Ατομική ελευθερία ή κοινωνική ευθύνη; Ο Ορέστης του Γιάννη Ρίτσου (της Δέσποινας Παπαστάθη)

0
292

της Δέσποινας Παπαστάθη

 

Ο Γιάννης Ρίτσος γράφει τον Ορέστη από τον Ιούνιο του 1962 έως τον Ιούλιο του 1966. Οι χώροι συγγραφής της ποιητικής σύνθεσης πολλοί: Βουκουρέστι, Αθήνα, Σάμος, Μυκήνες. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα του ποιητή, το οποίο συμπυκνώνει στους στίχους του την αντίληψη του δημιουργού για τον κόσμο, τον εαυτό του, την ιδεολογία του. Ο Ορέστης είναι ένας από τους δραματικούς μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης, που βασίζονται στους αρχαίους ελληνικούς μύθους –καθώς οι μύθοι υποβάλλουν άπειρες ιδέες, συνιστώντας κατά αυτόν τον τρόπο μια μετα–γλώσσα–[1] και ειδικότερα στον κύκλο του Οίκου των Ατρειδών. Η επιμονή του Ρίτσου να αντλεί θέματα από τον μυθικό κύκλο των Ατρειδών μπορεί να εξηγηθεί διττά: «πρώτον, τα κυρίαρχα θέματα σε αυτό τον μυθικό κύκλο είναι η εκδίκηση, ο χωρισμός και η σφαγή –θέματα τα οποία επίσης απαντούν στην πρόσφατη Ελληνική ιστορία. Δεύτερον, ο δεκάχρονος τρωικός πόλεμος μπορεί να συγκριθεί με τις ταραχώδεις και βίαιες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην Ελλάδα και ιδιαιτέρως με τη δεκαετία του 1940, τη δεκαετία της Αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου».[2] Παράλληλα, τα δραματικά γεγονότα που σημάδεψαν τον αρχαίο οίκο των Ατρειδών συνδέονται με αυτά του οίκου των Ρίτσων, ενισχύοντας «στη συνείδηση του ποιητή τη συνειρμική αντιστοιχία μυθικού και σύγχρονου κόσμου».[3]

Ο Ορέστης της Τέταρτης Διάστασης

Το ποίημα, όπως και τα περισσότερα της Τέταρτης Διάστασης, αρχίζει με έναν «σκηνοθετικό» πεζό πρόλογο, ο οποίος τοποθετεί χρονικά και τοπικά τη «δράση» και δίνει την προϊστορία.[4] Τα dramatis personae είναι «δύο νέοι, ως 20 χρονώ»,[5] η ταυτότητα των οποίων πιστοποιείται έμμεσα μέσω της παρομοίωσης του ενός από τους δύο ως «αφοσιωμένος σαν Πυλάδης». Πρόκειται για τον Ορέστη, όπως δηλώνεται και από τον τίτλο της ποιητικής σύνθεσης, και τον Πυλάδη, που αναλαμβάνει τον ρόλο του βουβού προσώπου. Παρούσα στον πρόλογο μια γυναίκα, η οποία αν και ανώνυμη, είναι η Ηλέκτρα. Η διάφανη ανωνυμία των ηρώων της Τέταρτης Διάστασης εκφράζει την πρόθεση του ποιητή «να κρατήσει τα πρόσωπα –και πιο πολύ, φυσικά, τις πράξεις τους, τα γεγονότα –μισά στο φως, μισά στη σκιά, ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο, οπωσδήποτε μέσα σε μια ιστορική καθολικότητα».[6] Ο οξύς, σκληρός, παράτονος θρήνος της γυναίκας διακόπτει την προσπάθεια των νέων «κάτι να θυμηθούν, κάτι ν’ αναγνωρίσουν, ενώ τους είταν όλα αφάνταστα γνωστά και συγκινητικά, μόνο που κάπως μικρότερα –πολύ μικρότερα– απ’ όσο τα σκέφτονταν στην ξενιτιά».[7] Η αναφορά στην ξενιτιά αποτελεί έμμεση παραπομπή στον αρχαιοελληνικό μύθο και τον διωγμό του Ορέστη από τη μητέρα του, ώστε η τελευταία να μπορεί ανενόχλητη να οργανώνει τα ανίερα σχέδιά της.[8] Το παλάτι βρίσκεται «κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού», αξιοσημείωτη ομοιότητα με την ομώνυμη ποιητική σύνθεση. Η φευγαλέα αναφορά «στα αυτοκίνητα και τα εκδρομικά λεωφορεία εισάγει έναν αναχρονισμό και έτσι συνειδητοποιούμε ότι ο χρόνος που εκτυλίσσεται η σκηνή είναι περισσότερο σύγχρονος παρά αρχαίος».[9] Οι αναχρονισμοί είναι απολύτως ηθελημένοι και μαρτυρούν «μιαν ενσυνείδητη επέμβαση του ποιητή στον μύθο», η οποία «αποσκοπεί στην ενεστωποίησή του». [10]

Η φωνή της Ηλέκτρας διαπερνά την ησυχία της νύχτας, μία από τις πολλές αντιθέσεις που συνθέτουν τη δομή του ποιήματος. Ο Ορέστης θέτει εξ αρχής το πρόβλημά του:

«Πώς να γινότανε να μέναμε ανεξάρτητοι κ’ εμείς, με την ωραία

χαρά της αδιαφορίας, της ανεξιθρησκείας, πέρα απ’ τα πάντα,

μέσα στα πάντα, μέσα μας –μόνοι, ενωμένοι, αδέσμευτοι,

δίχως συγκρίσεις, ανταγωνισμούς, ελέγχους, δίχως

να μας μετράει η όποια αναμονή κι απαίτηση των άλλων».[11]

Κύριο πρόβλημα των ηρώων της Τέταρτης Διάστασης είναι η σύγκρουσή τους με το κοινωνικό περίγυρο, με τις επιταγές του κοινωνικού περιβάλλοντος και της τάξης όπου ανήκουν.[12] Το κοινωνικό καθήκον έρχεται σε αντίθεση με τις ατομικές επιλογές θέτοντας τους ήρωες και ειδικότερα τον Ορέστη σε βαθύ δίλημμα, το οποίο αφορά την πραγματοποίηση του ειδεχθούς φόνου, όπως επιτάσσει το «δίκαιο» των άλλων και ειδικά αυτό της Ηλέκτρας ή την επιλογή μιας ζωής δικής του μακριά από όλα όσα επιθυμούν οι άλλοι γι’ αυτόν. Η ανάγκη για ανεξαρτησία είναι προφανής σε όλη τη διάρκεια του ποιητικού μονολόγου, αξιοσημείωτη διαφορά προς το μυθικό πρότυπο.[13] Έτσι, λοιπόν, ο Ορέστης ομολογεί πως:

«μια ολόκληρη ζωή με ετοίμαζαν κ’ ετοιμαζόμουνα γι’ αυτό. Και τώρα,

μπροστά στην πύλη αυτή, νιώθω ολότελα ανέτοιμος».[14]

Τονίζει το δίλημμά του λέγοντας πως είναι ανέτοιμος να πράξει τον φόνο που οι άλλοι όρισαν γι’ αυτόν. Αναρωτιέται πως είναι δυνατόν η μοίρα μας να ορίζεται από τις επιθυμίες τρίτων:

«[…] Πως γίνεται

οι άλλοι να ορίζουν λίγο – λίγο τη μοίρα μας, να μας την επιβάλλουν

κ’ εμείς να το δεχόμαστε; Πως γίνεται μ’ ελάχιστα νήματα

κάποιων δικών μας στιγμών να μας υφαίνουν

ολόκληρο το χρόνο μας, τραχύ και σκοτεινόν, ριγμένον

σαν καλύπτρα απ’ το κεφάλι ως τα πόδια μας, σκεπάζοντας

ολόκληρο το πρόσωπό μας και τα χέρια μας, όπου αποθέσανε

ένα άγνωστο μαχαίρι – ολότελα άγνωστο – και να φωτίζει

με τη σκληρή του λάμψη ένα τοπίο, όχι δικό μας, –

αυτό το γνωρίζω: όχι δικό μας[…]».[15]

Ο Πήτερ Μπήαν θεωρεί πως το πρόβλημα του Ορέστη είναι «η πάλη μεταξύ περισυλλογής και πράξης»,[16] καθώς ο ήρωας ταλαντεύεται ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και την κοινωνική πίεση. Ο ήρωας, προβληματισμένος, δίβουλος, αναρωτιέται πως το «άγνωστο» αυτό μαχαίρι «να το αποδέχεται η δική μας μοίρα». Θα ήταν προτιμότερο να ήταν «έρμαιο μιας αλλότριας μοίρας», καθώς το βάσανο θα ήταν μικρότερο. Ομολογεί πως η θέση του είναι «το αιώνιο ταλάντευμα». Η ταλάντευση αποτελεί κεντρικό μοτίβο της ποιητικής γραφής του Γιάννη Ρίτσου, αφού ο ποιητής παλινδρομεί ανάμεσα σε ποικίλες έννοιες και θέματα, όπως «στην πίστη και την αμφιβολία, στον θάνατο και την ιστορία, στη σιωπή και το ποίημα».[17] Η ταλάντευση είναι «η εσωτερική κίνηση του έργου»,[18] και λειτουργεί με τρόπο διαφορετικό ανάλογα με την περίοδο όπου γράφεται το κάθε έργο. Η Χρύσα Προκοπάκη έχει υποστηρίξει ορθά πως «στα παλιότερα ποιήματα, τη βλέπουμε να λειτουργεί σαν αντίθεση άλλοτε ανάμεσα στην άρνηση και την αποδοχή της ζωής, άλλοτε ανάμεσα στην ατομική ευχαρίστηση, ή κάποτε στον εγκλεισμό στην προσωπική θλίψη, και την έξοδο προς τον κοινωνικό χώρο· ή ακόμα την έξοδο σ’ ένα υπερβατικό χώρο με μιαν εμπλουτισμένη αυτάρκεια, που έχει πάντα το νόημα μιας υψηλής αποστολής»,[19] προσδίδοντας στα ποιήματα της Τέταρτης Διάστασης δραματικό χαρακτήρα, καθώς παίρνει τη μορφή «ενός οδυνηρού διχασμού».[20] Ως προς τη δομή των ποιημάτων, ο διχασμός των ηρώων καθίσταται πρόδηλος, καθώς «ο μονόλογος συνήθως ξεκινά από μια θέση γενικά παραδεκτή, που πρόκειται να αναιρεθεί. Στην αρχή, η άρνηση μοιάζει σαν αίρεση, σαν ανταρσία. Στη συνέχεια, γίνεται διεκδίκηση και προβάλλεται σαν στάση πιο ανθρώπινη. Μέσα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις και αναιρέσεις, ο ήρωας θα καταλήξει ωστόσο στην αρχική θέση, αυτή που θέλησε να αρνηθεί. Η απόφαση έχει όμως στο μεταξύ απορροφήσει ένα άλλο περιεχόμενο».[21] Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τον Ορέστη. Αρχικά, αρνείται πεισματικά την εκδίκηση, θεωρώντας πως είναι θέση άλλων και ειδικότερα της Ηλέκτρας.[22] Τελικά, θα εκτελέσει τον φόνο, και θα υπακούσει σε «μια συλλογική –ιστορική– λογική, που ο ίδιος πια αναγνωρίζει».[23]

Το φως της ημέρας θα συνοδεύσει τον ήρωα, φορώντας «το σεβάσμιο προσωπείο»,[24] στην εκτέλεση της πράξης, η οποία, όμως, θα «φονεύσει» τον αληθινό εαυτό του, αυτόν που αντιστέκεται στις επιλογές των τρίτων. Το μόνο που απαιτείται ο ήρωας να έχει, είναι πίστη. Μια πίστη που ευθύνεται για τους «αλλεπάλληλους θανάτους και θριάμβους»[25] της ιστορίας, που χίλιες φορές διαψεύστηκε, αλλά κατόρθωσε να επιβιώσει «κρατημένη με νύχια και με δόντια απ’ την ψυχή του ανθρώπου».[26] Αυτός, ωστόσο, αν και δηλώνει άπιστος θα επιλέξει

«τη γνώση και την πράξη του θανάτου που τη ζωή ανεβάζει. Πάμε τώρα –

όχι για τον πατέρα μου, όχι για την αδελφή μου (θάπρεπε ίσως

κι αυτός κι αυτή να λείψουν κάποτε), όχι

για την εκδίκηση, όχι για το μίσος – διόλου μίσος-

μήτε και για την τιμωρία (ποιος και ποιον να τιμωρήσει;)

μα ίσως για τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου, για να μείνει ελεύθερος ο χρόνος,

ίσως για κάποια νίκη ανώφελη πάνω στον πρώτο μας και τελευταίο μας φόβο,

ίσως για κάποιο «ναι», που φέγγει αόριστο κι αδιάβλητο πέρα από σένα κι από μένα,

για ν’ ανασάνει (αν γίνεται) τούτος ο τόπος. Κοίτα τι όμορφα που ξημερώνει».[27]

Όλα θα γίνουν για να ανασάνει τούτος ο τόπος, ο τόσο ταλαιπωρημένος από τους θανάτους, από τη διάψευση των ελπίδων, από τις λανθασμένες επιλογές. Ο Π. Πρεβελάκης υποστηρίζει πως πίσω από τον Ορέστη βρίσκεται ο ίδιος ο ποιητής και το δίλημμά του για στράτευση ή ποιητική δημιουργία.[28] Ο μονόλογος του Ορέστη ανακινεί καίρια προβλήματα. Η διεκδίκηση της ατομικής ακεραιότητας και η υποχρέωση συμμόρφωσης στην κοινωνική επιταγή είναι δύο δυνάμεις που δρουν ανταγωνιστικά ως προς τις επιλογές του ριτσικού ήρωα, καθώς «την εκδίκηση την αποδέχεται σαν ένα αίτημα που βρίσκεται ίσως πέρα από την προσωπική του ανάγκη, αλλά που ανταποκρίνεται σε μια γενικότερη ανάγκη ή και αναγκαιότητα».[29] Ο ήρωας απειλείται από συναισθηματικό και ηθικό διαμελισμό, ενώ το τραγικό του δίλημμα, «υπακοή στο χρέος ή μη, αντικαθρεπτίζει το βασανιστικό δίλημμα του ίδιου του ποιητή την εποχή εκείνη, τη γνωστή “πολιτική στράτευση ή αστρατευσία;”».[30] Ο Ορέστης του Ρίτσου επιλέγει να θυσιάσει την ατομική ελευθερία του και να αποκτήσει ιστορικό πρόσωπο, επιλογή που σημαίνει πως «η ποίηση ανεβαίνει πια το τελευταίο σκαλοπάτι κι από εφεύρημα, εξομολόγηση, αποκάλυψη ή και κατόρθωση του αδύνατου, γίνεται ηθική. Χωρίς να παύει ν’ αναγνωρίζει τη σημασία και τα όρια της ανεπανάληπτης προσωπικής μας ζωής, τακτοποιεί τις μεγάλες αξίες της ανθρώπινης πραγματικότητας».[31]

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

[1] Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες, μτφρ. Καίτη Χατζηδήμου-Ιουλιέττα Ράλλη, Ράππα, Αθήνα, 1979, σ. 211-213.

[2] Δημήτρης Τζιόβας, Από το Λυρισμό στο Μοντερνισμό· Πρόσληψη, ρητορική και ιστορία στη νεοελληνική ποίηση, Νεφέλη, Αθήνα, 2005 ,σ. 259.

[3] Ό.π., σ. 259.

[4] Μ. Γ. Μερακλής, «Η «Τέταρτη διάσταση» του Γιάννη Ρίτσου. Μια πρώτη προσέγγιση», στον τόμο: Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, Κέδρος, Αθήνα 1990, σ. 517.

[5] Οι αναφορές στο κείμενο του Γιάννη Ρίτσου προέρχονται από την έκδοση: Γιάννης Ρίτσος, «Ορέστης», στον τόμο: Τέταρτη Διάσταση, Κέδρος, Αθήνα 2005, σ. 73-89.

[6] Μ.Γ. Μερακλής, ό.π., σ. 519.

[7] Γιάννης Ρίτσος, «Ορέστης», ό.π., σ. 73.

[8] Ο μύθος του Ορέστη και ειδικότερα η κρυφή επιστροφή από την εξορία, που εδώ αποδίδεται ως ξενιτιά, η αποτρόπαια πράξη, τα κίνητρά της, οι συνέπειές της, αποτελούν αντικείμενο της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Ειδικότερα, μπορούμε να δούμε τις ποικίλες εκδοχές της τραγικής αυτής ιστορίας στις Χοηφόρους και τις Ευμενίδες του Αισχύλου, στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή, στην Ηλέκτρα του Ευριπίδη. Τέλος, στον Ορέστη του Ευριπίδη παρακολουθούμε ένα μεταγενέστερο του φόνου περιστατικό, την προσπάθεια των πρωταγωνιστών της ανόσιας μητροκτονίας να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεών τους.

[9] Δημήτρης Τζιόβας, ό.π., σ. 260.

[10] Γιώργος Βελουδής, Προσεγγίσεις στο έργο του Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος, Αθήνα 1984, σ. 58.

[11] Γιάννη Ρίτσου, «Ορέστης», ό.π., σ. 73.

[12] Για το θέμα αυτό ο Στ. Διαλησμάς σημειώνει τα ακόλουθα: «Βασικό πρόβλημα που απασχολεί τους ήρωές του είναι η σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία, το κατά πόσο ο συμβιβασμός του ατόμου με τον προορισμό του στην κοινωνία, η σκοπιμότητα και η ορθότητα του οποίου αμφισβητούνται, και η συμμετοχή του στα κοινά είναι στοιχεία αναιρετικά της ελευθερίας του. Υπάρχει επίσης συνεχής αμφισβήτηση πράξεων και καταστάσεων του παρελθόντος και απογοήτευση και πικρία για την τωρινή κατάσταση». Βλ. Στ. Διαλησμάς, Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, Επικαιρότητα, Αθήνα 1984, σ. 56.

[13] Ο Ορέστης του Αισχύλου και του Σοφοκλή πράττει τον φόνο διότι οι θεοί το απαιτούν, ενώ στον Ευριπίδη εμφανίζεται αποφασισμένος να διαπράξει τον φόνο για να τιμωρήσει τους δολοφόνους του πατέρα του.

[14] Γιάννη Ρίτσου, «Ορέστης», ό.π., σ. 74.

[15] Ό.π., σ. 74-75.

[16] Πήτερ Μπήαν, Αντίθεση και Σύνθεση στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, μτφρ.: Γιάννης Κρητικός, επιμ.: Αικατερίνη Μακρυνικόλα, Κέδρος 1980, σ. 149.

[17] Χρύσα Προκοπάκη, Η πορεία προς την Γκραγκάντα ή οι περιπέτειες του οράματος, Κέδρος, Αθήνα 1981, σ. 12.

[18] Ό.π., σ. 12.

[19] Ό.π., σ. 24.

[20] Ό.π., σ. 40.

[21] Ό.π., σ. 40.

[22] Η μυθική Ηλέκτρα παραδέρνει εκφράζοντας απύθμενη αγωνία και πόνο για τον ατιμωτικό και ανόσιο φόνο του πατέρα της. Σε όλες τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες η Ηλέκτρα καθίσταται η μορφή του ακραίου πόνου, σε σημείο που όταν για μια στιγμή θα πιστέψει πως ο αδελφός της είναι νεκρός, δε θα διστάσει να αποφασίσει να εκτελέσει μόνη της το ανίερο έγκλημα της μητροκτονίας. Γι’ αυτήν δεν υπάρχει κανένα ελαφρυντικό για τη φόνισσα και μοιχαλίδα μάνα.

[23] Χρύσα Προκοπάκη, ό.π., σ. 40.

[24] Γιάννη Ρίτσου, «Ορέστης», ό.π., σ. 88.

[25] Ό.π., σ. 88.

[26] Ό.π., σ. 88.

[27] Ό.π., σ. 89.

[28] Π. Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γ. Ρίτσος. Συνολική Θεώρηση του έργου του, Κέδρος, Αθήνα 1983, σ. 358-359.

[29] Χρύσα Προκοπάκη, «Ελευθερία και αναγκαιότητα», Η Συνέχεια, τ. 1, Μάρτιος 1973, σ. 22.

[30] Α. Παναγόπουλος, «Σχόλιο στον Ορέστη του Ρίτσου», στο: Πρακτικά 14ου Συμποσίου Ποίησης, Ανδρέας Εμπειρίκος–Γιάννης Ρίτσος–Περιοδικά, Αχαϊκές, Παν/μιο Πατρών 1-3 Ιουλίου 1994, σ. 165.

[31] Τάσος Λειβαδίτης, «Γιάννη Ρίτσου: «Ορέστης», «Ίσως μονάχα το δικό μας αίμα να μας ξεδιψάει»», στο: Γιάννης Ρίτσος. Μελέτες για το έργο του, Διογένης, Αθήνα 1975, σ. 238.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here