Αυτοδικία και βία στη νέα ελληνική λογοτεχνία (του Λαοκράτη Βάσση)

0
391

 

Λαοκράτης Βάσσης (*)

 

 

α)   Ακόμα και με μια γρήγορη ματιά στην εργογραφία του Γιάννη Παπακώστα, διαπιστώνεις πως πρόκειται για έναν ακάματο εργάτη της Νεοελληνικής φιλολογικής επιστήμης. Κι αν έχεις μελετήσει το έργο του, ερμηνευτικό και κριτικό, ένα πολυδιάστατο έργο, δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις την καθ΄όλα υψηλή ποιότητά του. Με τις εμπεριστατωμένες, μεταξύ όλων των άλλων , εισαγωγές του στα ερευνητικά έργα και στις επιμέλειές του να ανήκουν στις πολύ σημαντικές της κατηγορίας τους. Όπως, μάλιστα, αυτές εμπλουτίζονται και από τις θεωρητικο/κριτικές επενδύσεις τους. Που, κατά έναν τρόπο, είναι προαγγελτικές της κορύφωσης αυτής της διάστασης στο έργο που παρουσιάζουμε εδώ, ως προέκταση προφανώς και της προηγηθείσας ανάλογης συνεισφοράς του. Μιας κορύφωσης που θα μπορούσε να θεωρηθεί ισοζυγιστική προς την υπερέχουσα ερευνητική διάσταση στο συνολικό του έργο.

β)   Πριν περάσω στην απόπειρα παρουσίασης του βιβλίου του: «Πού μας πάει αυτό το αίμα;»   και με δηλωτικό του περιεχομένου του υπότιτλο: «Αναπαραστάσεις αυτοδικίας και βίας στη νέα ελληνική λογοτεχνία», αρχίζοντας μάλιστα απ΄τα συνιστώντα την θεωρητικο/κριτική του κορύφωση, θέλω να πω το αυτονόητο, πως δηλαδή ένα τέτοιο έργο πυκνής γραφής, που ανατέμνει περισσότερα από είκοσι λογοτεχνικά έργα, μόνο ως προς τα μείζονα της βαθύτερης λογικής του,  κι αυτό εντελώς υποψιαστικά, μπορεί να παρουσιαστεί. Χωρίς υπερβολή, καθεμιά απ΄τις πέντε ενότητες του βιβλίου («Ύβρις και Τίσις» η πρώτη, «Η μνήμη» η δεύτερη, «Από την κατοχή στην Αντίσταση» η Τρίτη, «Για λόγους τιμής» η τέταρτη και «Βεντέτες και άλλα» η Πέμπτη) θα χρειαζόταν από μόνη της όλο το χρόνο της παρουσίασης,  για να μπορούσαμε να αναφερθούμε ικανοποιητικά στο βάθος της.

γ)   Τούτου δοθέντος, λοιπόν, την θεωρητικο/κριτική κορύφωση και ποιότητα του βιβλίου συνιστούν: Πρώτον, η γλώσσα του, η χαρακτηριστικής απλότητας δοκιμιακή γλώσσα, που και στις συμπυκνωτικές ανάγκες της γραφής δεν χάνει την ενάργεια, την καθαρότητα και τη σαφήνειά της. Κι επειδή καθόλου δεν βαρύνεται ο λόγος του από τάσεις εκζήτησης και λεξιλαγνείας, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια απαιτητική δοκιμιακή γραφή. Που, με δεδομένη την ενότητα μορφής και περιεχομένου, προφανώς και είναι συνάρτηση  του ελέγχου εις βάθος του πολυδιάστατου περιεχομένου των αναλυόμενων έργων. Δεύτερον, ο αισθητικός χαρακτήρας των αναλύσεων, που ποτέ δεν υποκαθίσταται από άλλες ερμηνευτικές και εξηγητικές πτυχές τους, όπως, για παράδειγμα, οι πολιτικές/φιλοσοφικές, οι ιστορικές/πολιτιστικές ή οι κοινωνιολογικές. Ως έγκριτος μελετητής της λογοτεχνίας, την αντιμετωπίζει πρωτίστως ως αισθητικό φαινόμενο. Οπότε προτάσσει την αισθητική του ανάλυση και όχι ό,τι έχει πίσω του αυτό το φαινόμενο. Χωρίς ποτέ, εννοείται, να ξεχνά τη δεδομένη διαλεκτική ενότητα μορφής και περιεχομένου στα λογοτεχνικά έργα. Με τις προσεγμένες αισθητικές παρατηρήσεις του να είναι αρκούντως ερμηνευτικές της αισθητικής λειτουργίας των αναλυόμενων κειμένων. Τρίτον , τέλος, η διακειμενική υποστρωμάτωση των αναλύσεων, που επιτρέπει τον πολυεδρικότερο δυνατό φωτισμό των θεμάτων , που τα συναντάμε και στην αρχαία ελληνική γραμματεία και γενικότερα στη λογοτεχνία. Με τις διακειμενικές αναφορές του να μην έχουν καμία σχέση μη την επιφανειακότητα της «μόδας» της στις αναλύσεις των λογοτεχνικών κειμένων.

δ)   Πίσω, όμως, απ΄τις τρεις αυτές αλληλοπροσδιοριζόμενες πτυχές της θεωρητικο/κριτικής διάστασης των αναλύσεων του συγγραφέα, την ποιοτική τους γλώσσα, τον αισθητικό τους χαρακτήρα και την διακειμενική τους υποστρωμάτωση, βρίσκεται το περιεχόμενο σημαντικών έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Με μερικά να είναι από τα καλύτερά της και με πολύ «δύσκολο» θεματικό πυρήνα, είτε πρόκειται για το σκοτεινό «βυθό» της ψυχής των πρωταγωνιστών τους, όπως της Φραγκογιαννούς, είτε για τον ακόμα πιο σκοτεινό «βυθό» της συλλογικής ψυχής, όταν πρόκειται για φονικές αγριότητες της Εμφύλιας τραγωδίας μας. Ένα βαρύ «περιεχόμενο», που θέλει πολύ γερούς φιλολογικούς ώμους για να το σηκώσουν, ιδίως μάλιστα όταν ξέρεις πως, επειδή είναι αρκετά «δουλεμένο» απ΄τον κριτικό μας λόγο, δεν θα κριθούν απλώς αυτά που θα γράψεις αλλά και θα συγκριθούν με τα όσα ως τώρα έχουν γραφεί, με όλες μάλιστα τις γνωστές δυσανεξίες του  δύσκολου χώρου των κριτικών. Με τον συγγραφέα όχι μόνο να σηκώνει το βαρύ φορτίο του περιεχομένου των αναλυόμενων έργων, αλλά και να συνεισφέρει σημαντικά στην πληρέστερη αισθητικο/κριτική θεώρησή τους, άλλοτε προσθέτοντας κρίσιμες νέες αναλυτικές «ματιές» και άλλοτε φωτίζοντας ακόμη περισσότερο παλαιότερες κριτικές προσεγγίσεις τους από σοβαρούς μελετητές. Χάρη και στην πέραν της φιφλολογικής κατάρτισης πνευματική του καλλιέργεια,  αφενός ανατέμνει τις πολλές εκφάνσεις του αισθητικού φαινομένου, ξεκινώντας απ΄τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη και φτάνοντας ως το «Ανωφελές διήγημα» του Γιατρομανωλάκη και τις «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα» της Γαλανάκη. ‘ Εχοντας όμως ενδιαμέσως αναμετρηθεί με τις πολυαπαιτητικές δημιουργίες: του Μυριβήλη , «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης», του Δούκα,  «Ιστορία ενός αιχμαλώτου», του Βρεττάκου, «Το αγρίμι», και «Οδύνη-αυτοβιογραφικό χρονικό», όπως και του Χατζή, «Το τέλος της μικρής μας πόλης» και «Ανυπεράσπιστοι».  Αφετέρου, ρίχνει με νηφάλια προσέγγιση πολύ φως, όπως ήδη είπαμε, στο σκοτεινό «βυθό» της ατομικής και της συλλογικής ψυχής, ιδίως όταν «αγγίζει» τις εμφύλιες πληγές μας, που δεν λένε ακόμη να κλείσουν.  Επιλέγοντας μια πραγματικά δύσκολη φιλολογική και ευρύτερα πνευματική αναμέτρηση, λόγω της υφής των ανατεμνόμενων λογοτεχνικών έργων, προσέθεσε μερικές απ΄τις πολύ σοβαρές σελίδες στην κριτική θεώρηση της Νεοελληνικής λογοτεχνίας.

ε)   Θα ολοκληρώσω, ως συνέχεια της προϊδεαστικής αναφοράς μου, με δυο ξεχωριστά λόγια για την τρίτη ενότητα: «Από την κατοχή στην Αντίσταση και στον Εμφύλιο σπαραγμό», απ΄την οποία και ο τίτλος: «Πού μας πάει αυτό το αίμα;» (απ΄τα «Τετράδια Ημερολογίου» του Θεοτοκά, με αφορμή τη δολοφονία του Μαλτέζου!). Πρόκειται, χωρίς να μειώνονται οι τέσσερεις  άλλες , για την καρδιά του βιβλίου. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της απαιτητικής φιλολογικής ανάλυσης  των έργων του Βρεττάκου και του Χατζή, όπου και οι κρίσιμες ερευνητικές επισημάνσεις των αλλαγών από έκδοση σε έκδοση, αναπέμπουσες στις ιδεολογικές περιπέτειες εκείνων των γκρίζων καιρών, αλλά και λόγω, ίσως μάλιστα και περισσότερο γι’  αυτό , της νηφάλιας σκέψης, όπως σημείωσα, με την οποία προσεγγίζει τις αφηγηματικές και λογοτεχνικές αποτυπώσεις του Εμφυλίου και από τις δυο «όχθες» του. Γιατί, πέραν του Βρεττάκου και του Χατζή, ακόμα και του Σικελιανού, επεκτείνεται, με ένα ευρύ φάσμα «αναφορών», στον εμφυλιακό ζόφο: απ΄τον Φραγκόπουλο, τον Ρούφο, τον Θεοτοκά ή τον Πεπονή, ως τον Βαλτινό, του οποίου το αντίστοιχο λογοτεχνικό έργο αναλύει εκτενέστερα. Θεωρώντας δύσκολο φιλολογικό εγχείρημα το καλό «άγγιγμα» των εμφυλιακών πληγών, εκτιμώ πως η βαθύτερη λογική εξορκισμού της εμφυλιακής κατάρας, που διαπερνά αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα Τρίτη ενότητα, συνιστά και την καλύτερη καταξιωτική δικαίωση της συνολικής αισθητικο/θεωρητικής ανάλυσης των περί τον Εμφύλιο κειμένων.

στ)   Ελπίζοντας πως ανταποκρίθηκα κάπως στον όρο της υποψιαστικής παρουσίασης του πολύ σημαντικού αυτού βιβλίου: «Πού μας πάει αυτό το αίμα;»,  δεν θα αποφύγω τον φιλολογικό πειρασμό να πω, πως ιδιαίτερα οι αναλύσεις του για την  «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Δούκα, για το «Αγρίμι» και την «Οδύνη» του Βρεττάκου, όπως και για «Το τέλος της μικρής μας πόλης» και «Ανυπεράσπιστοι»  του Χατζή, ανήκουν στις πιο ενδιαφέρουσες γι΄αυτά τα πολύ σημαντικά έργα της Νεοελληνικής μας λογοτεχνίας.-

 

(*) Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου

info: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ : Πού μας πάει αυτό το αίμα;  Εκδόσεις Πατάκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here