Βαλσαμωμένα πουλιά, μεταμορφωμένα παγόνια και μικροκαμωμένα φτερωτά γουρούνια σε ένα διάφανο βιβλίο (της Θάλειας Ιερωνυμάκη)

0
376

 

Θάλεια Ιερωνυμάκη

 

Ο Βαρθολομαίος Ολίβιε, ήρωας και αφηγητής των ιστοριών του Δημήτρη Καρακίτσου, είναι ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφος. Με την πρώτη του ιδιότητα συμπληρώνει αφίξεις, καθαρογράφει κρατήσεις και δίνει το κλειδί στον τελευταίο από τους πελάτες· με τη δεύτερη ξεκλειδώνει ιστορίες, τις ξαναγράφει και τις κατευοδώνει. Ως ρεσεψιονίστ μπαίνει κρυφά στα δωμάτια, ως διηγηματογράφος εισχωρεί στον ύπνο και τροποποιεί τα όνειρα. Με το άγρυπνο μάτι του ο ρεσεψιονίστ γίνεται παντεπόπτης των τουριστών που φτάνουν στην Κέρκυρα από κάθε γωνιά της γης. Στη δεύτερη υπόστασή του παρακολουθεί αόρατος κείμενα, ήρωες και πρόσωπα από κάθε γωνιά της λογοτεχνίας, μεταβαίνοντας σε μυθοποιημένους (λ.χ. στην Πρέβεζα του Καρυωτάκη) και στοιχειωμένους τόπους (το χωριό Πέλεκας της Κέρκυρας) και σε κόσμους φανταστικούς (στη Σελήνη ή στην Ανταρκτική), συγχρωτίζεται με φαντάσματα στα χωριά και στα καντούνια της Κέρκυρας και δημοσιεύει στο περιοδικό Πόρφυρας τις ιστορίες του.

Στο φιλόξενο ξενοδοχείο που είναι η αφήγηση όλα μπορούν να συγκατοικήσουν· το όνειρο με την πραγματικότητα («Μου είπε ότι όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή είναι ένα όνειρο που βλέπω», σ. 75), η λογοτεχνία με τη μουσική, με την κινηματογραφική εικόνα και τη με θεατρική παράσταση, και, κυρίως, ποικίλα είδη λόγου: εγκιβωτισμένο θεατρικό (στο «Φάντασμα πίσω από τις τριανταφυλλιές»), αφηγήσεις του φανταστικού («Η μουσική του Ερρίκου Ζάνη» με αναφορά στον Lovecraft), πολεμικό “απομνημόνευμα” με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας («Περιπέτεια στην Ανταρκτική»), λυρική αφήγηση με μουσική υπόκρουση («Arturo Márquez»), σάτιρα («Μενίππεια φαντασία»), απόσπασμα ιστορικής αφήγησης («Από την εποχή της ληστοκρατίας»), ιστορία μυστηρίου («Η εξαφάνιση του καθηγητή Μαγιοράνα»). Οι ιστορίες μοιάζουν ασύνδετες, καθώς μάλιστα ο αφηγητής Βαρθολομαίος εναλλάσσει την οπτική γωνία και μετατοπίζεται στον χώρο και στον χρόνο, σαν ένα ωχρό φάντασμα που κινείται ανάμεσά τους και τις αναμειγνύει. Όμως η συνύπαρξη (του Καρυωτάκη με τον μαέστρο Μιγιώ, του βασιλιά Σακεσπήρου με τον Λουκιανό και τον Κωνσταντίνο Σάθα), ακόμη και η συνταύτιση (του ίδιου του Βαρθολομαίου με τον Dante Alighieri ή με τον Γιάννη Λεονταράκη, τον υιό «της γυναίκας της Ζάκυθος»), ευνοείται από την ονειρώδη φύση της λογοτεχνίας και από το αδιόρατο νήμα της αφήγησης.

Όλα έχουν χώρο στη λογοτεχνία, αλλά δεν μένουν ασχολίαστα. Ευδιάκριτα ή έμμεσα σχόλια για την ίδια την πράξη της γραφής, τη λειτουργία και την αποδοχή της γίνονται μέρος της. Γιατί, τι θα μπορούσε να είναι ένας κουλουρτζής που απαγγέλλει στην παραλία «το 16ο άσμα της Κόλασης του Δάντη» αν όχι ένας δυνάμει ποιητής που θέλει να ακουστεί, αλλά τα ψαροπούλια «άρχισαν με τα ράμφη τους να του κομματιάζουν τις σάρκες» (σ. 50), σε ποιο βαθμό εγκαταλείπει τη συγγραφική του ιδιότητα όταν, ως Μεφιστοφελής, ο συγγραφέας μεταμορφώνει «τους θαμώνες σε πουλιά» (σ. 13), τι είναι, αν όχι ένας ταλαντούχος, αλλά επηρμένος συγγραφέας, το μαθητευόμενο παιδί που «κάποτε θα κοιτά τον κόσμο μας αφ’ υψηλού μεταμορφωμένο σε ένα τέλειο παγόνι» (σ. 27); Ή, τέλος, τι θα μπορούσε να συνιστά ένα ταξίδι στη σελήνη και στον γκροτέσκο κόσμο Οφθαλμοκένταυρων και Γουρουνοπήγασων, αν όχι «μια ιστορία απόδρασης, κηλίδωσης και σπίλωσης (το ουράνιο τάσι που κάνει τα κορίτσια να το κοιτούν όπως θα κοίταζαν το πρόσωπο του αγαπημένου τους), μια ιστορία διαστροφής του ρομαντισμού, των ανίδεων, των αδιάφορων, των ανθρώπων που εθελοτυφλούν» (σ. 47-48); Σε αυτό το αναποδογυρισμένο σύμπαν, η οπτική του αφηγητή μοιάζει υπονομευτική για την υπάρχουσα λογοτεχνία, για εκείνους που μπορούν να χάσουν το μέτρο, βυθισμένοι στην αυταρέσκεια και τη μεγαλοφυΐα τους (σαν το παγόνι του διηγήματος «Παγωτό στην προκυμαία»), για όσους αρκούνται στη βαλσαμωμένη λογοτεχνία χωρίς διάθεση καινοτομίας, ανακυκλώνουν τον εαυτό τους, γράφουν ύμνους και «γκαρίζουν σαν μουλάρια, αισθανόμενοι τιμή και αξιοπρέπεια» (σ. 42) ή, σαν τα μικροκαμωμένα φτερωτά γουρούνια, γελοιοποιούνται εξαιτίας της υπέρμετρης φιλοδοξίας τους. Η ταύτιση του ποιητή και, γενικότερα, του συγγραφέα με πτηνό είναι μάλλον αυτονόητη σε ένα σύμπαν πολυφωνικό, όταν σχεδόν σε κάθε διήγημα ένα πτηνό κάνει την εμφάνισή του: βαλσαμωμένα πτηνά, περιστέρια, «χιλιάδες πουλιά» που αναπαύονται στις στέγες της Κέρκυρας, αλλά «οι κερκυραίοι ποιητές δεν έχουν αφιερώσει σε αυτά ούτε ένα στίχο» (σ. 34), άνθρωποι που μεταμορφώνονται σε καναρίνια ή σε παγόνια, χαλκοπράσινα ράμφη και σμαραγδί φτερά και «ένα αηδόνι πέφτει στο χώμα» (σ. 96). Από αυτά τα συγγραφικά πουλιά, ένα «χαλκοπράσινο περιστέρι σκαλίζει με το ράμφος του» (σ. 13), όπως θα σκάλιζε στο χαρτί, «γλάροι γράφουν στροφές στον πράσινο ουρανό» (σ. 86) αμέσως πριν από την αυτοκτονία του Καρυωτάκη, και όλοι σαν τα μπωντλαιρικά άλμπατρος μοιάζουν να σκοντάφτουν στα πόδια τους και να τσακίζουν τα φτερά τους.

Εντάσσοντας στην αφήγησή του σχεδόν τα πάντα, ο Βαρθολομαίος την ενορχηστρώνει, με την τρίτη ιδιότητά του, αυτή του μουσικού και «ονειρεύεται μια λογοτεχνία αντίστοιχη της σύνθεσης του Βίλα-Λόμπος». Ακόμη και αν ξέρει πως «η λογοτεχνία αυτή δεν υπάρχει» (σ. 130), η αφήγησή του γίνεται μια μουσική συμφωνία, με εναλλαγές εκτενών και σύντομων μερών, πετώντας από αλέγκρο σε αντάτζιο, και μετατρέπεται σε ένα μουσικό «άχρονο τοπίο», σε «ένα διάφανο βιβλίο», που «κάθε σελίδα του μετέχει με μια άτεγκτη συγχρονία στις άλλες εξορίζοντας από το βασίλειο της φθοράς τη γραμμικότητα» (σ. 78).

 

info:  Δημήτρης Καρακίτσος, Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφου, Αθήνα, Ποταμός, 2017, σ. 188.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here