ΑΦΙΕΡΩΜΑ Τόλης Καζαντζής : 2. Από τη μικροϊστορία μιας φιλίας, μιας παρέας και της εποχής τους (του Π.Σ.Πίστα)

0
433
Μάρκογλου, Ευαγγέλου, Καζαντζής

Παναγιώτης Σ. Πίστας.

Από τη μικροϊστορία μιας φιλίας, μιας παρέας

και της εποχής τους.

Με τον Τόλη Καζαντζή ήμασταν περίπου συνομήλικοι, εκείνος γεννημένος το 1938 κι εγώ το 1939. Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της πρώτης εκπαιδευτικής χρονιάς μετά την Κατοχή, πολλοί από τη δική μου ηλικιακή σειρά μπήκαμε νωρίτερα στο Δημοτικό και ακολουθήσαμε ταυτόχρονη σχολική πορεία με την ηλικιακή σειρά του Τόλη. Έτσι, χωρίς ακόμη να γνωριζόμαστε, βρεθήκαμε να μπαίνουμε την ίδια χρονιά, το 1956, στο Πανεπιστήμιο (ο Τόλης στη Νομική, κι εγώ στη Φιλοσοφική). Μαζί το τελειώσαμε και μαζί πήγαμε και στον στρατό το 1961. Γνω­ρι­στήκαμε στα φοιτητικά μας χρόνια, αλλά πότε ακριβώς και πώς δεν θυμούμαι. Είχαμε όμως, και πριν γνωριστούμε, μια σχέση του τύπου «τι μικρός που είναι ο κόσμος!»: ένας θείος του από τη μητέρα του ήταν ο νουνός μου…

Ο Τόλης προερχόταν από μια οικογένεια «μεσολαϊκή», όπως τη χαρακτήριζε ο ίδιος, και μορφωμένη. Οι γονείς του και οι δύο ήταν παλαιοί Θεσσαλονικείς. Το γεγονός μάλιστα αυτό το τόνιζε, όχι φυσικά από τοπικισμό, αλλά γιατί ερμήνευε το χρονικό βάθος των έμμεσων βιωμάτων που αφθονούν στα πεζογραφήματά του. Από την οικογένειά του είχε πολλές αθλητικές καταβολές: μητέρα (το γένος Βικελίδη), αδελφή και αδελφός ήταν αθλητές. Ο αδελφός του, ο Δημήτρης, ήταν ταλαντούχος και δημοφιλής ποδοσφαιριστής (σέντερ φορ) του Άρη, και ήταν και το ποιητικό ίνδαλμα του συμμαθητή και οικογενειακού τους φίλου Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ο Δημήτρης των έντυπων αφιερώ­σεων των πρώτων βιβλίων του Ντίνου είναι ο αδελφός του Τόλη. (Να ση­μειώσω εδώ ότι τότε οι αθλητές ήταν ινδάλματα όχι μόνο των οπαδών, αλλά και της ευρύτερης κοινωνίας της Θεσσαλονίκης).

Στην παρακολούθηση των αθλητικών και πνευματικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων της εποχής πρέπει να οφείλεται η γνωριμία μας και η αρχή της φιλίας μας. Και όσο προχωρούσαν τα φοιτητικά μας χρόνια, η μεταξύ μας παρέα γινόταν όλο και πιο συχνή. Ήταν και το Πανεπιστήμιο τότε συμπαθητικά μικρότερο· όχι μόνο διευκόλυνε, αλλά και δημιουργούσε διασχολικές ανθρώπινες σχέσεις. Υπήρχαν βέβαια και άλλοι φιλόξενοι χώροι, ιδίως για όσους είχαν λογοτεχνικά ή καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, και σ’ αυτούς συναντιόμασταν συχνά: Το εντευκτήριο και οι εκδηλώσεις της «Τέχνης», το σπίτι του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τους φίλους του λογοτέχνες Ιωάννου και Ασλάνογλου (στον Χριστιανό­πουλο, έχει δηλώσει ο Τόλης, οφείλει τη μύηση και την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία), και το σπίτι του ζεύγους Αναγνωστάκη, κυριολεκτικά πνευματική τροφός πολλών από μας. Φυσικά, δεν ήμασταν μόνο «κουλτουριάρηδες» (δεν νομίζω βέβαια να ήταν σε χρήση τότε αυτός ο χαρακτηρισμός), αλλά συχνάζαμε και στους συνήθεις νεανικούς χώρους «εστίασης και αναψυχής», τους φθηνούς εννοείται, και βρισκόμασταν στα κατ’ οίκον πάρτυ που έδιναν και έπαιρναν εκείνη την εποχή.

Θα σταθώ σε δύο σημαντικούς σταθμούς της φοιτητικής μας ζωής, στους οποίους βρεθήκαμε μαζί. Πρώτα στο φοιτητικό περιοδικό Ευμέ­νης.[1] Ο Ευμένης είναι ο νεαρός ποιητής στο ποίημα «Το πρώτο σκαλί» του Καβάφη, που ο ώριμος, ο φτασμένος ποιητής του λέει:

Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

                                    να ’σαι περήφανος κι ευτυχισμένος.

Ευρηματικός, ταιριαχτός τίτλος, που τον είχε προτείνει ο Ξενοφώ­ντας Κοκόλης, κοινός φίλος, συμφοιτητής τότε, συνάδελφος μετά και από τους σημαντι­κό­τερους συντελεστές του περιοδικού. Βγήκε την Άνοι­ξη του 1959 από φοιτητές του τότε Γ΄ έτους της Φιλοσοφικής Σχολής. Φιλοξενούσε όμως συνεργασίες και από φοιτητές άλλων ετών και άλλων Σχολών: Νομικής, Θεολογικής, ακόμη και από τη Στρατιω­τική Ιατρική (η οποία εξάλλου είχε τότε και άλλους συγχρωτισμούς με τη Σχολή μας).[2]

Ο Τόλης εκείνα τα χρόνια, όπως και ο Ξ. Κοκόλης ήταν στο σταυροδρόμι δύο επιλογών: ο Τόλης ανάμεσα στην ποίηση και την πεζο­γραφία και ο Ξενοφώντας ανά­μεσα στην ποίηση και τη φιλολογία. Τους κέρδισε τελικά και τους δύο το δεύτερο σκέλος. Τα ποιήματά τους όμως τα δημοσιευμένα στο περιοδικό αυτό και αλλού μπορεί να ήταν σχετικώς πρωτόλεια, ή, αν θέλετε αλλιώς, «γραφές της αθωότητας», μπορεί να απη­χούσαν του ενός Χριστιανόπουλο και του άλλου Σεφέρη, αλλά ήταν καλά ποιήματα. Επιλογή τους μάλιστα, από τον λίγο μεγαλύτερο κοινό μας φίλο, τον Παναγιώτη Μουλλά, δημοσιεύτηκε στο σημαντικό περιο­δικό Ενδοχώρα των Ιωαννίνων.[3]

Το «πρώτο» μας «σκαλί» ήταν όλο κι όλο δύο τεύχη, φτωχοτυπωμένα με το εράνισμα από την τσέπη των φοιτητών και από τα έσοδα των φθηνών διαφημίσεων φροντιστηρίων και φοιτητικών εστια­τορίων. Το πε­ριοδικό βγήκε χωρίς κανένα πατρονάρισμα. Οι καθηγητές το πήραν χαμπάρι μόνο όταν αυτοί που το έβγαλαν τους το έδωσαν φρεσκοτυπωμένο.

Ο δεύτερος σταθμός της κοινής φιλικής μας πορείας ήταν η συμμε­τοχή μας στον Φ.Ο.Σ., στον Φοιτητικό, δηλαδή, Όμιλο Συζητήσεων. Ευρηματικός κι αυτή τη φορά ο τίτλος, ή ακριβέστερα, η «βραχυγραφική» εκφορά του, ιδίως μάλιστα αν λάβει κανείς υπόψη του ότι για τους «μυη­μένους» αυτό το Σ. «διαβαζόταν», ανομολόγητα επισήμως, και ως Σοσια­λιστών.[4] Η λειτουργία ενός βήματος για ελεύθερες συζητήσεις μεταξύ των φοιτητών ήταν ένα όχι μόνο σημαντικό αλλά και αρκετά δύσκολο εγχεί­ρημα για την εποχή. Είμαστε στο 1959 πάντα. Μερικοί υπο­στηρίζουν σήμερα ότι ο Φ.Ο.Σ. ήταν ένα από τα πρώτα, τα προδρομικά σκιρτήματα του φοιτη­τικού κινήματος που θα ξεσπούσε λίγο αργότερα. Εί­χα­με αρκετό κόσμο στις συζητήσεις που γίνονταν σε αίθουσα του πα­λαιού κτιρίου. Μεγάλες πιένες είχε μια συζήτηση με θέμα «Δημοτική ή Κα­θαρεύουσα;». Ανάμεσα στο ακροατήριο και οι αείμνηστοι καθηγητές της Νομικής, Μάνεσης και Ευρυγένης. Μεγάλη τιμή και στήριξη η πα­ρουσία τους.

Όμως ο πιο σημαντικός κοινός σταθμός των φοιτητικών μας χρό­νων ήταν ο τρίτος, όταν γίναμε με τον Τόλη κατά κάποιον τρόπο και σύγ-γαμ­­βροι, όχι εξ αγχιστείας αλλά εκ φιλίας. Αγαπήσαμε και αργότερα παντρευ­­τήκαμε δύο κοπέλες που ήταν φίλες και συμφοιτήτριες στο Γαλ­λικό Τμήμα της Φιλοσοφικής. Το Γαλλικό Τμήμα είχε τότε, κατά γενικήν ομολογία, τα ωραιότερα κορίτσια του Πανεπιστημίου. Καθώς τα «ξένα τμήματα» ή τα «ινστιτούτα», όπως τα λέγαμε, ήταν ενσωματωμένα στη Φιλοσοφική Σχολή, οι συνδιδασκαλίες των κοινών μαθημάτων ήταν πόλος έλξης για όλους τους φιλολόγους – και όχι μόνον! Στα γεμάτα τις ώρες εκείνες αμφι­­θέατρα, μέσα στην όποια ενδυματολογική ποικιλία των ως επί το πλεί­στον επαρχιωτών και μικροαστών φοιτητών της Φιλοσοφικής και των μεσοαστών φοιτητριών Φιλοσοφικής και Ινστιτούτων, έβλεπες να ξε­χω­ρίζουν οι κομψές μπλε στολές των στρατιωτικών γιατρών, που τους έκα­ναν ασυναγώνιστούς στον ευνόητο τομέα.

Μετά το πανεπιστήμιο πήγαμε μαζί στον στρατό και περάσαμε από την περίφημη Σχολή των Εφέδρων Αγγέλων, όπως την ονομάζει ο Βα­σιλικός στο «Αγγέλιασμά» του. Την εξάμηνη κοινή θητεία μας εκεί την έχει απομνημειώσει ο Τόλης με μια φωτογραφία στη Γραμματολογία-Ανθολογία Σοκόλη.

Η στενή μας παρέα συνεχίστηκε και μετά τον στρατό· σε όλα τα χρό­νια που ακολούθησαν εναλλασσόμενης χαράς και λύπης, ενθουσια­σμού και απογοήτευσης, σχεδόν για όλους και φυσικά και για μας. Χα­ρούμενοι στα λίγα χρόνια της Χαμένης δημοκρατικής Άνοιξης, πλη­γω­μένοι στα χρόνια της Δικτατορίας, της Επιστράτευσης και του Δράματος της Κύπρου, χαρούμενοι και πάλι, και αισιόδοξοι, στα χρόνια της Με­τα­πολίτευσης. Και πάντα συσπειρωμένοι συλλογικά στη συντρο­φιά μας, που με το πέρασμα του χρόνου η σύνθεσή της έπαιρνε, βέβαια, διάφορες μορ­φές, παραμένοντας όμως η ίδια στη βάση της. Κατά τις αρχές της δεύ­τερης δεκαετίας μετά τη Μεταπο­λίτευση, στον πνευματικό μικρόκο­σμο της Θεσσαλονίκης ήταν γνωστή η «παρέα του “Ανθέων”» (ζαχαροπλαστείο στην ομώνυμη οδό): Μπακόλας, Ευαγγέλου, Μέσκος, Μάρκογλου, Καρανικόλας, Σιμώτας, Γεωργιάδης, Μαριέτα Καραγιάννη, Λαχάς, Πάσχος, εμείς και μερικοί άλλοι (Αράγης) όχι τακτικοί. Η παρέα αυτή υπήρξε ίσως το «κύκνειο» –ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός– συλ­­λο­γικό γεγονός των παρατε­ταμένων νεανικών μας χρόνων.[5] Εκεί επω­ά­σθηκε η σύνθεση του (κοινού με τους Αθηναίους φίλους μας του πε­­ριο­δικού Σημειώσεις) βιβλίου Ιδίοις αναλώμασιν (1985) και εκεί σχε­διάστηκε η μικρή μη κερδοσκοπική σειρά των εκδόσεών μας «Χει­ρό­γραφα» (1989-1994). Είχε προηγηθεί το 1969-1970 μια άλλη προσπάθεια, οι εκδόσεις ή, σωστότερα, επανεκδόσεις «Αιγόκερως» (Δούκας, Πεντζίκης και Σκαρίμπας, που δεν βγήκε τελικά), με τον Μπάμπη Παπαστάθη, τον Τόλη και τους άλλους φίλους.

Από το 1980 όμως τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν άλλη τροπή για τον Τόλη. Παρουσίασε σοβαρά προβλήματα υγείας, που, καθώς περ­νούσαν τα χρόνια, γίνονταν σοβαρότερα και τον οδήγησαν να «παίζει» συνεχώς «ενάντια στην ομάδα του θανάτου», όπως έγραψε σε ένα συγκλο­νιστικό του ποίημα ο Ανέστης Ευαγγέλου,[6] που τον ακολούθησε κι αυτός σύ­ντομα στον ίδιο δρόμο. Ο Τόλης, πρέπει να το πούμε, αντιμε­τώπισε γενναία αυτή την κακή και μοιραία του τύχη. Δεν σταμάτησε να μετέχει (και να είναι παρών στη συντροφιά), δεν σταμάτησε να γράφει. Ξαναγράφει ένα παλαιότερο κείμενό του και εκδίδει αυτό και άλλα τέσ­σε­ρα βιβλία. Και ως το τέλος δεν έχασε το γέλιο και το χιούμορ του, που τον χαρακτήριζαν από τότε που τον πρωτογνώρισα.

Εδώ τελειώνει, φυσικά, το χρονικό της εν ζωή φιλίας μας.[7]

Για το πολύ σημαντικό έργο που μας άφησε θέλω να πω εδώ μόνο δυο λόγια: Ο Τόλης γελάει, από θυμό και αγανάκτηση σατιρίζει, σαρκά­ζει (και αυτοσαρκάζεται) αυστηρά, τιμωρητικά, αλλά όπως όλοι οι άξιοι καλ­λιτέχνες της σάτιρας –και λέω καλλιτέχνες, γιατί είναι χαρα­κτη­ριστικό που δεν αφορά μόνο τη λογοτεχνία αλλά και άλλες τέχνες, τον κινηματογράφο π.χ.– έτσι και ο Τόλης γέλασε, σατίρισε και σάρκασε, για να μην κλάψει. Κι αυτό δίνει βαθιά ανθρώπινη διάσταση στο πεζο­γραφικό του έργο.

Και μερικά ακόμη λόγια για το τσιτάτο που συνοδεύει τον τίτλο της Διημερίδας μας. Είναι από το τέλος του βιβλίου του Τόλη Μια μέρα με τον Σκαρίμπα. Σας διαβάζω το σχετικό κομμάτι (μιλάει ο Σκαρί­μπας): «Σας εύχομαι απ’ ό,τι επιθυμείτε, να γίνονται έστω τα μισά. Φτά­νουν αυτά και περ’σεύουν, για να σας ζήσουν κι εσάς και τα παιδιά σας και να τα βάλετε στην μπάντα για τους δίσεχτους καιρούς. Αρκεί όταν πάτε να κοιμηθείτε, να βάζετε κάτω από το προσκέφαλό σας ένα όνειρο, και το πρωί ξυπνώντας θα ’χετε ανά χείρας δύο».

Τελειώνοντας, σας εύχομαι κι εγώ να έχετε όνειρα και στο προ­σκέ­φαλό σας και στο χέρι σας, και να τα κρατήσετε σφιχτά και στους δύ­σκολους καιρούς που διανύουμε.

[1] Βλ. Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ευμένης. Ένα φοιτητικό λογοτεχνικό περιοδικό του 1959. Μισόν αιώνα μετά», περ. Εντευκτήριο, τχ. 85 (Απρ.-Ιούν. 2009) 180-181.

[2] Ο Τόλης συμμετείχε με το ψευδώνυμο «Απόστολος Δημητρίου» και ανάμεσα στους άλλους συνεργάτες του περιοδικού ήταν οι φίλοι μας Τάσος Ναούμ, Νίκος Καρανικόλας, Θανάσης Νικόλτσος, Θωμάς Μπασογιάννης, Γιάννης Βαφειάδης, Γρηγόρης Σιωμόπουλος. – Στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού δημοσιεύτηκαν μεταφρασμένα (από τον Ι. Ζηκόπουλο) ποιήματα νέων τότε γάλλων ποιητών. Πολλά χρόνια αργό­τερα, ο φίλος Θανάσης Πάσχος ανακοίνωσε μια μέρα στη συντροφιά μας (και σχεδίαζε να γράψει και κάτι) ότι από ένα από τα ποιήματα αυτά ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε αντλήσει αρκετούς στίχους για το refrain του τραγουδιού του «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη». Το περιοδικάκι μας «προώριστο» να ταξιδεύει αφανώς σε πολύ μακρινές χρονικές συχνότητες…

[3] Παναγιώτης Μουλλάς, «Νέοι ποιητές της Θεσσαλονίκης», περ. Ενδοχώρα, τχ. 10 (1961) 597-607.

[4] Από τα ιδρυτικά του μέλη (φοιτητές της Φιλοσοφικής και της Νομικής τα περισ­σό­τερα) και οι φίλοι Ξ. Κοκόλης, Χαράλαμπος Παπαστάθης, Τ. Ναούμ, Μάκης Τρι­κού­κης, Ν. Καρανικόλας, Ξενοφών Μαυραγάνης και ο βενιαμίν (μαθητής ακόμη) Τάκης Σιμώτας. Συνο­πτι­κό αποτύπωμα της ιστορίας του Ομίλου στο: Χρ. Ζαφείρης, Εμείς του ’60 οι εκ­δρομείς, Εξάντας, Αθήνα, 2000, σ. 150 και πληρέστερο στο υπό έκδοσιν βιβλίο του Ξ. Μαυ­ρα­γάνη, Εφτά νύχτες και κάτι, μυθιστορηματικό χρονικό, Νησίδες, Θεσσαλονίκη.

[5] Την παρέα αυτή έχει περιγράψει με αγάπη ο Μάρκος Μέσκος σε συνέντευξή του το 2002. Βλ. περ. Parallaxi (16.2.2016 και http://parallaximag.gr/thessaloniki/ta-stekia-ton-logotechnon-vivlia-kafes-ke-xenichtia). Την επισήμανση της συνέντευξης οφείλω στην καλή μου φίλη Μαρία Αποστολίδου, υποψήφια διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Την ευχαριστώ κι από δω.

[6] Ανέστης Ευαγγέλου, «Τόλης Καζαντζής», στη συλλογή Το χιόνι και η ερήμωση, Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 131.

[7] Θα μπορούσε να πει κανείς, ξαναγυρίζοντας με κύκλο στην αρχή, πως «ο κόσμος (της Θεσσαλονίκης) εξακολουθεί να είναι μικρός» και πως η παρουσία των φίλων μας που έφυγαν –πέρα από ό,τι πνευματικό μας κατέλιπαν– παραμένει σχεδόν απτή, και πολύ κο­ντά μας: Το σπίτι των νεανικών χρόνων του Τόλη ανήκει σήμερα στον παλαιό συμ­μα­θη­τή και στενό φίλο μου Νίκο Τσιράκογλου.

 

 

Προηγούμενο άρθροΑΦΙΕΡΩΜΑ Τόλης Καζαντζής 3. Λογοτεχνία και πολιτική (του Μιχάλη Κεμεντζεσίδη)
Επόμενο άρθροΑΦΙΕΡΩΜΑ – ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ 1. Εισαγωγικό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here