεύμα της εποχής. Ο Μόδεστος Ντουρνόφ, ζωγράφος και στιχοπλόκος, πέρασε από τη τέχνη χωρίς να αφήσει ίχνη. Μερικά πολύ αδύναμα ποιήματα, μερικές ασήμαντα εξώφυλλα και εικονογραφήσεις – και αυτά ήταν όλα κι όλα. Για τη ζωή του, όμως, για την προσωπικότητά του κυκλοφορούσαν θρύλοι, και πιστεύω πως ήταν άξιος όλων αυτών. Ο ζωγράφος «που έκανε ποίημα» όχι τη τέχνη του, αλλά τη ζωή του ήταν ένα ολοκληρωμένο φαινόμενο εκείνων των ημερών. Και ο Μόδεστος Ντουρνόφ δεν ήταν μοναχική περίπτωση. Τέτοιοι, σαν κι αυτόν, υπήρχαν πολλοί, μεταξύ δε αυτών και η Νίνα Πετρόβσκαγια . Το λογοτεχνικό της χάρισμα δεν ήταν σπουδαίο. Το χάρισμα της όμως να δει ήταν ανυπέρβλητα μεγάλο.

Από ζωή φτωχή και τυχαία

Ρίγη χωρίς τέλος προκαλούσα.

Είχε κάθε δικαίωμα να πει τα παραπάνω λόγια για τον εαυτό της. Στ’ αλήθεια πήρε τη ζωή της και την μετέτρεψε σε ένα ατελείωτο ρίγος. Από δημιουργία – τίποτα. Με πολύ μεγαλύτερη λεπτότητα από άλλους δημιούργησε το «ποίημα της ζωής της».

Θα πρέπει να προσθέσουμε: και για την ίδια γράφτηκε ένα ποίημα. Γι’ αυτό όμως θα μιλήσουμε παρακάτω.

 

* * *

Η Νίνα έκρυβε την ηλικία της. Νομίζω πως είχε γεννηθεί γύρω στο 1880. Τη γνώρισα το 1902. Την έμαθα ως νεόκοπη διηγηματογράφο. Νομίζω πως ήταν κόρη αξιωματούχου, δεν είμαι σίγουρος όμως. Είχε τελειώσει τα γυμνάσιο και μετά σπούδασε οδοντίατρος. Είχε αρραβωνιαστεί κάποιον, μα παντρεύτηκε έναν άλλον. Τα χρόνια της νιότης της συνοδεύτηκαν με δράματα, τα οποία ούτε και η ίδια ήθελε να θυμάται. Γενικά δεν της άρεσε να θυμάται την πρώιμη νιότη, μέχρι την έναρξη της «λογοτεχνικής περιόδου» της ζωής της. Το παρελθόν της φαινόταν φτωχό και μίζερο. Βρήκε τον εαυτό της αφού βρέθηκε στους κύκλους των συμβολιστών και των παρακμιακών, στον κύκλο του «Σκορπιού» και του «Γρίφου».

Ναι, εδώ ζούσαν μια ιδιαίτερη ζωή, που δεν έμοιαζε με τη ζωή που ζούσε η ίδια στο παρελθόν. Ίσως και να μην έμοιαζε εν γένει με τίποτα. Εδώ προσπαθούσαν να μετατρέψουν σε τέχνη την πραγματικότητα και την πραγματικότητα σε τέχνη. Τα γεγονότα της ζωής σε σχέση με την αοριστία, το ευμετάβλητο των γραμμών, με τις οποίες οι άνθρωποι αυτοί σκιαγραφούσαν την πραγματικότητα, δε βιώνονταν ποτέ ως απλά γεγονότα της ζωής ∙ αμέσως γίνονταν μέρος του εσωτερικού κόσμου και μέρος της δημιουργίας. Αντίστροφα: ότι είχε γραφτεί από τον οποιονδήποτε γινόταν πραγματικό γεγονός της  ζωής για όλους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, και η πραγματικότητα, και η λογοτεχνία δημιουργούνταν από τις κοινές, κατά καιρούς εχθρικές, αλλά και στην έχθρα ενωμένες δυνάμεις όλων όσων βρέθηκαν σε αυτή την ασυνήθιστη ζωή, σε αυτή τη «συμβολική διάσταση». Ήταν, θα νόμιζε κανείς, μια αυθεντική περίπτωση συλλογικής δημιουργίας.

Ζούσαν σε μια ασταμάτητη ένταση, σε μια μόνιμη διέγερση, σε ένα παροξυσμό, σε μια εμπύρετη κατάσταση. Ζούσαν ταυτόχρονα σε διαφορετικές σκηνές. Τελικά, μπλέχτηκαν άσχημα στο μεγάλο δίχτυ της αγάπης και του μίσους, προσωπικών και λογοτεχνικών. Η Νίνα Πετρόβσκαγια σύντομα έγινε ένας από τους κεντρικούς δεσμούς, μιας από τις βασικές θηλιές αυτού του διχτυού.

Δε θα μπορούσα, όπως θα άρμοζε σε ένα πραγματικό  συγγραφέα αναμνήσεων, να «περιγράψω τον φυσικό της χαρακτήρα». Ο Μπλοκ[2], ο οποίος ήρθε το 1904 να γνωρίσει τους συμβολιστές της Μόσχας, έγραψε για αυτή στην μητέρα του: «Πολύ γλυκιά, αρκετά έξυπνη». Οι προσδιορισμοί αυτοί δεν αποκρύπτουν τίποτα. Γνώριζε τη Νίνα Πετρόβσκαγια εδώ και έξι χρόνια, την είδα καλή αλλά και κακακισμένη, δοτική και επίμονη, δειλή και τολμηρή, υπάκουη και ανεξάρτητη, αληθινή και ψεύτικη, ευγενική και ποταπή. Ένα πράγμα παρέμενε αναλλοίωτο: και στην καλοσύνη, και στην κακία, και στην αλήθεια, και στο ψέμα – πάντα, σε όλα ήθελε να φτάνει μέχρι το τέλος, μέχρι τα όρια, μέχρι την πληρότητα. Και απαιτούσε από τους άλλους το ίδιο. «Όλα ή τίποτα», θα μπορούσε να είναι το σύνθημα της. Και αυτό τη σκότωσε. Αυτό όμως δεν γεννήθηκε μαζί της, αλλά ήταν επίκτητο, της εποχής της.

Για την απόπειρα ένωσης της ζωής και της δημιουργίας μίλησα παραπάνω, ως την αλήθεια του συμβολισμού. Αυτή τον υπερασπίζεται, παρόλο που δεν ανήκει μόνο σ’ αυτόν. Αυτή την αιώνια αλήθεια, μόνο ο συμβολισμός τη βίωσε τόσο έντονα και βαθιά. Από αυτήν όμως προέκυψε και η μεγάλη πλάνη του συμβολισμού, η θανάσιμη αμαρτία του. Ανακηρύσσοντας τη λατρεία της προσωπικότητας, ο συμβολισμός δεν της έθεσε κανένα καθήκον, εκτός από την «αυτοβελτίωση». Απαίτησή του ήταν αυτή η βελτίωση να ολοκληρωνόταν ∙ πώς, εν ονόματι τίνος και προς ποία κατεύθυνση – δεν έλεγε, γιατί θεωρούσε πως δεν είχε δικαίωμα να κάνει κάτι τέτοιο. Από κάθε ένα που γινόταν μέλος του τάγματος (και ο συμβολισμός ήταν ως ένα βαθμό Τάγμα), απαιτούσε μόνο την αέναη φλόγα, την κίνηση – αδιαφορώντας για το εν ονόματος τίνος θα γινόταν. Όλοι οι δρόμοι ήταν ανοιχτοί μόνο για μια υποχρέωση – να βαδίζεις όσο το δυνατόν ταχύτερα και να πηγαίνεις όσο το δυνατόν μακρύτερα. Αυτό ήταν το μοναδικό του δόγμα. Ο καθένας μπορούσε να υμνεί και το Θεό και το Διάβολο, και ό,τι ήθελε. Ο καθένας μπορούσε να κυριαρχείται από οτιδήποτε, αρκεί να η κυριαρχία αυτή να ήταν απόλυτη.

Εξ ου και το πυρετώδες κυνήγι των αισθημάτων, όπου και πάλι ήταν αδιάφορο, για το ποια αισθήματα ήταν αυτά. Όλα τα «βιώματα» θεωρούνταν αγαθό, αρκεί να ήταν πολλά και πολύ έντονα. Η ποιότητα τους υποβαθμίζονταν αποφασιστικά από την ποσότητά τους. Με τη σειρά του, από εδώ απέρρεε η αδιαφορία προς τη συνέπειά τους, προς τη στοχοπροσήλωσή τους (για την αναγκαιότητα τους δεν αναρωτιόταν κανείς). Η «προσωπικότητα» σταδιακά μετατρεπόταν σε συσσωρευτή βιωμάτων, σε τσουβάλι, όπου ρίχνονταν μέσα αδιάκριτα τα αισθήματα – οι «στιγμές», κατά την έκφραση του Μπριούσοφ[3]: «Μαζεύουμαι στιγμές, σκοτώνοντας τες».

Το βαθύτατο κενό ήταν το τελευταίο αποτέλεσμα αυτής της συναισθηματικής τσιγγουνιάς. Οι φιλάργυροι ιππότες του συμβολισμού πέθαιναν (και πεθαίνουν) από πνευματική πείνα – στα τσουβάλια των συσσωρευμένων «βιωμάτων». Και αυτό ήταν, συγκεκριμένα, το τελευταίο αποτέλεσμα. Το πιο οικείο, εκείνο που από καιρός έκανε αισθητή την παρουσία του, σχεδόν αμέσως, ήταν κάτι άλλο: η διαρκής επιθυμία να μετασχηματιστεί η σκέψη, η ζωή, οι σχέσεις, ακόμη και η καθημερινότητα υπό την προσταγή ενός ακόμη «βιώματος», οδήγησε τους συμβολιστές σε μια ασταμάτητη ηθοποιία ακόμη και ενώπιος ενωπίω – θαρρείς και «έπαιζαν» τη ζωή σε μια θεατρική παράσταση καυτών αυτοσχεδιασμών. Ήξεραν ότι παίζουν. Το παιχνίδι τους όμως ήταν η ζωή. Το τίμημα δεν ήταν θεατρικό. «Αιμορραγώ χυμό από μούρα!» – φώναζε ο παλιάτσος του Μπλοκ. Μερικές φορές όμως ο χυμός από μούρα αποδεικνυόταν πως ήταν αίμα.

Οι έννοιες παρακμή, εκφυλισμός – είναι έννοιες σχετικές: η πτώση καθορίζεται σε σχέση με το πρωταρχικό ύψος. Γι’ αυτό και η εφαρμογή ως προς τη τέχνη των διαφόρων συμβολιστών της έννοιας «παρακμή» ήταν ανόητη: αυτή η τέχνη καθεαυτή δεν ήταν καμιά έκπτωση σε σχέση με το παρελθόν. Εκείνα όμως τα αμαρτήματα, τα οποία εμφανίστηκαν και αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό του ίδιου του συμβολισμού, ήταν σε σχέση με τον ίδιο παρακμή και έκπτωση. Ο συμβολισμός, θεωρώ, πως γεννήθηκε με αυτό το δηλητήριο μέσα στο αίμα του. Σε διαφορετικά βαθμό αυτό περιφέρονταν σε όλους τους ανθρώπους του συμβολισμού. Σε ένα, γνωστό, βαθμό (ή σε μια συγκεκριμένη εποχή) ο καθένας ήταν παρακμιακός. Η Νίνα Πετρόβσκαγια (και όχι μόνο αυτή) από τον συμβολισμό πήρε μόνο την παρακμή, και αμέσως διαποτίστηκε ολοκληρωτικά από το δηλητήριο του. Ήταν θύμα του. Αμέσως θέλησε να υποδυθεί τη ζωή της – και σε αυτόν, τον ουσιαστικό ψεύτικο, στόχο έμεινε πιστή και έντιμη μέχρι το τέλος.

Στις συνθήκες της τότε ζωής, ο έρωτας αποτελούσε για το συμβολιστή ή τον παρακμιακό την ευκολότερη πρόσβαση στο ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο των αισθήσεων. Ήταν αρκετό να είσαι ερωτευμένος –  και ο άνθρωπος αμέσως εξασφαλίζει όλα τα αντικείμενα της πρώτης, λυρικής, ανάγκης: Πάθος, Απόγνωση, Θριαμβολογία, Παράνοια, Αμαρτία, Ελάττωμα, Μίσος κλπ. Γι αυτό όλοι και πάντα ήταν ερωτευμένοι: αν όχι στην πραγματικότητα, τότε έπειθαν τον εαυτό τους ότι είναι δήθεν ερωτευμένοι ∙ η παραμικρή ένδειξη ότι οτιδήποτε μπορούσε να μοιάζει με έρωτα την διόγκωναν με όλες τους τις δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι υμνούσαν τέτοια πράγματα όπως «ο έρωτας για τον έρωτα».

Το αυθεντικό αίσθημα έχει διαβάθμιση, από τον έρωτα για πάντα μέχρι τη στιγμιαία έλξη. Ο Πούσκιν αγαπούσε και τη Βολκόνσκαγια, και τη Νατάσα, τη δουλοπάροικο ηθοποιό, – μα ο ίδιος είχε πλήρη συνείδηση της διαφοράς ανάμεσα στα αισθήματα και τη διαφορά αυτή δεν τη φοβόταν. Για τους συμβολιστές η ίδια η έννοια «έλξη» ήταν αποκρουστική, γιατί είναι επικίνδυνη. Από κάθε έρωτα είναι υποχρεωμένοι να αξιοποιήσουν το μέγιστο των συναισθηματικών δυνατοτήτων. Κάθε έρωτας, σύμφωνα με τον κώδικά τους, έπρεπε να είναι μοιραίος, αιώνιος κλπ. Σε όλους αναζητούσαν τα υπέρτατα στάδια. Αν τελικά δεν κατάφερναν να κάνουν τον έρωτα «αιώνιο» – τότε έπαυαν να είναι ερωτευμένοι. Κάθε φορά όμως που έπαυαν να είναι ερωτευμένοι και κάθε φορά που ερωτεύονταν θα έπρεπε να ένιωθαν παράλληλα βαθύτατους συγκλονισμούς, εσωτερικές τραγωδίες, ακόμη και αλλαγή ολόκληρου του τρόπου πρόσληψης του κόσμου. Ιδιαίτερα το τελευταίο, γιατί κατ’ ουσία, όλα γίνονταν γι’ αυτό.

Ο έρωτας και όλα τα παράγωγα από αυτόν συναισθήματα θα έπρεπε να βιώνονται σε οριακή ένταση και πληρότητα, χωρίς σκιές και τυχαίες αναμείξεις, χωρίς τους μισητούς ψυχολογισμούς. Οι συμβολιστές ήθελαν να τρέφονται από τα πανίσχυρα αυθεντικά αισθήματα. Το αυθεντικό αίσθημα είναι προσωπικό, συγκεκριμένο, ανεπανάληπτο. Το επινενοημένο ή το υπερβολικό στερείται αυτών των ιδιαιτεροτήτων. Μετατρέπεται σε κάτι το αφηρημένο, στην ιδέα περί του αισθήματος. Γι’ αυτό και τον έγραφαν συχνά με κεφαλαία γράμματα. Προφανώς, ο αριθμός των κεφαλαίων γραμμάτων στους ποιητές είναι αντιστρόφως ανάλογος με την αλήθεια τους: όσο πιο αληθινός ο ποιητής, τότε λιγότερα τα κεφαλαία γράμματα στα έργα του.

Η Νίνα Πετρόφσκαγια δεν ήταν όμορφη. Το 1903 όμως ήταν νέα και αυτό ήταν αρκετό. Ήταν «αρκετά έξυπνη», όπως είπε ο Μπλοκ, ήταν «ευαίσθητη», όπως θα έλεγαν γι’ αυτήν, αν ζούσε πριν από ένα αιώνα. Το κυριότερο όμως ήταν ότι ήξερε να «εκμεταλλεύεται τη στιγμή». Αμέσως γινόταν αντικείμενο του έρωτα.

Ο πρώτος που την ερωτεύτηκε ήταν ένας ποιητής, ο οποίος ερωτεύονταν όλες τις γυναίκες χωρίς διακρίσεις. Της πρότεινε τον έρωτα του ορμητικά και εξαντλητικά. Ήταν αδύνατο να του αρνηθεί : στην περίπτωση αυτή λειτούργησε ο τρόμος της άρνησης μιας επαρχιώτισσας, η κολακευμένη αυταρέσκεια (ο ποιητής είχε αρχίσει να γίνεται διάσημος), και, το κυριότερο – είχε ήδη αποδεχθεί τη διδασκαλία «περί στιγμών». Το ζευγάρι άρχισε να «βιώνει». Εκείνη έπεισε τον εαυτό της ότι είναι ερωτευμένη. Το πρώτο ειδύλλιο έλαμψε και έσβησε, αφήνοντας στην ψυχή της μια δυσάρεστη γεύση – κάτι σαν μετάνιωμα μετά το μεθύσι. Η Νίνα αποφάσισε να «αποκαθάρει την ψυχή» της, την οποία όντως είχε μαγαρίσει ο ποιητικός «οργανισμός». Απέταξε την «αμαρτία», φόρεσε μαύρο φόρεμα, μετανόησε. Ουσιαστικά, έπρεπε να μετανοήσει. Αυτό όμως ήταν πιο πολύ «βίωμα μετάνοιας» παρά αυθεντική μετάνοια. Τότε για πρώτη φορά άρχισε να παίζει στη ζωή της, σαν τον ηθοποιό μπροστά στον καθρέφτη.

Δεν θέλω να παραθέσω στην αφήγησή μου επινοημένα ονόματα. Γι’ αυτό και ένα από τα πρόσωπα της αφήγησης, το οποία μπορώ να αποκαλύψω ποιο είναι, θα το ονομάσω κόμη Χέρνιχ. Το όνομα αυτό, εννοείται, είναι επινενοημένο. Όχι όμως από μένα. Έχει από καιρό αποδοθεί σε αυτόν τον άνθρωπο. Το πώς και το γιατί, θα το εξηγήσω παρακάτω.

Το 1904 ο κόμης Χέρνιχ, ποιητής, μυστικιστής, ήταν ακόμη πολύ νέος, με ξανθούς βοστρύχους, γαλανά μάτια και εξαιρετικά γοητευτικός.  Το σινάφι των εφημερίδων χειροκροτούσε τα ποιήματά και τα πεζά του, τα οποία εντυπωσίαζαν για τους νεωτερισμούς, την τόλμη, και τις εκλάμψεις αυθεντικής μεγαλοφυΐα. Είναι άλλη υπόθεση το πώς και το γιατί στη συνέχεια αυτή η μεγαλοφυΐα εξαφανίστηκε. Τότε κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτή τη συμφορά.

Όλοι ήταν εκστασιασμένοι με τον κόμη Χέρνιχ. Μόλις εμφανιζόταν κάπου αμέσως όλα άλλαζαν, σκοτείνιαζαν ή φωτίζονταν με τη λάμψη του. Και όντως ήταν λαμπρός τύπος. Θα νόμιζε κανείς πως όλοι, ακόμη κι εκείνοι που το φθονούσαν, ήταν λίγο ερωτευμένοι μαζί τους. Ακόμη και ο Μπριούσοφ ορισμένες φορές υπέκυπτε στη γοητεία του.

Η γενική έκσταση, εννοείται πως μεταδόθηκε και στη Νίνα Πετρόβσκαγια. Σύντομα, τον ερωτεύτηκε και τον αγάπησε.

Ω, αν την εποχή εκείνη μπορούσατε να αγαπήσετε απλά, εν ονόματι εκείνου τον οποίο αγαπάς, και εν ονόματι του εαυτού σου ! Δυστυχώς, έπρεπε να αγαπάς εν ονόματι μιας αφηρημένης ιδέας και στο φόντο της. Η Νίνα ήταν υποχρεωμένη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αγαπάει τον κόμη Χέρνιχ εν ονόματι της μυστικιστικής του αποστολής, στην οποία την υποχρέωσαν να πιστεύει τόσο ο εαυτό της, όσο και ο κόμης. Και αυτή θα έπρεπε να τον βλέπει όχι κάπως αλλιώς, παρά μέσα στη λάμψη του – δε λέω πως ήταν επιτηδευμένη, μα …συμβολική. Όλα αντίστοιχα είχαν στιλιζαριστεί. Για να λέμε την αλήθεια, την απλή ανθρώπινη αγάπη τους, αυτοί συμβολικά, έντυσαν με τα ρούχα μιας αλήθειας ασυγκρίτως μεγαλύτερης. Στο μαύρο φόρεμα της Νίνας Πετρόφσκαγια εμφανίστηκε το μαύρο νήμα του ξύλινου ροζάριου και ένας μεγάλος μαύρος σταυρός. Παρόμοιο σταυρό φορούσε και ο κόμης Χέρνιχ. . .

Ω, ας έπαυε απλά να ήταν ερωτευμένος μαζί της, ας την απατούσε απλώς! Εκείνος όμως δεν έπαψε να είναι ερωτευμένος μαζί της, αλλά «απέφυγε τον πειρασμό». Απομακρύνθηκε από τη Νίνα, ώστε η πολύ γήινη αγάπη να μη λερώνει τα λευκά του άμφια. Απομακρύνθηκε από αυτήν ώστε ακόμη πιο εκτυφλωτικά να λάμψει μπροστά σε μια άλλη, το όνομα και το επίθετο της οποίας, καθώς επίσης και το όνομα της μητέρας της ήταν τέτοια που συμβολικά ήταν προφανές ότι είναι πρόδρομος της Γυνής, που παντρεύτηκε τον Ήλιο. Και ο κόμης Χέρνιχ έφυγε. Και άρχισαν να επισκέπτονται τη Νίνα οι φίλοι του, ψευδίζοντες, χωλαίνοντες μυστικιστές – να την προσβάλουν, να τη βρίζουν, να την τιμωρήσουν: «Δεσποσύνη, παραλίγο να αμαυρώσετε τον προφήτη! Προσπαθείτε να τον πάρετε από τη Γυνή! Παίζετε ένα πολύ σκοτεινό ρόλο! Σας υποκινεί το Θηρίο, που βγαίνει από το έρεβός του».

Έτσι έπαιζαν με τις λέξεις, διαστρεβλώνοντας τα νοήματα, διαστρεβλώνοντας τις ζωές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διαστρεβλώσουν τη ζωή και της ίδιας της Γυνής που είχε μνηστευθεί τον Ήλιο, και του συζύγου της, ενός εκ των πολυτιμότερων Ρώσων ποιητών.

Στο μεταξύ η Νίνα βρέθηκε εγκαταλελειμμένη, μα και ταπεινωμένη. Είναι απολύτως κατανοητό, πως όπως και πολλές άλλες εγκαταλελειμμένες γυναίκες, θέλησε και να τον εκδικηθεί και να τον κάνει να επιστρέψει. Η όλη ιστορία όμως, από τη στιγμή που βρέθηκε στη «συμβολική της διάσταση», συνέχισε να εξελίσσεται σε αυτή.

 

* * *

Το φθινόπωρο του 1904 είπα εντελώς τυχαία στον Μπριούσοφ ότι θεωρώ πως η Νίνα έχει πολλά καλά.

-Ώστε έτσι, – με διέκοψε απότομα. – Δηλαδή είναι καλή νοικοκυρά;

Επιτηδευμένα έκανε πως δεν την προσέχει. Άλλαξε όμως αμέσως στάση, μόλις διαπίστωσε το χωρισμό της με τον κόμητα Χέρνιχ. Εκ της θέσεως του δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος.

Ήταν εκπρόσωπος του δαιμονισμού. Ήταν υποχρεωμένος ενώπιον της Γυνής που ήταν μνηστευμένη με τον Ήλιο να «υποφέρει και να τρίζει τα δόντια του». Συνεπώς, εφόσον η Νίνα τώρα «από καλή νοικοκυρά» μετατράπηκε γι’ αυτόν σε κάτι σημαντικό, απέκτησε το δαιμονικό φωτοστέφανο. Της πρότεινε να συμμαχήσουν κατά του κόμητα Χέρνιχ. Και πάλι όμως όλα αυτά είναι απολύτως κατανοητά και ανθρώπινα: συμβαίνουν συχνά. Είναι κατανοητό ότι ο Μπριούσοφ την αγαπούσε με ένα δικό του τρόπο, είναι κατανοητό ότι και αυτή άθελα της αναζητούσε σε αυτόν την παρηγοριά, την ανακούφιση του πληγωμένου της εγωισμού, και στην συμμαχία με αυτόν έβλεπε τον τρόπο για να «εκδικηθεί» τον κόμητα Χέρνιχ.

Ο Μπριούσοφ εκείνη την εποχή ασχολείτο με τις μυστικιστικές λατρείες, τον πνευματισμό, τη μαύρη μαγεία, – μη πιστεύοντας, κατά πάσα πιθανότητα, ουσιαστικά σε όλα αυτά, αλλά θεωρώντας πως οι ίδιες οι ασχολίες αυτές ως χειρονομία, εκφράζουν ένα συγκεκριμένο πνευματικό κίνημα. Νομίζω πως και η Νίνα τα αντιμετώπιζε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Είναι αμφίβολο αν πίστευε ότι οι μαγικοί πειραματισμοί υπό την καθοδήγηση του Μπριούσοφ θα κάνουν την κόρη Χέρνιχ να επιστέψει σ’ αυτήν. Τα βίωνε όμως όλα αυτά θαρρείς κι είχε συμμαχήσει πραγματικά με τον Διάβολο. Ήθελε να πιστέψει ότι και η ίδια ήταν μάγισσα. Ήταν υστερική, και αυτό, ίσως, να ήταν εκείνο που γοήτευε τον Μπριούσοφ: από νεώτερες επιστημονικές πηγές (αυτός πάντα σέβονταν την επιστήμη) γνώριζε πως στο «μεγάλο αιώνα της μαγείας» οι μάγισσες θεωρούνταν, και οι ίδιες επίσης θεωρούσαν πως είναι οι υστερικές. Αν οι μάγισσες του 16ου αιώνας «υπό το φως της επιστήμης» αποδείχτηκαν υστερικές, τότε στον 20ο αιώνα ο Μπριούσοφ άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να μετατρέψει μια υστερική σε μάγισσα.

Άλλωστε, μη εμπιστευόμενη και πολύ τη μαγεία, η Νίνα προσπάθησε να καταφύγει και σε άλλα μέσα. Την άνοιξη του 1905 στο μικρό αμφιθέατρο του Πολυτεχνικού Μουσείου, ο κόμης Χέρνιχ έδινε μία διάλεξη. Στο διάλειμμα η Νίνα τον πλησίασε και προσπάθησε να τον πυροβολήσει με ένα Μπράουνινγκ. Το περίστροφο έπαθε αφλογιστία ∙ αμέσως το πήραν από τα χέρια της. Αξίζει να σημειωθεί πως δεύτερη απόπειρα δεν έκανε. Μια φόρα, (πολύ αργότερα) είπε:

-Ας πάει στην ευχή του Θεού. Για να λέμε την αλήθεια, εγώ τον σκότωσα, τότε στο μουσείο.

Αυτό το «για να λέμε την αλήθεια» δεν μου προκαλεί καμία εντύπωση: ήταν όλα τόσο μπερδεμένη και ανακατεμένη μέσα στο μυαλό τους η πραγματικότητα και η φαντασία.

Μετά από οκτώ χρόνια ο Μπριούσοφ χάρισε αυτό το περίστροφο στην ποιήτρια Ναντιέζντα Λβόβαγια. Με αυτό εκείνη αυτοκτόνησε το Νοέμβριο του 1913.

Εκείνο που για τη Νίνα ήταν το κέντρο της ζωής, για τον Μπριούσοφ ήταν άλλη μια σειρά «στιγμών». Όταν όλα απορρέουν από μία συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση είχαν πλέον αξιοποιηθεί, τότε του ήρθε η διάθεση να γράψει. Στο μυθιστόρημα «Φλεγόμενος άγγελος», με τη συνήθη συμβατικότητα, απεικόνισε όλη αυτή την ιστορία, όπου αντί για το όνομα του κόμη Χέρνιχ έβαλε εκείνο που έβαλα κι εγώ εδώ, το όνομα Ρενάτα αντί για τη Νίνα Πετρόφσκαγια, και με το όνομα Ρούπρεχτ, τον εαυτό του.

Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Μπριούσοφ έκοψε όλους τους δεσμούς σχέσεων μεταξύ των δρώντων προσώπων. Επινόησε την πλοκή και υπέγραψε το «τέλος» της ιστορίας της Ρενάτας, πολύ πριν ολοκληρωθεί η σύγκρουση της ίδιας της ζωής, που ήταν και η βάση του μυθιστορήματος. Με το θάνατο της Ρενάτας δεν πέθανε η Νίνα Πετρόφσκαγια, για την οποία, απεναντίας, το ειδύλλιο συνεχιζόταν απέλπιδα. Για τη Νίνα όλα αυτά ήταν η ζωή της, για τον Μπριούσοφ ήταν μια χρησιμοποιημένη ιστορία. Εκείνος μονότονα ήθελε να ζήσει και να ξαναζήσει τα ίδια κεφάλαια. Ολοένα και περισσότερο άρχισε να απομακρύνεται από τη Νίνα. Άρχισε να έχει νέες ερωτικές ιστορίες, λιγότερο τραγικές. Άρχισε να αφιερώνει ολοένα και περισσότερο χρόνο στις λογοτεχνικές του ασχολίες, σε κάθε είδους συνεδριάσεις, τη συμμετοχή στις οποίες επιδίωκε διαρκώς, και διάφορα άλλα.

Για τη Νίνα αυτό ήταν ένα ισχυρό χτύπημα. Ουσιαστικά, όλο αυτό το διάστημα (ήταν ήδη 1907) το πάθος της για τον κόμητα Χένριχ είχε καταλαγιάσει, είχε ηρεμήσει. Ζούσε με το ρόλο της Ρενάτας. Τώρα, όμως, αντιμετώπιζε μια σκοτεινή απειλή – να χάσει και τον Μπριούσοφ. Προσπάθησε αρκετές φορές να καταφύγει στη δοκιμασμένη μέθοδο πολλών γυναικών, στη μέθοδο, η οποία, άλλωστε, μια άλλη φορά είχε διαψεύσει όλες τις ελπίδες της: προσπάθησε να κρατήσει κοντά της τον Μπρίουσοφ, προσπαθώντας να ξυπνήσει μέσα του τη ζήλια. Για την ίδια αυτά τα εφήμερα ειδύλλια (με τους «τυχάρπαστους», όπως τους αποκαλούσε) προκαλούν αποστροφή και απογοήτευση. Τους «τυχάρπαστους» τους περιφρονούσε και τους ταπείνωνε. Όλα όμως ήταν μάταια. Ο Μπριούσοφ είχε ψυχρανθεί. Κάποιες φορές προσπάθησε να αξιοποιήσει αυτές τις απιστίες της για να ξεκόψει οριστικά μαζί της. Η Νίνα περνούσε από το ένα άκρο στο άλλο, πότε αγαπώντας τον Μπριούσοφ και πότε μισώντας τον. Και στα δύο άκρα όμως έπεφτε σε απόγνωση. Για δύο μερόνυχτα, χωρίς φαγητό και ύπνο, έμενε ξαπλωμένη στο ντιβάνι, σκεπάζοντας το κεφάλι της με ένα μαύρο μαντίλι, κλαίγοντας. Θα νόμιζε κανείς, πως οι συναντήσεις με τον Μπριούσοφ γίνονταν σε μια κατάσταση εξίσου δύσκολη. Μερικές φορές την έπιαναν κρίσεις οργής. Έσπαγε τα έπιπλα, διάφορα πράγματα, τα πετούσε στους τοίχους «σα βέλη από τη φαρέτρα», όπως γράφτηκε στον «Φλεγόμενο άγγελο».

Κατέφευγε με πάθος στα χαρτιά, μετά στο κρασί. Τελικά, την άνοιξη του 1908, δοκίμασε μορφίνη. Στη συνέχεια έθισε στη μορφίνη και τον Μπριούσοφ. Το φθινόπωρο του 1909 αρρώστησε βαριά εξαιτίας όλων αυτών και παραλίγο να πεθάνει. Όταν ανέλαβε λίγο τις δυνάμεις της, αποφάσισε ότι θα φύγει στο εξωτερικό: «στην εξορία», σύμφωνα με τα λόγια της. Ο Μπριούσοφ και εγώ την ξεπροβοδίσαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκείνη έφευγε για πάντα. Ήξερε ότι δε θα ξαναδεί τον Μπριούσοφ ποτέ: ήταν η συμφωνία τους. Έφυγε μισοάρρωστη, συνοδευόμενη από το γιατρό της. Ήταν 9 Νοεμβρίου 1911. Έζησε μέσα στα δεινά της Μόσχας για επτά ολόκληρα χρόνια. Έφευγε για συναντήσει νέα δεινά, τα οποία έμελλε να διαρκέσουν άλλα δεκαέξι χρόνια.

* * *

 

Οι περιπλανήσεις της στο εξωτερικό μου είναι γνωστές μόνο σε γενικές γραμμές. Γνωρίζω ότι από την Ιταλία πήγε στη Βαρσοβία, μετά στο Παρίσι. Εκεί, νομίζω το 1913, μια φορά έπεσε από το παράθυρο του ξενοδοχείου της στη λεωφόρο Σεν Μισέλ. Έσπασε το πόδι της, το οποίο δεν έδεσε καλά, στη συνέχεια. Άρχισε να κουτσαίνει.

Ο πόλεμος τη βρήκε στη Ρώμη, όπου έζησε μέχρι το φθινόπωρο του 1922 σε φρικτή φτώχια, πότε σε εκρήξεις απόγνωσης, πότε σε κρίσεις ειρήνευσης, την οποία διαδέχονταν μια κρίση ακόμη πιο βαθιάς απόγνωσης. Ζητιάνευε, έραβε εσώρουχα για φαντάρους, έγραφε σενάρια για μια ηθοποιό του κινηματογράφου, πεινούσε. Έπινε. Μερικές φορές έφτανε στα έσχατα όρια της πτώσης. Ασπάσθηκε τον καθολικισμό. «Το νέο και μυστικό μου όνομα, γραμμένο κάπου στις δέλτους του St. Petro, είναι Ρενάτα», – μου έγραψε κάποτε.

Τον Μπριούσοφ τον μίσησε: «Μου κόβεται η αναπνοή από την κακοήθη ευτυχία που εκείνος δεν μπορεί να με αγγίξει πια, που και άλλοι υποφέρουν πλέον. Γιατί ήξερα – ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι –  γιατί κάποτε είχε καθαρίσει το Λβοφ … Εγώ όμως ζούσα, με κάθε μου κίνηση, με κάθε μου σκέψη, για να τον εκδικηθώ».

Στο Παρίσι ήρθε την άνοιξη του 1927. Ήρθε εντελώς φτωχή. Εκεί βρήκε πολλούς φίλους. Τη βοήθησαν, όπως μπορούσαν, και, νομίζω, μερικές φορές ξεπερνώντας τις δυνατότητές τους. Κάποιες φορές της έβρισκαν εργασία, μα δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί. Μεθυσμένη διαρκώς, χωρίς να χάνει τα λογικά της, είχε περάσει πλέον στην άλλη πλευρά της ζωής.

 

* * *

Στο ημερολόγιο του Μπλοκ, με ημερομηνία 6 Νοεμβρίου 1911, υπάρχει μια παράξενη σημείωση: «Η Νίνα Ιβάνοβνα Πετρόφσκαγια «πεθαίνει»». Η είδηση αυτή έφτασε στον Μπλοκ από τη Μόσχα, γιατί όμως έγραψε μέσα σε εισαγωγικά τη λέξη «πεθαίνει»;

Η Νίνα εκείνες τις ημέρες όντως «πέθαινε:» ήταν εκείνη η ασθένεια πριν την αναχώρησή της από τη Ρωσία, στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω. Ο Μπλοκ όμως τη λέξη «πεθαίνει» την έγραψε μέσα σε εισαγωγικά, γιατί αντιμετώπισε την είδηση με ειρωνική δυσπιστία. Του ήταν γνωστό ότι από το 1906 η Νίνα Πετρόφσκαγια μονίμως υπόσχονταν πως θα πεθάνει, πως θα αυτοκτονήσει. Είκοσι δύο χρόνια έζησε με την άσβεστη σκέψη του θανάτου. Μερικές φορές ειρωνεύονταν τον εαυτό της:

 

Η μητέρα Ουστιούσκινα

Να πεθάνει ετοιμάζεται.

Να πεθάνει δεν πέθανε

Την ώρα της πέρασε.

 

Τώρα ξαναδιαβάσω τις επιστολές της. 26 Φεβρουαρίου 1925: «Νομίζω πως δεν αντέχω άλλο». 7 Απριλίου 1925: «Εσείς, πιθανόν, να πιστεύετε πως πέθανα; Όχι ακόμη». 8 Ιουνίου 1927: Σας ορκίζομαι, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος». 12 Σεπτεμβρίου 1927: «Λίγο ακόμη, και δεν μου χρειάζεται καμιά δουλειά, κανένα μέρος». 14 Σεπτεμβρίου 1927: «Αυτή τη φορά θα πρέπει σύντομα να πεθάνω».

Όλα αυτά στις επιστολές της τελευταίας περιόδου. Από τις προηγούμενες εποχές, δεν τις έχω πρόχειρες. Πάντα όμως στις επιστολές της και στις συζητήσεις της, έλεγε τα ίδια και τα ίδια.

Τι ήταν εκείνο που την κρατούσε όμως; Νομίζω πως γνωρίζω την αιτία. Αν σε κάποιον η ερμηνεία μου του φανεί χυδαία, – πάει να πει πως εξ αρχής δεν κατάφερα να δείξω ξεκάθαρα εκείνες τις ψυχολογικές συνθήκες, στις οποίες κύλησε η ζωή της Νίνας Πετρόφσκαγια.

Η ζωή της ήταν ένας λυρικός αυτοσχεδιασμός, στην οποία, απλά μιμούμενη παρόμοιους αυτοσχεδιασμούς άλλων προσώπων, η Νίνα προσπαθούσε να δημιουργήσει κάτι το ενιαίο – «ένα ποίημα από την προσωπικότητά της». Το τέλος της προσωπικότητας, όπως και το τέλος του ποιήματος γι’ αυτήν, ήταν ο θάνατος. Ουσιαστικά, το ποίημα ολοκληρώθηκε το 1906, εκείνη την ίδια χρονιά, στην οποία τελειώνει και ο «Φλεγόμενος άγγελός». Από τότε, και στη Μόσχα, και στο εξωτερικό, η Νίνα έζησε ένα αργόσυρτο, βασανιστικό, τρομακτικό, μα δίχως κίνηση, επίλογο. Η Νίνα δε φοβόταν να γράψει τη τελευταία αράδα και να βάλει τελεία, δεν τα κατάφερε όμως. Το ένστικτο του καλλιτέχνη, ο οποίος δημιουργεί ζωή, όπως είναι ένα ποίημα, της υπαγόρευε ότι το τέλος θα πρέπει να συνδέεται με κάποιο τελευταίο γεγονός, με τη ρήξη ενός νήματος, που την κρατάει ακόμη στη ζωή. Τελικά, το γεγονός αυτό συνέβη.

Από το 1908, μετά το θάνατο της μητέρας της, υπό την προστασία της τέθηκε η μικρότερη αδελφή της η Νάντια, ένα πλάσμα, υπανάπτυκτο πνευματικά και σωματικά (είχε την ατυχία κατά τη βρεφική της ηλικία να καεί με ζεματιστό νερό). Δεν ήταν καθυστερημένη πνευματικά, απλώς ήταν οριακά ήρεμη, ανεύθυνη. Ήταν φρικτά ανυπόφορη και εξαρτημένη πλήρως από τη μεγαλύτερη της αδελφή. Φυσικά, ούτε λόγος να γίνεται για οποιαδήποτε προσωπική ζωή. Το 1909, φεύγοντας η Νίνα, την πήρε μαζί της, και από εκείνη τη στιγμή μοιράστηκε μαζί της όλες τις συμφορές της ζωής της στο εξωτερικό. Ήταν το μοναδικό και τελευταίο πλάσμα, το οποίο συνδεόταν πραγματικά με τη Νίνα και, συνάμα, την συνέδεε με την ίδια τη ζωή.

Όλο το φθινόπωρο του 1927 η Νάντια ήταν άρρωστη σιωπηλή και ήρεμη, όπως έζησε όλη της τη ζωή. Έτσι ήρεμα πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 1928 από το καρκίνο του στομάχου. Η Νίνα πήγαινε στο νοσοκομείο του πτωχοκομείου όπου βρισκόταν η Νάντια. Με μια αγγλική βελόνα τρύπησε το μικρό πτώμα της αδελφής της, στη συνέχεια με την ίδια βελόνα τρύπησε το χέρι της: θέλησε να μολυνθεί από τα υγρά του πτώματος, να πεθάνει με τον ίδιο ακριβώς θάνατο. Ωστόσο, στην αρχή πρήστηκε το χέρι της, αλλά μετά γιατρεύτηκε.

Η Νίνα εκείνες τις ημέρες με επισκέπτονταν. Μια φορά έζησε σπίτι μου για τρεις ημέρες. Μου μιλούσε στην παράξενη  γλώσσα της δεκαετίας του 1890, η οποία κάποτε μας συνέδεε, ήταν η κοινή μας γλώσσα, την οποία όμως εγώ, έκτοτε, είχα ξεμάθει να την μιλάω.

Με το θάνατο της Νάντιας γράφτηκε η τελευταία φράση του μακρόσυρτου επιλόγου. Ένα μήνα αργότερα με το δικό της μικρό, προσωπικό θάνατο, η Νίνα Πετρόφσκγια έβαλε την τελεία.

 

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Ο τίτλος του πρωτοτύπου είναι: Владислав Ходасевич  Конец Ренаты

 

 Βλαντισλάβ Χοντασέβιτς

Σχεδίασμα βιογραφίας

Ο Βλαντισλάβ Φελιτσιάνοβιτς Χοντασέβιτς γεννήθηκε στις 16 Μαΐου 1886 στη Μόσχα και πέθανε στις 19 Ιουνίου 1939 στο Παρίσι.

Στο διαβασίδι της σύντομης ζωής του πρόλαβε να ασχοληθεί με την ποίηση, τη λογοτεχνική κριτική, τη συγγραφή απομνημονευμάτων και την ιστορία της λογοτεχνίας με ειδίκευση στη ζωή και το έργο του Α. Σ. Πούσκιν.

Ως τόπος γέννησης του δήλωνε τη Μόσχα. Ο πατέρας του Φελιτσιάν Ιβάνοβιτς (1834 – 1911) ήταν γόνος πολωνικής αριστοκρατικής οικογένειας που είχε ξεπέσει, από το γένος Μάσλα – Χοντασέβιτς και ήταν απόφοιτος της Ακαδημίας Τεχνών.

Οι προσπάθειες του νεαρού Φελιτσιάν να γίνει ζωγράφος δεν καρποφόρησαν και έτσι έγινε φωτογράφος, εργάστηκε στην πόλη της Τούλα και τη Μόσχα, φωτογράφισε τον Λέοντα Τολστόι και, τέλος, άνοιξε ένα κατάστημα με φωτογραφικά είδη στην πρώτη πρωτεύουσα της Ρωσίας.

Η μητέρα του Βλαντισλάβ, η Σοφία Γιάκοβλεβνα (1846 – 1911), ήταν θυγατέρα του γνωστό Εβραίου λογοτέχνη Γιάκοφ Αλεξάντροβιτς Μπράφμαν (1824 – 1879), ο οποίος στη συνέχεια ασπάστηκε την Ορθοδοξία (1858) και αφιέρωσε τη ζωή του στην επονομαζόμενη «μεταρρύθμιση της εβραϊκής καθημερινότητας» υπό την οπτική γωνία του χριστιανισμού. Ανεξάρτητα από αυτό, η Σοφία Γιάκοβλεβνα δόθηκε σε μια πολωνική οικογένεια και γαλουχήθηκε στον καθολικισμό. Ο Χοντασέβιτς βαπτίστηκε και αυτός στην Καθολική εκκλησία.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του ποιητή, ο Μιχαήλ Φελιτσιάνοβιτς (1865 – 1925) ήταν γνωστός δικηγόρος, η κόρη του, ζωγράφος Βαλεντίνα Χοντασέβιτς (1894 – 1970),  ήταν εκείνη που ζωγράφισε το πορτραίτο του θείου της Βλαντισλάβ. Ο ποιητής ζούσε στο σπίτι του αδελφού του κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο και στη συνέχεια, μέχρι την αναχώρησή του από τη Ρωσία, είχε μαζί του πολύ θερμές σχέσεις.

Στη Μόσχα ο Χοντασέβιτς αποφοίτησε από το 3ο Γυμνάσιο. Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του, έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας – αρχικά (1904) στη Νομική Σχολή, ενώ το φθινόπωρο του 1905 πήρε μεταγραφή στην Ιστορικο-φιλολογική σχολή, όπου και φοίτησε με διαλείμματα μέχρι την άνοιξη του 1910, χωρίς ωστόσο να αποφοιτήσει. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1900 ο Χοντασέβιτς βρίσκεται στην καρδιά της λογοτεχνικής ζωής της Μόσχας: επισκέπτεται τον Βαλέρι Μπριούσοφ και τις γνωστές Τετάρτες των λογοτεχνικών κύκλων, τους Ζάιτσεφ και τις περιβόητες βεγγέρες τους, δημοσιεύει τα έργα του σε εφημερίδες και περιοδικά, μεταξύ δε και στο «Vecy» (Ζυγός) και «Zolotoe runo» (Χρυσόμαλλο δέρας).

Το 1905 ο Χοντασέβιτς παντρεύτηκε τη Μαρίνα Εράστοβνα Ριντίναγια. Ο γάμος ήταν άτυχος και στα τέλη του 1907 χώρισαν. Ένα μέρος των ποιημάτων από την πρώτη ποιητική συλλογή του Χοντασέβιτς «Νεότητα» (1908) είναι αφιερωμένο στις σχέσεις του με τη Μαρίνα Ριντίναγια. Σύμφωνα με τις αναμνήσεις της Άννας Χοντασέβιτς (Τσουλκόβαγια) ο ποιητής τα χρόνια εκείνα ήταν «μεγάλος δανδής».

Την περίοδο 1910 – 1911 ο Χοντασέβιτς υπέφερε από πνευμονία, πράγμα που στάθηκε αφορμή να ταξιδέψει μαζί με τους φίλους του Μ. Οσοργκίνι, Μπ. Ζάιτσεφ, Π. Μουράτοφ μαζί με τη σύζυγο του Ευγενία και άλλους, στη Βενετία, όπου έζησε ένα ερωτικό δράμα με την Ευγενία Μπουράτοβα και το θάνατο και των δύο γονιών του με ένα διάλειμμα μερικών μηνών ανάμεσα στα δύο αυτά περιστατικά. Από τα τέλη του 1911 ο ποιητής είχε στενές σχέσεις με τη μικρότερη αδελφή του ποιητή Γκεόργκι Τσουλκόφ Άννα Τσουλκόβαγια – Γκρεντσιόν (1887 – 1964), με την οποία και παντρεύτηκε το 1917. Ο γιος της Τσουλκόβαγια από τον πρώτο της γάμο, ο μελλοντικός ηθοποιός Έντγκαρ Γκάρρικ (1906 – 1957), μεγάλωσε στην οικογένεια του Χοντασέβιτς.

Η επόμενη ποιητική συλλογή του Χοντασέβιτς κυκλοφόρησε μόλις το 1914 και είχε ως τίτλο «Ευτυχισμένο σπιτάκι». Μέσα σε έξι χρόνια που είχαν περάσει από τη συγγραφή της «Νεότητας» ο Χοντασέβιτς πρόλαβε να γίνει επαγγελματίας λογοτέχνης, ο οποίος κέρδιζε τα προς το ζειν από μεταφράσεις, κριτικές και επιφυλλίδες.

Στα χρόνια του Πρώτου  Παγκοσμίου πολέμου, έχοντας «λευκό απολυτήριο» λόγω υγείας, ο ποιητής συνεργάζεται με την εφημερίδα «Ruskie vedomosti» (Ρωσικές ειδήσεις), «Utro Rossii» (Πρωινό της Ρωσίας)  και το 1917 με την εφημερίδα «Novaja zizn’» (Νέα ζωή). Εξαιτίας της φυματίωσης στην σπονδυλική του στήλη το καλοκαίρι του 1916 και το 1917 έζησε στο σπίτι του Μαξιμιλιάν Βολόσιν στο Κοκτεμπέλ.

Το 1917 ο Χοντασέβιτς με ενθουσιασμό χαιρέτησε την Επανάσταση του Φεβρουαρίου και αρχικά συμφώνησε να συνεργαστεί με τους Μπολσεβίκους μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Σύντομα όμως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «με τους Μπολσεβίκους η λογοτεχνική δραστηριότητα είναι αδύνατη», και αποφάσισε να «γράφει μόνο για τον εαυτό του». Το 1918 μαζί με τον Λ. Γιάφφε εξέδωσε το βιβλίο «Εβραϊκή ανθολογία. Συλλογή νεαρής εβραϊκής ποίησης». Παράλληλα, εργάστηκε ως γραμματέας του Δικαστηρίου της περιοχής Τρετέϊσκι, παράδιδε μαθήματα λογοτεχνίας στο εργαστήρι της οργάνωσης «Προλεταριακή Κουλτούρα» της Μόσχας. Το 1918 – 1919 εργάστηκε στη διεύθυνση ρεπερτορίου του Λαϊκού Κομισαριάτου Παιδείας, το 1918 – 1920 ήταν επικεφαλής του παραρτήματος Μόσχας του εκδοτικού οίκου «Παγκόσμια Λογοτεχνίας» που είχε ιδρύσει ο Μ. Γκόρκι. Συμμετείχε στην οργάνωση της έκθεσης βιβλίου, όπου γνωστοί λογοτέχνες όπως ο Οσόργκιν, ο Μουράτοφ, ο Ζάιτσεφ, ο Γκριφτσόφ και άλλοι, στέκονταν πίσω από τους πάγκους και πουλούσαν βιβλία. Τον Μάρτιο του 1920 εξαιτίας του υποσιτισμού και της παγωνιάς αρρώστησε από οξείας μορφής φυματίωση και το Νοέμβριο μετακόμισε στο Πέτρογκραντ, όπου με τη βοήθεια του Μ. Γκόρκι άρχισε να λαμβάνει δέματα με τρόφιμα και δύο δωμάτια στο κοινόβιο των συγγραφέων, στο περίφημο «Σπίτι των τεχνών», για το οποίο στη συνέχεια έγραψε το δοκίμιο «Δίσκος». Το ίδιο διάστημα, τα ποιήματα του, επιτέλους, έγιναν ευρέως γνωστά. Παρόλα αυτά, στις 22 Ιουνίου 1922 ο Χοντασέβιτς μαζί με την ποιήτρια Νίνα Μπερμπέροβα (1901 – 1993) με την οποία είχε γνωριστεί το Δεκέμβριο του 1921, εγκατέλειψε τη Ρωσία και μέσω της Ρίγας βρέθηκε στο Βερολίνο. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή «Βαριά λύρα».

Το 1922 – 1923 ζώντας στο Βερολίνο είχε στενές σχέσεις με τον Αντρέι Μπέλι, το 1922 – 1925 (με διαλείμματα) ζούσε στην οικογένεια του Μ. Γκόρκι, τον οποίο εκτιμούσε βαθιά ως προσωπικότητα (όχι όμως και ως συγγραφέα), αναγνώριζε το κύρος του, έβλεπε σε αυτόν τον εγγυητή της υποτιθέμενης επιστροφής του στην πατρίδα, μα γνώριζε και τις αδύναμες πλευρές του χαρακτήρα του Γκόρκι, από τις οποίες την πλέον επονείδιστη θεωρούσε την «άκρως μπερδεμένη σχέση του με την αλήθεια και το ψεύδος, η οποία διαμορφώθηκε πολύ νωρίς και άσκησε καθοριστική επιρροή τόσο στη δημιουργία του, όσο και στη ζωή του». Την ίδια περίοδο ο Χοντασέβιτς και ο Γκόρκι ίδρυσαν με τη βοήθεια και τη συμμετοχή του Β. Σκλίβσκι, το περιοδικό «Beseda» (Διαλόγος), το οποίο πρόλαβε να κυκλοφορήσει σε 6 τεύχη δημοσιεύοντας έργα σοβιετικών συγγραφέων.

Το 1925 ο Χοντασέβιτς και ο Μπερμπέροβα συνειδητοποίησαν πως η επιστροφή στην ΕΣΣΔ είναι αδύνατη. Ο Χοντασέβιτς δημοσίευσε σε μερικές εφημερίδες και περιοδικά επιφυλλίδες για τη σοβιετική λογοτεχνία και άρθρα για τη δράση της μυστικής αστυνομίας GPU στο εξωτερικό, πράγμα που αποτέλεσε την αφορμή για να τον χαρακτηρίσει ο σοβιετικός Τύπος ως «οπαδό της Λευκής Φρουράς». Τον Μάρτιο του 1925 η σοβιετική πρεσβεία στη Ρώμη αρνήθηκε την επέκταση της ισχύος του διαβατηρίου στον Χοντασέβιτς, προτείνοντας του να επιστρέψει στη Μόσχα. Εκείνος αρνήθηκε.

Την ίδια χρονιά, το 1925 ο Χοντασέβιτς και η Μπερμπέροβα μετακόμισαν στο Παρίσι, όπου έργα του ποιητή δημοσιεύονταν στις εφημερίδες «Ημέρες» και «Τελευταίες ειδήσεις», απ’ όπου και έφυγε μετά από την επίμονη παράκληση του Μιλιουκόφ. Από τον Φεβρουάριο του 1927 μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν επικεφαλής του λογοτεχνικού τμήματος της εφημερίδας «Αναγέννηση». Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε η «Συλλογή ποιημάτων» του με ένα νέο κύκλο με τίτλο «Ευρωπαϊκή νύχτα». Μετά από αυτό ο Χοντασέβιτς ουσιαστικά σταμάτησε να γράφει ποιήματα, αφιερώνοντας το χρόνο του στην κριτική, και σύντομα έγινε ένας από τους πλέον επιδραστικούς κριτικούς λογοτεχνίας της ρωσικής διασποράς. Μαζί με την Μπερμπέροβα έγραψε ανασκοπήσεις της σοβιετικής λογοτεχνίας, με το ψευδώνυμο «Γκιούλιβερ», υποστήριξε την ποιητική ομάδα «Σταυροδρόμια», ήταν από τους πρώτους που εκτίμησαν το ταλέντο του Ναμπόκοφ, ο οποίος στη συνέχεια έγινε στενός του φίλος.

Από το 1928 μέχρι το τέλος της ζωής του αφιερώθηκε στη συγγραφή απομνημονευμάτων, τα οποία περιλήφθηκαν στο βιβλίο «Νεκρόπολης. Απομνημονεύματα» (1939) για τον Μπριούσοφ, τον Μπέλι, το στενό φίλο των χρόνων της νιότης του ποιητή Μούνι, τον Γκουμιλιόφ, τον Σολογκούμπ, τον Γιεσένιν, τον Γκόρκι και άλλους. Έγραψε τη βιογραφία «Ντερζάβιν», δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη βιογραφία του Πούσκιν εξαιτίας της επιδείνωσης της υγείας του. Στο μεταξύ χώρισε με την Μπερμπέροβα και το 1933 παντρεύτηκε την Όλγα Μαργκόλινα (1890 – 1942).

Ο Χοντασέβιτς έζησε πολύ φτωχικά στα χρόνια της αναγκαστικής του υπερορίας, ζούσε απομονωμένος. Πέθανε στις 14 Ιουνίου 1939 στο Παρίσι μετά από μια εγχείρηση. Ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο του παρισινού προαστίου Μπουλόν – Μπιανκούρ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Μπάλμοντ Κωνσταντίν Ντμίτριβιτς (1867 – 1942) ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, εκ των ιδρυτών του κινήματος του ρωσικού συμβολισμού και επιφανής μέλος του Αργυρού αιώνα της ρωσικής ποίησης (σ.τ.μ.)

[2] Αλεξάντρ Μπλοκ (1880 – 1921) ποιητής, από τις κυριότερους εκπροσώπους του ρωσικού συμβολισμού. Θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Ρωσίας όλων των εποχών (σ.τ.μ.)

[3] Μπριούσιοφ Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς (1873 – 1924), ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, μεταφραστής, κριτικός της λογοτεχνίας και ιστορικός, ένας από τους ιδρυτές του κινήματος του ρωσικού συμβολισμού. (σ.τ.μ.)

Προηγούμενο άρθροΈνα μωρό στη φάτνη
Επόμενο άρθρο“Μη μ΄αφήσεις να χαθώ”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ