Αυτές που τις λέγαν τρελές (της Λουίζας Αρκουμανέα)

0
1349

της Λουίζας Αρκουμανέα(*)

Μέσα από το νέο θεατρικό έργο της Η ΣΕΞΤΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΓΙΟΤ η Σοφία Καψούρου επιχειρεί να συνδεθεί όχι μόνο με την αυτόχειρα ποιήτρια Αν Σέξτον αλλά και με τη μακρά παράδοση της γυναικείας λογοτεχνίας, που ανέκαθεν αγωνιζόταν ενάντια στο «φύλο των πραγμάτων»

1.

Η Σοφία Καψούρου μοιάζει να ειδικεύεται σ’ ένα σπάνιο είδος, την ποιητική βιογραφία. Kαι τα τρία θεατρικά έργα της εμπνέονται από τις ζωές ιστορικών προσώπων, κυρίως καλλιτεχνών, οι σκέψεις και τα συναισθήματα των οποίων ζωντανεύουν μέσα από μια πράξη φανταστικής ταύτισης. Μετά τo «Ερωμένες στον καμβά», έργο του 2011, όπου η συγγραφέας εισχώρησε στα όνειρα δυο γυναικών –της Φορναρίνας, μούσας του Ραφαήλ και της Ζαν Εμπιτέρν, μοιραίας αγαπημένης του Μοντιλιάνι–, η Σοφία Καψούρου έγραψε το «Σούμαν», το 2017, εμπνευσμένο από  το ζεύγος Κλάρα και Ρόμπερτ Σούμαν. Τώρα, στο τελευταίο και πιο ώριμο έργο της με τίτλο «Η Σέξτον και τα κογιότ» (που δημοσιεύτηκε από τις Εκδόσεις Σοκόλη), αντλεί υλικό από τη ζωή και το έργο της γνωστής αμερικανίδας ποιήτριας Αν Σέξτον. Βραβευμένη με Πούλιτζερ το 1967, η Σέξτον έπασχε από διπολική διαταραχή κι αφαίρεσε τη ζωή της σε ηλικία 46 ετών.

Τρεις φωνές, τρεις γενιές: η Άννα, η Μάνα και η Νάνα συνθέτουν στο έργο της Καψούρου τη θρυμματισμένη συνείδηση μιας εμβληματικής καλλιτέχνιδος που πάλευε με την κατάθλιψη, τους ψυχαναλυτές, την ορμή προς τη ζωή και την ακόμη ισχυρότερη ορμή προς τον θάνατο. Ρομαντισμός και φεμινισμός, το άχθος του φύλου και του έρωτα αναδύονται εδώ μέσα από φράσεις ελλειπτικές, λογοπαίγνια, απρόσμενα ζευγαρώματα, σουρεαλιστικές εικόνες, λεκτικά σφυροκοπήματα. Γυναίκες που ζευγαρώνουν με γαρδένιες και μετά αυτοκτονούν, κορίτσια που γίνονται χταπόδια και ξεγλιστρούν, η Άννα που ήταν τρελή, που αγαπούσε τις ρωγμές κι είχε τρεις καρδιές, που δεν ήξερε να ράβει κουμπιά, αλλά μόνο να γράφει και να σπαρταρά… Ο χρόνος ελαστικοποιείται, ο χώρος είναι ένα «άσπρο κελί» με τοίχους που σπάνε από την υγρασία επειδή έχουνε λεπτό δέρμα.

Τραύματα, ποιητικά θραύσματα, η γυναικεία κατάσταση, η ευαισθησία που αυτοδηλητηριάζεται εσαεί, μετατρέποντας την οδύνη σε σαρκασμό:

–Κυρία Σέξτον, γιατί γράφετε; –Γιατί μ’ αρέσει να πεθαίνω λίγο…

2.

Γράφοντας στις αρχές του 21ου αιώνα στην Ελλάδα, η Σοφία Καψούρου ανακαλύπτει εκλεκτικές συγγένειες με μια αμερικανίδα ποιήτρια από τη Μασαχουσέτη, η οποία κατέκτησε το αναγνωστικό κοινό τη δεκαετία του 1960 και του 1970. Σ’ εκείνη την περίοδο πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής, η Σέξτον έκανε τη δική της επανάσταση: «Έγραψε ανοιχτά για την έμμηνο ρύση, την έκτρωση, τον αυνανισμό, την αιμομειξία, τη μοιχεία και τον εθισμό σε ουσίες, σε μια εποχή όπου ο καθωσπρεπισμός θεωρούσε ακατάλληλα αυτά τα θέματα για το πεδίο της ποίησης», όπως σημειώνει η ποιήτρια και φίλη της Μαξίν Κούμιν.

Η Σέξτον άφησε βαθύ αποτύπωμα κι εντυπωσίασε, μεταξύ άλλων, χάρη στην τόλμη με την οποία εξέθεσε τα τραύματά της σε κοινή θέα: μίλησε για τη «λιπαρή ζωή της/ όπου οι άνθρωποι είναι άλλοθι/ και ο δρόμος δεν μπορεί να βρεθεί ποτέ» (στο ποίημα «45 Mercy Street»), για την προβληματική σχέση με τις κόρες της, για την ταραχώδη σχέση με τους γιατρούς της («γράψτε τις αμαρτίες μου στη λίστα με τα ψώνια κι αφήστε με ν’ αγοράσω», τους φωνάζει στο περίφημο «Anna who was mad»), για τη σαρωτική αυτοαμφισβήτηση που την κάνει ν’ αναρωτιέται «μήπως είμαι ένα είδος μόλυνσης», στο ίδιο ποίημα, για τις απόπειρες αυτοκτονίας της, για την αφόρητα συρρικνωμένη κι ανελεύθερη θέση των γυναικών που «παντρεύονται σπίτια», που φτιάχνουν ζωές κλεισμένες «σ’ ένα κουτί παπουτσιών» – δεμένες σε μια προδιαγεγραμμένη τροχιά, με τις φλέβες τους γεμάτες ηρεμιστικά, ενώ τα γηρατειά καταφθάνουν και τις τρώνε αθόρυβα στο σκοτάδι.

Εκείνη την εποχή, όταν στράφηκε στην ποίηση ύστερα από παρότρυνση του ψυχιάτρου της στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όλοι της έλεγαν: «Δεν μπορείς να γράφεις έτσι. Είναι πολύ προσωπικό. Είναι εξομολογητικό. Δεν μπορείς να τα γράφεις αυτά, Αν», θυμόταν η ίδια σε συνέντευξή της. «Όλοι με αποθάρρυναν». Ευτυχώς εκείνη συνέχισε. Όχι για πολύ – αλλά για όσο άντεξε. «Κουράστηκα να είμαι γυναίκα», γράφει στο ποίημα «Consorting With Angels»: «κουράστηκα από τα κουταλάκια και τις κατσαρόλες,/ από το στόμα και μαστό μου,/ απ’ τα καλλυντικά και τα μετάξια./ Κουράστηκα από το φύλο των πραγμάτων»*.

Ήτανε αυτονόητο ότι είχαν φύλο τα πράγματα τότε, τη δεκαετία του ’50 και του ’60 στη συντηρητική Αμερική, στην comme il faut Μασαχουσέτη, που ονειρευόταν όμορφα σπίτια με φράχτες και γκαράζ, κέικ που αχνίζανε στοn φούρνο, χαμογελαστές νοικοκυρές να τα σερβίρουν με κλαρωτά φορέματα επιδεικνύοντας άμεμπτη συζυγική υποταγή. Σήμερα, όμως; Έχουν ακόμη φύλο τα πράγματα σήμερα, όταν έχει επέλθει η περίφημη «αναταραχή φύλου»; (Αναφέρομαι φυσικά στο βιβλίο της Τζούντιθ Μπάτλερ που άσκησε σθεναρή κριτική στην έννοια των «έμφυλων» ταυτοτήτων υποστηρίζοντας ότι το αρσενικό και το θηλυκό είναι κοινωνικές κατασκευές.)

Τι μπορούμε να πούμε σήμερα για τις χώρες του πολιτισμένου Δυτικού κόσμου, εκεί όπου η γυναίκα δεν καλύπτει πλέον το σώμα της, έχει χειραφετηθεί, συνάπτει όσες ερωτικές σχέσεις επιθυμεί, κάνει ή δεν κάνει παιδιά, παντρεύεται άντρες ή συμβιώνει με γυναίκες, παίρνει διαζύγια, παίρνει Νόμπελ, γίνεται πρωθυπουργός της Γερμανίας κ.ο.κ.;

Είναι ακόμη κουραστικό να είσαι γυναίκα, όταν έχεις κατακτήσει τα δικαιώματα που διεκδικούσες επί σειρά δεκαετιών; Είναι ακόμη κουραστικό να είσαι γυναίκα, όταν δεν χρειάζεται πια να αυτολογοκρίνεσαι; Όταν αυτό που η Γερτρούδη Στάιν αποκαλούσε «πατριαρχική ποίηση» έχει απολέσει τα άμφιά του; Όταν λαμπερές αυτόχειρες –η γενναία Αν Σέξτον, η αιρετική Σύλβια Πλαθ, η χειμαρρώδης Σάρα Κέιν–  άνοιξαν ασθμαίνοντας τον δρόμο προς την ελευθερία; Όταν πολλές γυναίκες μπορούν να έχουν πλέον αυτό που μία άλλη εκτυφλωτική αυτόχειρ, η Βιρτζίνια Γουλφ, αποκαλούσε «ένα δικό τους δωμάτιο», έναν δικό τους πνευματικό και ψυχικό χώρο ανάτασης, απ’ όπου να διασπείρουν ανεμπόδιστα το δημιουργικό πάθος τους;

Στη ριζοσπαστική μελέτη τους με τίτλο «Η τρελή στη σοφίτα: Η γυναίκα συγγραφέας και η λογοτεχνική φαντασία του 19ου αιώνα» («The Madwoman in the Attic: The Woman Writer and the Nineteenth-Century Imagination») , οι αμερικανίδες θεωρητικοί λογοτεχνίας Σάντρα Γκίλμπερτ και Σούζαν Γκούμπαρ μίλησαν γι’ αυτή τη «χαρακτηριστικά γυναικεία λογοτεχνική παράδοση» την οποία, τότε, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, «κανένας ακόμη δεν είχε ορίσει στην ολότητά της». Αναλύοντας το έργο της Σάρλοτ και της Έμιλι Μπροντέ, της Τζέιν Όστεν, της Μαίρη Σέλλεϊ, της Τζορτζ  Έλιοτ, και της Έμιλι Ντίκινσον, οι συγγραφείς εντόπισαν  επαναλαμβανόμενες «εικόνες εγκλεισμού και απόδρασης», «φαντασιώσεις όπου τα πνευματικώς ασταθή είδωλα λειτουργούν ως κοινωνικά ανυπότακτα υποκατάστατα των υποταγμένων εαυτών»,  «μεταφορές σωματικής δυσφορίας […] μαζί με εμμονικές περιγραφές ασθενειών όπως η ανορεξία, η αγοραφοβία και η κλειστοφοβία».

Αυτά συνέβαιναν στη γυναικεία λογοτεχνία του 19ου αιώνα, αλλά είναι εντυπωσιακό πόσες εικόνες τραυματισμού ή αυτοτραυματισμού θα συναντήσει κανείς στο τρίτο έργο της Σοφίας Καψούρου, «Η Σέξτον και τα κογιότ»: ένα ελατήριο που τρυπάει σαν φαλλός, ακατάλληλος, πατρικός. Γοφοί που σπάνε καθώς γλιστράνε στα σκαλιά. Καρδιές που ξεριζώνονται και προσφέρονται βορά στους στρατιώτες. Δέρμα που γδέρνεται, γλώσσα που σκίζεται απ’ τ’ αγκάθια ενός τριαντάφυλλου κι ένα κομμάτι κρέας που κρέμεται κουρελιασμένο μπλε. Χείλη που ραγίζουν από το ουρλιαχτό της γέννας. Στήθη που κόβονται από την ασθένεια που αρχίζει από Κ.

Υπάρχει ένα εγγενές τραύμα στη φύση της γυναίκας καλλιτέχνιδος και ίσως γενικότερα στη γυναικεία φύση. Δεν είναι μόνο η Μάνα που κόβει τα φτερά της κόρης στο «Σέξτον» ή ο πατέρας που την κακοποιεί σε τρυφερή ηλικία. Δεν είναι μόνο η κοινωνική συνθήκη που ζητά από την αφοσιωμένη σύζυγο, όπως γράφει ειρωνικά η Καψούρου, να ξυπνά κάθε πρωί και να μεγαλώνει τα παιδιά της, να πλέκει τα μαλλιά τους σε κοτσίδες, να κεντά φιογκάκια στις μαξιλαροθήκες, ή να ξαπλώνει στο κρεβάτι του χασάπη-ψυχιάτρου-συζύγου-πατέρα. Είναι κάτι πιο βαθύ, πιο αρχέγονο, τόσο παλιό όσο το προπατορικό αμάρτημα: «Όταν γενιέσαι κροκ μαντάμ γεννιέσαι μ’ ένα μάτι», λέει η Νάνα, η έμπιστη θεία της Άννας, σε μια από τις πιο αξιομνημόνευτες φράσεις του θεατρικού κειμένου. «Όταν γενιέσαι κροκ μαντάμ γεννιέσαι μ’ ένα μάτι. Αυγό τηγανητό να βλέπει τις πομπές σου. Κίτρινο. Κατακίτρινο. Όταν γενιέσαι κροκ μαντάμ, γριά γεννιέσαι. Με μια θηλή. Κίτρινη. Κατακίτρινη. Την άλλη σου την τρώνε οι γιατροί».

Υπάρχει μια μερίδα πόνου στο γυναικείο φύλο που δε μετριάζεται – όσα χρόνια, όσοι αιώνες κι αν περάσουν. Αναλύοντας τις ηρωίδες της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, η αμερικανίδα κλασικίστρια Φρόμα Ζάιτλιν σημειώνει: «Η γυναίκα δεν μπορεί ποτέ να ξεχάσει το σώμα της, έτσι όπως βιώνει τον εσωτερικό πόνο του κι έτσι όπως δεν της επιτρέπεται ποτέ ν’ αγνοήσει την εξωτερική εμφάνισή του. Και οι άντρες έχουν σώματα, φυσικά, αλλά σ’ ένα σύστημα που ορίζεται από το φύλο, όπως το αρχαιοελληνικό, ο ρόλος της αναπαράστασης της σωματικής διάστασης της ζωής, σε όλη την ανημπόρια και την υποταγή της σε περιορισμούς, μοιράζεται κυρίως στις γυναίκες»**. Και λίγο πιο κάτω: «Η τρέλα, το παράλογο και όλες οι συναισθηματικές πτυχές της ύπαρξης συνδέονταν στην αρχαιοελληνική κουλτούρα περισσότερο με τις γυναίκες παρά με τους άντρες».

Η Καψούρου πιάνει το νήμα της παράδοσης αυτής. Η γυναίκα συγγραφέας «δεν είναι γυναίκα ακριβώς» μας λέει συμφωνώντας με τη Σέξτον που αυτοδαιμονοποιείται στο ποίημα «Her Kind»: «Ξεπόρτισα δαιμονισμένη μάγισσα,/ στοιχειώνοντας τον μαύρο αέρα, τη νύχτα απρεπώς·/  πάνω από σπίτια ταπεινά, πετώ από φως σε φως:/ πλάσμα μοναχικό, δωδεκαδάχτυλο, έξω φρενών της./ Τέτοια γυναίκα γυναίκα δεν είναι ακριβώς./ Είμαι το ποίημα από το ποιόν της».

Υπάρχουν θραύσματα που δεν μπορούν να συγκολληθούν: «Έχω τρεις καρδιές», γράφει η Καψούρου. «Μία της κόρης, μία της μητέρας, μία της ποιήτριας. Έχω τρεις καρδιές. Μία για κάθε πράξη. Της γέννησης, του γάμου, του θανάτου. Τι ώρα κλείνει το ληξιαρχείο;».

Ο διχασμός δε μετριάζεται: «Πρέπει να επιλέξεις. Τα ποιήματα ή τα παιδιά σου», φωνάζει η Νάνα φορώντας τήβεννο δικαστή. «Τα ποιήματα!» απαντά η Άννα. Το τίμημα της αυτοδιάθεσης αποδεικνύεται αβάσταχτο. Η «μάγισσα» θα δώσει τέλος στο μαρτύριο. «Είναι ωραία να πεθαίνεις Παρασκευή. Μετά το σχολείο. Γύρω στις έξι το απόγευμα. Τις Παρασκευές νιώθεις αιώνιος. Νιώθεις ότι έχεις χρόνο», μονολογεί η Άννα, προτού αφαιρέσει τη ζωή της στο γκαράζ του σπιτιού της.

Η Καψούρου τη βλέπει να «χαμογελάει όπως χαμογελούν όσοι πεθαίνουν στον ύπνο τους, ευτυχισμένη». Όλα είναι συντελεσμένα, το μελάνι έχει πλέον στεγνώσει. Το θέατρο της μνήμης παίζεται από απόσταση, σαν ηχώ, σαν παράξενο παιχνίδι ρόλων με στολές και κογιοτοκεφαλές. Ο χρόνος διαστέλλεται, οι φωνές των νεκρών ακούγονται επιτέλους καθαρά.

Γιατί επιλέγει η νεαρή συγγραφέας πρόσωπα «αληθινά», ιστορικά και όχι φανταστικά; Με απασχόλησε αυτό το ερώτημα, και θεώρησα αρχικά πως, παρασυρόμενη από την αγάπη και τον θαυμασμό της, επιχειρεί να ταυτιστεί με τα ινδάλματά της, να νιώσει την αγωνία τους, να ζήσει τη ζωή τους μέσα από μια πράξη του νου, ένα θεατρικό άλμα της φαντασίας.

Αν όμως διαβάσει κανείς το θεατρικό κείμενο, θα καταλάβει πως δεν πρόκειται απλώς για μια άρτια εκδήλωση θαυμασμού προς μια καταξιωμένη πρόγονο. Το διακύβευμα είναι πολύ πιο προσωπικό: διαφορετικά δε θα χαρακτηριζόταν από τέτοιον παλμό. Δε θ’ άγγιζε τόσο ευαίσθητες περιοχές. Δε θ’ απέπνεε αυτή την αίσθηση αυθεντικότητας. Μια ποιήτρια γεννιέται στο «Σέξτον», παλεύοντας με τα κογιότ για να πατήσει στα πόδια της. Και τα καταφέρνει εξαιρετικά. Τι κι αν τη θυμάται η μάνα της, με προχωρημένο αλτσχάιμερ, να γράφει γονατισμένη στο μπάνιο, πάνω στο καπάκι της τουαλέτας με τα μαλλιά ανακατεμένα… «Είναι κάτι τρελοί που τους λένε ποιητές. Θες να’ σαι σαν κι αυτούς;» Η Σοφία Καψούρου δεν έχει δισταγμούς. Θέλει να’ ναι σαν κι αυτές, είναι σίγουρη. Αυτές που τις λέγαν τρελές και που γίνονταν χταπόδια για να ξεφύγουν, εκτόξευαν μελάνι, «Ατλαντικούς από μελάνι. Μαύρο αίμα».

Τις προγόνους της φέρνει στη ζωή η Σοφία Καψούρου, τις προγόνους της τοποθετεί στη σκηνή. Μαζί τους συνομιλεί, μαζί τους πετάει από φως σε φως, όλες τους πλάσματα μοναχικά, δωδεκαδάχτυλα, κάνουν έναν κύκλο, στέκονται ενώπιόν μας και μας καλούν.

Διαβάζοντας τα τρία έργα στη σειρά, παρατηρούμε μια πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη μέσα σε διάστημα επτά ετών. Από τις άγουρες αλλά τρυφερές «Ερωμένες», στον γεροδεμένο, μελωδικό «Σούμαν» και τελικά στην τρικυμιώδη «Σέξτον» μπορούμε να πούμε πως η συγγραφέας προσδίδει όλο και περισσότερο βάθος, πολυπλοκότητα και ποιητικότητα στη γραφή της.

Συνδυάζει αιφνιδιαστικά και αφοπλιστικά το υψηλό, το ρομαντικό, το λυρικό με το ταπεινό, το αστείο, το καθημερινό. «Έτσι όπως βγάζω τα σκουπίδια, βγάζω τα ποιήματα από μέσα μου. Ξυπόλυτη, τη νύχτα, με το κεφάλι λουσμένο». Χιούμορ ειρωνικό, σαρδόνιο, αυτοκαταστροφικό. «Οι Κυριακές θέλουν ταλέντο στη χαρά κι εγώ δεν το’ χω», λέει η Άννα λίγο προτού αυτοκτονήσει.

Οι τοίχοι πρέπει να παραμείνουν ξεφλουδισμένοι αλλιώς δε θα γεννηθούν τα ποιήματα. Οι λέξεις χρειάζονται ρωγμές για να ξεπηδήσουν.

Αν δεν ήταν θεατρικό, «Η Σέξτον και τα κογιότ» θα ήταν ένα μακροσκελές ποίημα.

Ένα ποίημα φτιαγμένο από φωνές που διασταυρώνονται εγκλωβισμένες στην ίδια συνείδηση. Φωνές που βασανίζουν η μία την άλλη, που μιλούν ελλειπτικά, που εκφράζουν φόβους, επιθυμίες, αδυναμίες, παράπονα· φωνές που κατοικούν σε μόνιμη κατάσταση ονείρου και αναστάτωσης, που κόβουν λωρίδες το παρελθόν και το δένουν ασφυκτικά γύρω από τον λαιμό τους μέχρι να ξεχυθεί το κύκνειο άσμα τους και να τ’ απαλύνει όλα – τις τύψεις, τους ενδοιασμούς, τα τραύματα.

Ο ποιητικός λόγος μαλακώνει την οδύνη.

Ας ευχηθούμε λοιπόν οι τοίχοι να μείνουν για πάντα ξεφλουδισμένοι και οι ρωγμές να μην κλείσουν ποτέ…

 

(*) Η Λουίζα Αρκουμανέα είναι κριτικός θέατρου

info: Σοφία Καψούρου, Η ΣΕΞΤΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΓΙΟΤ, εκδόσεις Σοκόλη 

* Τα μεταφρασμένα αποσπάσματα από τα ποιήματα της Αν Σέξτον «Her Kind» και «Consorting With Angels» είναι της Σοφίας Καψούρου και περιλαμβάνονται στο έργο της τελευταίας «Η Σέξτον και τα κογιότ» (Εκδόσεις Σοκόλη, 2018).

**Froma Zeitlin, Playing the Other: Gender and Society in Classical Greek Literature, 1996

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here