ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Τόλης Καζαντζής- 4. Η ατομική και η ιστορική μνήμη στους «χρονοτόπους» του Τ.Κ. (της Μαρίας Πολίτου)

0
827

Μαρία Πολίτου.

Η ατομική και η ιστορική μνήμη στους «χρονοτόπους» του Τόλη Καζαντζή.

Παρέλαση-Ενηλικίωση- Πρωταγωνιστές

Ο χώρος και ο χρόνος συνυπάρχουν στη λογοτεχνική αφήγηση γενικότερα, αλλά ειδικότερα στο έργο του Τόλη Καζαντζή παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Τόσο ο χώρος όσο και ο χρόνος είναι προϊόντα της ατομικής και της συλλογικής μνήμης, έτσι όπως έχει εγγραφεί στη συνείδηση του συγγραφέα.

Η Θεσσαλονίκη της Κατοχής, του Εμφυλίου, των μετεμφυλιακών χρόνων, τα δραματικά περιστατικά των δεκαετιών αυτών και τα καθημερινά πρόσωπα της πόλης που πρωταγωνίστησαν παρουσιάζονται ολοζώντανα στα διηγήματα του συγγραφέα, έτσι όπως αποτυπώθηκαν στο νου αρχικά του παιδιού και αργότερα του νεαρού ενήλικα. Η ιστορία με τη μυθιστορία συμπλέκονται. Η Θεσσαλονίκη και, ιδιαίτερα η γειτονιά του Τόλη Καζαντζή στην Πλατεία Ιπποδρομίου, αποτελεί το σκηνικό των έργων του. Πρόκειται στην πλειοψηφία τους για έργα «ντοκουμέντα» που αναμφίβολα συμπληρώνουν και φωτίζουν πολλές πτυχές της «επίσημης» ιστορίας.[1]

Θα ξεκινήσουμε πρώτα με τα ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα της Παρέλασης, αλλά και της Ενηλικίωσης. Στην «Κυρα- Λισάβετ» πρώτα αποδίδει με ζωντάνια την ιστορία μιας λαϊκής οικογένειας με αρχηγό την ομώνυμη ηρωίδα μάνα. Το αφήγημα ξεκινάει με το γάμο της Μαρίας με έναν Γερμανό υπολιμενάρχη. Συχνό φαινόμενο «ο ερωτικός συγχρωτισμός ανάμεσα σε Γερμανούς στρατιώτες και νεαρές Ελληνίδες» που μπορεί και να κατέληγαν σε επίσημους αρραβώνες.[2]

Εδώ για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στη γειτονιά του αφηγητή, ο οποίος έμενε στη Νικηφόρου Φωκά 19, και στα γνωστά από το τραγούδι του Τσιτσάνη «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα» (γωνία Νικηφόρου και Τσιμισκή). Και οι άλλες ταβέρνες όμως έχουν την τιμητική τους: ο «Βάκχος», τα «Όρνεα», τα «Πράσινα άλογα». Επίσης, το Αχτσά Μετζίτ, η Νέα Παναγιά, η «Βαγγελίστρα», η Καμάρα, η Εγνατία, αποτελούν την περιοχή μέσα στην οποία κινούνται τα πρόσωπα και εκτυλίσσονται τα επεισόδια.

Η φτώχεια και η πείνα κατά τη διάρκεια της κατοχής καταγράφονται παράλληλα με την ατομική ιστορία της Κυρά Λισάβετ, χωρίς όμως να βαραίνει η ατμόσφαιρα∙ ο συγγραφέας επιστρατεύει το αστείρευτο χιούμορ του που συνόδευε τις αφηγήσεις του, όπως επιβεβαιώνουν όσοι τον γνώριζαν καλά. Έτσι, η κυρα Λισάβετ, που αρχικά εναντιωνόταν και στην ιδέα μόνο να παντρευτεί η κόρη της με Γερμανό, ύστερα άλλαξε γνώμη:

 Όταν μάλιστα καταφτάσανε κάτι τσιπούρες σαν παντόφλες, ορκιζότανε στο όνομά του. «Και τι σκεφτικός». Μαζί με τις τσιπούρες έφερε κι ένα ντενεκέ λάδι. Ύστερα, κάθε μέρα, ο ναύτης κουβαλούσε και του πουλιού το γάλα. Μα η κυρα Λισάβετ, αφού χώριζε όσα χρειαζότανε για το σπίτι, μοίραζε τα υπόλοιπα σ’ όσους υποφέρανε στη γειτονιά.[3]

Στο θέμα της πείνας επανέρχεται ο Τόλης Καζαντζής και αλλού στην Παρέλαση. Ιδιαίτερα σκληρή είναι η πραγματικότητα έτσι όπως αποδίδεται στο διήγημα «Ο Τζωνιός». Λιγότερο βαριά είναι η μνήμη, όταν στα «Δέκα επεισόδια» της Ενηλικίωσης ο πατέρας του γύρισε χαρούμενος στο σπίτι με τρεις γραβάτες, που αποδείχτηκαν χάρτινες (!) ή όταν η θεία του, αμέσως μετά την Κατοχή αγόρασε «μαλλί, μπλέ και κόκκινο», για να πλέξει μπλούζες στα παιδιά∙ για τον ίδιο έκανε μια μπλούζα «κουρελού» με ό, τι περίσσεψε, αιτία να τον περιγελά όλη η γειτονιά: «- Ρε, σαν κουρελού δε μοιάζει; κι οι άλλοι γέλια και δωσ’ του “κουρελού”, και σε λιγάκι, όλοι στη γειτονιά, ακόμη κι οι μεγάλοι, με φωνάζαν “κουρελού”.[4]

Από την Κυρα-Λισάβετ ακόμη γίνεται λόγος για σημαντικά ιστορικά γεγονότα που επανέρχονται και στα υπόλοιπα διηγήματα της Παρέλασης αλλά και της Ενηλικίωσης: η αποχώρηση των Γερμανών, το πλιάτσικο στα τρία μέγαρα της γειτονιάς, η ανατίναξη του λιμανιού και του Φρουραρχείου, αλλά και η δράση των Ελλήνων συνεργατών των Γερμανών, που αναφέρονται στο έργο ως «ταγματαλήτες», καθώς και η τύχη τους μετά το τέλος της Κατοχής.

Στην «Κυρα Λισάβετ» επίσης αρχίζει η ιστορία με το Σταύρο, τον ταγματαλήτη, η οποία επανέρχεται παραλλαγμένη στην Ενηλικίωση. Η ιστορία αυτή αναφέρεται στα τάγματα του Πούλου, διαβόητου ταγματασφαλίτη, που είχε οργανώσει με τη βοήθεια των Γερμανών την άνοιξη του 1943 παραστρατιωτική οργάνωση με έδρα στην Παύλου Μελά.

Στην Παρέλαση θα σταθούμε στο ομώνυμο διήγημα που καταγράφει την ιστορική ημέρα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, κατά την οποία πλήθος λαού – ανάμεσά τους και ο εξάχρονος συγγραφέας – από κάθε πλευρά της πόλης συγκεντρώνεται, πανηγυρίζει και υποδέχεται με ενθουσιασμό τον απελευθερωτικό στρατό του ΕΛΑΣ.

Συναφές με την αποχώρηση των Γερμανών και την απελευθέρωση είναι και το πρώτο αφήγημα από τα «Δέκα επεισόδια» της Ενηλικίωσης, που αναφέρεται σε αληθινό περιστατικό, όταν έγινε το «ντου» στα τρία μέγαρα. Ο συγγραφέας/αφηγητής πάει κι αυτός με το φίλο του να προλάβουν τίποτε από τα απομεινάρια των Γερμανών και γυρνάνε με άδεια χέρια. Ωστόσο, στο σπίτι τον περίμενε μια έκπληξη: τα δυο αλεξίπτωτα που βρήκαν τα αδέρφια του έγιναν το υλικό που στόλισε το σπίτι και έντυσε όλη την οικογένεια, όπως μας αφηγείται με ιδιαίτερο χιούμορ και ζωντάνια ο αφηγητής/παιδί.[5]

Άλλα ιστορικά γεγονότα είναι το θέμα των ανταρτόπληκτων που ήρθαν από τα γύρω χωριά και κάτσανε κοντά στο «Ιωαννίδειο», στο σχολείο του αφηγητή,[6] ή στο Καραβάν Σαράι,[7] η αναφορά στους «πεταλάδες» (Γερμανούς στρατονόμους),[8] το δημοψήφισμα για το βασιλιά (1/9/1946),[9] ο ερχομός στην πόλη Άγγλων, Αυστραλέζων και Ινδών «αμίκων» που μεθούσαν και δημιουργούσαν φασαρίες,[10] ο επαναπατρισμός κατά τα έτη 1946-1947 του αρμένικου πληθυσμού και η παρουσία του ρώσικου καραβιού στο Λευκό Πύργο.[11] Επίσης, καταγράφονται ιστορίες που άκουσε ο μικρός αφηγητής από τους παππούδες του, όπως η ιστορία της θείας Φερενίκης με τον Αλέξανδρο Σχινά που σκότωσε το βασιλιά Γεώργιο Α΄ το 1913.[12]

Στο δεύτερο μέρος της Ενηλικίωσης η μνήμη είναι αυτή του ενήλικα φαντάρου, φοιτητή, δικηγόρου, δικαιολογώντας έτσι και τον τίτλο της συλλογής. Στο «Απόσπασμα» γίνεται λόγος για εκτελέσεις βαρυποινιτών από τις φυλακές, δυο χιλιόμετρα μακριά από το τάγμα του συγγραφέα στην Κρήτη, ενώ επιστρατεύονταν φαντάροι από το λόχο του, για να αναλάβουν το ρόλο του εκτελεστικού αποσπάσματος.[13]

Στις «Βιβλιακές εμπειρίες» τα φοιτητικά χρόνια είναι στο επίκεντρο του διηγήματος. Αρχικά η αφήγηση τοποθετείται κατά το 1980, αλλά συνειρμικά ξεπετάγονται οι μνήμες του νεαρού φοιτητή για την εποχή εκείνη (λίγο πριν το 1960) που «ανθούσαν οι χαφιέδες και οι ρουφιανιές – δέντρα θεόρατα».[14] Τότε ήταν που ο συγγραφέας, φοιτητής Νομικής, μαζί με τον Παναγιώτη Πίστα, τον Ξενοφώντα Κοκόλη, τον Νίκο Καρανικόλα, τον Τάσο Ναούμ και άλλους είχαν συγκροτήσει το «Φοιτητικό Όμιλο Συζητήσεων», «τον έρμο Φ.Ο.Σ.»,[15] όπως γράφει.

Στις «Βιβλιακές εμπειρίες», για πρώτη φορά ο συγγραφέας, ως ενήλικος αφηγητής πια, γνώστης των κοινωνικοπολιτικών πραγμάτων της πόλης, κάνει μια στροφή και μας εκπλήσσει με την δριμεία κριτική που ασκεί σε πρόσωπα και καταστάσεις που σχετίζονται με την κακοδαιμονία του εμφυλίου που κράτησε χρόνια μετά και στιγμάτισε τα φοιτητικά τους χρόνια, αλλά και τις ζωές πολλών ανθρώπων που τολμούσαν να εκφράσουν τα αριστερά τους φρονήματα.

Στην πρώτη μέρα της επιβολής της δικτατορίας εστιάζεται η αφήγηση στο διήγημα «Ὃπερ ἔδει δεῖξαι». Η δυσφορία του συγγραφέα για την πολιτική κατάσταση είναι εμφανής: “Εκείνη την κίτρινη μέρα, στροβιλιζόμουνα σαν το σκαντζόχοιρο μέσα στους δρόμους. Μόνο που τ’ αγκάθια δεν μπήγονταν στα ξένα πετσιά, μα στο δικό μου.»[16]

Πέρα όμως από τη συλλογική μνήμη και τα διηγήματα που αποτελούν συχνά αξιόπιστες ιστορικές πηγές, η ατομική μνήμη του μικρού παιδιού που σχετίζεται με τους φίλους και τα παιχνίδια του, τις ζαβολιές και τις ατυχίες του, τις ζήλειες και τις παιδικές αγωνίες, τις πρώτες του συγγραφικές απόπειρες και την πικρία που του προκάλεσε η ίδια του η οικογένεια, συμπληρώνουν με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο την εικόνα της εποχής.

Οι περιοχές της γενέτειρας πόλης έχουν την τιμητική τους: Ιπποδρόμιο, Λαγκαδά, Ραμόνα, Μοναστηρίου, Γιαννιτσών, Σφαγεία, Καφαντάρι, Τσινάρι, Καραβάν Σαράι, Μπαξέ Τσιφλίκι, Μπεχ Τσινάρι, Εθνικής Αμύνης, Λευκός Πύργος, Δικαστήρια, Εβραίικα μνήματα, Χαρμάνκιοϊ (σημερινό Κορδελιό), γωνία Αποστόλου Παύλου και Αγίου Δημητρίου, Εγνατίας και Ίωνος Δραγούμη, Βότση, Λαδάδικα, Κάστρα, καφενείο «Πτι-Παλέ».

Η αγάπη για την πόλη και η αναφορά σε τοπωνύμια είναι εμφανής και στο επόμενο βιβλίο του Τόλη Καζαντζή, τους Πρωταγωνιστές, που δημοσιεύτηκε το 1983, και αποτελείται από δυο εκτενή αφηγήματα. Εδώ η αφήγηση γίνεται τριτοπρόσωπη και κυριαρχεί το σκώμμα.[17] Αποστασιοποιημένος από το αφηγηματικό υλικό του, ο Τόλης Καζαντζής αφήνει για λίγο την παιδική μνήμη και στρέφεται συνειδητοποιημένα στο πιο πρόσφατο παρελθόν, που είναι σφραγισμένο με πολιτικά συμβάντα. Τα μετεμφυλιακά χρόνια είναι στο στόχαστρο του συγγραφέα στο πρώτο τουλάχιστον αφήγημα με τον τίτλο «Ερασιτεχνικός θίασος «Ραμόνα»: Οιδίπους τύραννος». Ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει τη ζωή των συντελεστών της παράστασης-φιάσκο, ενώ η σκιαγράφησή τους εξυπηρετεί το σκοπό του Τόλη Καζαντζή: κρατώντας απόσταση από τα πολιτικά πράγματα και αποφεύγοντας εντέχνως να πάρει σαφή πολιτική θέση, καυτηριάζει τους «βολεψάκηδες, τα αναρριχητικά και τα ασπόνδυλα, τα παράσιτα» που δε λείπουν από κάθε εποχή, ενώ δείχνει τη συμπάθειά του για τους απλούς, μικρούς βιοπαλαιστές ή τους ιδεολόγους που υπήρξαν θύματα των «αλλοπρόσαλλων καιρών». Η μνήμη είναι περισσότερο συλλογική πια, μπολιασμένη αναπότρεπτα από προσωπικά βιώματα, εμπειρίες και ιδέες του συγγραφέα. Όλα εκτυλίσσονται στην πόλη και σε επιμέρους σημεία της.

Ως προς τα συμβάντα που απηχούν ιστορικά γεγονότα και πολιτικές καταστάσεις, πραγματικά δεν ξέρει κανείς πού να πρωτοσταθεί, αφού γίνονται νύξεις σε ζητήματα που απασχολούσαν την ελληνική μετεμφυλιακή Ελλάδα και, ιδιαίτερα, βέβαια, τον Τόλη Καζαντζή. Ενδεικτικά, αναφέρω τα θέματα κοινωνικών φρονημάτων και το «φακέλωμα», την περιθωριοποίηση ή αναρρίχηση πολλών, τις εξορίες στη Λέρο και τον Άγιο Ευστράτιο, το διχασμό του απλού λαού μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας και τη χειραγώγηση που υφίστατο σαν πιόνι στη διεθνή και πολιτική σκακιέρα: «για την εξάπλωση του κομμουνισμού, υπεύθυνοι ήταν οι κοντόφθαλμοι διοικούντες τον έρμο τούτο τόπο. Γιατί δεν εννοούσανε να στείλουνε μερικές βαποριές με Έλληνες κομμουνιστές στη Ρωσία, για να δούνε επιτόπου τι εστί βερίκοκο και να γυρίσουν ύστερα σωστοί γενίτσαροι».[18] Όσο για την Αμερική, «αφού εξαντλήσανε τα «σχέδια Μάρσαλ» τους και «τις παγωμένες πιστώσεις» τους προς οικονομικήν αποκατάστασιν των αποκατασταθέντων εθνικώς δωσιλόγων, το είχανε ρίξει στις Κορέες και τα λοιπά».[19]

Στο δεύτερο αφήγημα των Πρωταγωνιστών, «Απόστολος και Φερδινάνδος», κριτικάρεται αριστοτεχνικά ο γραφειοκρατικός κόσμος. Το όνομα «Απόστολος» σαφώς δεν είναι τυχαίο! Και σε αυτό το κείμενό του ο συγγραφέας βρίσκει ευκαιρία και αναφέρεται με καυστικό τρόπο σε ιστορικά γεγονότα, αλλά και σε άλλα καλά κρυμμένα στα συρτάρια των πολιτικάντηδων και των γραφειοκρατών: «Ιδιοκτησίες που καταπατήθηκαν στο άψε- σβήσε με μια καλοτραβηγμένη χαρακιά, αρχαιολογικά ευρήματα που καταπλακώθηκαν με γιγάντια πέλματα από μπετόν αρμέ, χρήματα που πλήρωσαν και χρήματα που έχασαν ανύποπτοι πολίτες».[20] Η μνήμη και εδώ πανταχού παρούσα και ο γενέθλιος χώρος, τα πρόσωπα του παρελθόντος, οι ρίζες του πάντα σε πρώτο πλάνο και πρώτη του έγνοια. Παραλλάσσει φαίνεται ονόματα και πρόσωπα, καθώς πρόκειται για τριτοπρόσωπη αφήγηση, για να μην είναι απολύτως αυτοβιογραφικά τα στοιχεία του Απόστολου, του κεντρικού ήρωα. Ένα σημείο αντλημένο από αυτοβιογραφικό υλικό είναι το επάγγελμα τού στην πραγματικότητα παππού του, Δημητρού, καθώς «Καζαντζής» σημαίνει «χαλκεύς», κατασκευαστής καζανιών: «Κάποτε ήταν νέος κι ο Απόστολος […] ο πατέρας του ο Δημητρός, νοικοκύρης κι έμπορος στα μπακίρια απ’ τους λίγους».[21]

Η αγάπη για τη Θεσσαλονίκη είναι κι εδώ κοινός τόπος. Γίνεται κι εδώ αναφορά σε μέρη, πρόσωπα και ομάδες που συνθέτουν το πρόσωπο της πόλης: οι δυτικές συνοικίες, το Σέιχ Σου, η περιοχή Βότση, το καθολικό νεκροταφείο του Ζέιτελινγκ, το «Δημοτικό Νεκροταφείο Ευαγγελίστριας», οι Εβραίοι, οι Αρμένιοι, ο ΠΑΟΚ, ο ΑΡΗΣ, ο ΗΡΑΚΛΗΣ∙ ακόμη και ο Σταύρος, ο γαμπρός της κυρα-Λισάβετ, αναφέρεται, προσδίδοντας συνοχή στο συνολικό συγγραφικό έργο του Τόλη Καζαντζή, διαψεύδοντας την άποψη ότι υπάρχει τομή στους Πρωταγωνιστές.

Η μνήμη, λοιπόν, συχνά γλυκόπικρη, κεντρικός πυλώνας σ’ όλο του το έργο, λειτουργεί ποικιλοτρόπως, κάποτε ως διαφυγή από το παρόν, ως το «τελευταίο καταφύγιο», όπως ο ίδιος ομολογεί: «από την ίδια την πραγματικότητα, και ιδίως από την καθημερινότητα, προτιμώ μια άλλη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που γίνεται κατά “μίμηση” και με υλικά της ίδιας της πραγματικότητας και της καθημερινότητας».[22]

[1] Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Η γερμανική κατοχή σε πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη, 2015, σ. 9.

[2] ό.π., σ. 43.

[3] Τόλης Καζαντζής, Η παρέλαση, Ενηλικίωση, Νεφέλη, Αθήνα, 1995, σ. 14.

[4] ό.π., σ. 166 («Δέκα επεισόδια»).

[5] ό.π., σ. 157 («Δέκα επεισόδια»).

[6] ό.π., σ. 100 («Ο ζωγράφος»).

[7] ό.π., σ. 138 («Ο διεθνής»).

[8] ό.π., σ. 19 («Κυρά Λισάβετ»), 49 («Ο λάκκος»), 120 («Νεκρές φύσεις»).

[9] ό.π., σ. 95 («Ο “Κορίνος”»).

[10] ό.π., σ. 144-145 («Η Κατίνα»), 159-160 («Δέκα επεισόδια»).

[11] ό.π., σ. 151-153 («Το “Κουζούμ”»).

[12] ό.π., σ. 71 («Η θεία Φερενίκη»).

[13] ό.π., σ. 185 («Το απόσπασμα»).

[14] ό.π., σ. 188 («Οι βιβλιακές εμπειρίες»).

[15] ό.π., σ. 187 («Οι βιβλιακές εμπειρίες»).

[16] ό.π., σ. 196 («Ὃπερ ἔδει δεῖξαι»)

[17] Χριστόφορος Μηλιώνης, Το βλέμμα της μέδουσας, Ερμηνευτικά δοκίμια, Σοκόλη, Αθήνα, 2007, σ. 126.

[18] Τόλης Καζαντζής, Οι πρωταγωνιστές, Νεφέλη, Αθήνα, 1998, σ. 58.

[19] ό.π., σ. 59.

[20] ό.π., σ. 120.

[21] ό.π., σ. 125.

[22] Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων και άλλα διηγήματα, Νεφέλη, Αθήνα, 1994, σ. 151.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here