«Απέναντι» και «Η Νυχτερίδα» (δύο διηγήματα του Παναγιώτη Ζιάκα)

0
111

 

 

Παναγιώτης Ζιάκας (*)

ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Τα τελευταία τρία χρόνια καθόταν στο απέναντι γραφείο. Βαριά, απόμακρη, ψηλομύτα, έπρεπε να λες σε όλα ναι για να εξασφαλίσεις μια ήρεμη καθημερινότητα μέσα στις στοίβες με τα χαρτιά, τα διαβιβαστικά και τις σφραγίδες. Σας αποστέλλουμε τα παραστατικά που αφορούν τη μισθοδοσία των αναπληρωτών τακτικού για το μήνα Σεπτέμβριο. Παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες. Ρε δεν γαμιέστε για υπουργεία. Με το παραμικρό εκνευριζόταν. Σε παρακαλώ κάνε ησυχία, κοίτα τη δουλειά σου, μην ρωτάς πολλά, αγαπημένες της φράσεις, μαζί με άλλες παρόμοιες, κλασικές στο ρεπερτόριο αυτών που τις επαναλαμβάνουν σαν χαλασμένα γραμμόφωνα ή, για να είμαι πιο ακριβής, σαν στικάκια που κρασάρισαν. Θα πρέπει να ήταν πολύ όμορφη στα είκοσι. Είχε πυρόξανθα μαλλιά και μια επιδερμίδα λευκή, στιλπνή, εύθραυστη, τόσο εύθραυστη που ήθελες να την δαγκώσεις, να την κάνεις να πονέσει, μ’ έναν πόνο γλυκό, πόνο στο μεταίχμιο, πόνο αισχρό και άγιο, αισχρό κι ίσως γι’ αυτό άγιο, άγιο κι ίσως γι’ αυτό αισχρό.

Δεν ήθελε πολλά. Κάποιες φορές σου έδινε την εντύπωση πως κρυβόταν πίσω απ΄ το PC. Πάλι νευρίασε η βλαμμένη; Φράση περιοδικά επαναλαμβανόμενη στους διαδρόμους της υπηρεσίας, εκεί που όλα λέγονται, εκεί που όλα καταργούνται. Γαμημένο πράγμα τα νιάτα. Σου γεμίζουν την ψυχή με φούμαρα και κορδελάκια, και πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις σε ξεβράζουν σαν κουφάρι στην άκρη της θάλασσας. Μια δυο φορές μου είχε μιλήσει για τη θάλασσα. Της άρεσε να την κοιτάει από μακριά. Και τόσοι ηλίθιοι συνωστίζονται, τσαλαβουτούν και πληρώνουν κι από πάνω. Όσο για τη ζωή στην πόλη; Προκάτ εμπειρία επί πληρωμή. Λούνα παρκ. Μπουρδέλο.

Έμενε μόνη της στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Απ’ το καθιστικού της έβλεπε τις ξεχαρβαλωμένες τέντες της απέναντι οικοδομής και η κρεβατοκάμαρα κοιτούσε στον ακάλυπτο. Θα μπορούσαν να κάνουν έναν κήπο εκεί. Θα έβαφαν και τους τοίχους. Τι λέτε για μια απόχρωση του μπλε;

Την βρήκαν την τρίτη ημέρα. Κανείς δεν έδωσε σημασία τις προηγούμενες δύο. Θα είχε τις μαύρες τις. Καλύτερα να τις περνούσε μόνη της, να μην βλέπουμε τα μούτρα της. Είχε πάρει χάπια τη νύχτα που το στερεοφωνικό της έπαιζε το Un Sospiro του Liszt στο repeat. Ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, το κεφάλι της ήταν στραμμένο προς τον ακάλυπτο και το δεξί της χέρι κρεμόταν έξω απ’ το κρεβάτι. Δίπλα στις ξεθοριασμένες παντόφλες της ήταν πεσμένο το Μονόγραμμα. Ηθικός αυτουργός ο Ελύτης. Στον παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί κι ένα σπίτι στη θάλασσα. Λέξεις υπογραμμισμένες με μια λεπτή, σχεδόν αδιόρατη γραμμή. Κηδεύτηκε Χθες. Ως πρώην συνάδελφοι πήραμε άδεια από την υπηρεσία. Μετά πήγαμε για μεζέδες. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Το καλοκαίρι φέτος θα τραβήξει αρκετά.

 

 

Η ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ

Την πρωτογνώρισα το φθινόπωρο που πήρε μετάθεση ο μπαμπάς και νοικιάσαμε δίπλα της. Μαντάμ Σουσού. Έτσι τη φωνάζαμε. Την εποχή εκείνη παιζόταν στην τηλεόραση το έργο του Ψαθά. Δεν ήταν τόσο φαντασμένη όσο η ομώνυμη ηρωίδα. Δεν ζούσε στον Μπύθουλα, δεν κληρονόμησε καμία περιουσία, δεν μετακόμισε ποτέ στο Κολωνάκι. Τον άντρα της, ωστόσο, το έλεγαν κι αυτόν Παναγιωτάκη.

Η Σουσού ήταν ορφανή και στα 20 παντρεύτηκε με συνοικέσιο. Ο σύζυγος, ο κύριος Παναγιωτάκης, αγρότης και κτηνοτρόφος, είχε πρόσφατα μαλώσει με τον αδερφό του για λόγους κληρονομικούς, χώρισε τα τσανάκια του με την οικογένειά του, σταμάτησε να τους μιλάει, μια σιωπή οικογενειακή που κράτησε καιρό, σιωπή που πήραν μαζί τους σαν μυστικό στον τάφο τους.

Η Μαντάμ Σουσού ήταν περήφανη. Δεν έπεφτε στον λάκκο του λαουτζίκου να αναμασάει τα ίδια και τα ίδια. Δεν αλλάζει και τίποτα με το να τα συζητάμε, έλεγε.

Με τον καιρό τον αγάπησε τον κύριο Παναγιωτάκη. Παιδί δεν μπόρεσε να του χαρίσει. Κάποιο πρόβλημα υπήρχε, ποιος ξέρει, ίσως ο θεός να έχει άλλα σχέδια. Όταν το πήραν απόφαση υιοθέτησαν ένα κοριτσάκι. Παράξενη που είναι η ζωή. Ήταν φτυστό ο κύριος Παναγιωτάκης. Βασιλική το ονόμασαν.

Το σπίτι τους ήταν πάντα καθαρό και ζεστό. Στο σαλόνι δέσποζε το σκρίνιο με τα ασημικά. Υπήρχαν παντού λευκά κεντημένα σεμεδάκια. Το μωσαϊκό στο δάπεδο αστραποβολούσε. Ήταν πρώτης ποιότητας μωσαϊκό, έλεγε. Το ίδιο και τα χαλιά. Τα χαλιά ήταν από την Ασία. Της τα είχα κάνει δώρο ο κύριος Παναγιωτάκης.

Όταν η Βασιλική μεγάλωσε γνώρισε τον Θύμιο. Ο Θύμιος ήταν τεμπέλης. Στρογγυλοκάθισε στο σπίτι και ετοίμαζε μια επιχείρηση. Αυτός ο άνθρωπος έχει πολλές ιδέες, έλεγε η Σουσού. Ο Θύμιος ήταν επίσης τζογαδόρος και άσχημος. Το μονίμως αγριεμένο πρόσωπό του ήταν σημαδεμένο από την ακμή. Ωστόσο, είχε το ίδιο όνομα με την Σουσού μας. Ευθύμιος. Και ήταν κι από καλό σόι.

Ο καιρός περνούσε και η κοιλιά της βασιλικής δεν φούσκωνε. Αυτό που φούσκωνε ήταν το στήθος της κυρίας Ευθυμίας. Φαινόταν πως το κακό πήγαινε να τριτώσει.

Ο Θεός αργεί αλλά ποτέ δεν λησμονεί. Τι χαρά. Η Βασιλική έμεινε έγκυος με εξωσωματική. Ο ανήφορος πάντα κατήφορο φέρνει.

Δίδυμα. Πρώτη φορά είδα τη Σουσού τόσο ευτυχισμένη. Δεν είναι και λίγο πράγμα να γεννήσεις δύο παιδιά με τη μία. Στο κάτω κάτω πόσες το καταφέρνουν;

Οι πρώτοι μήνες κύλησαν σχετικά ομαλά. Τα εν οίκω μη εν δήμω, φυσικά, ότι βλέπαμε από έξω σας περιγράφω κι από αυτά ότι μπορώ να θυμηθώ.

Σύντομα εμφανίστηκαν σκιές. Το αγοράκι ήταν φυσιολογικό, το κοριτσάκι όμως,  δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Εγγενής παραπληγία ή λάθος των γιατρών κατά τη γέννα. Ξεκίνησαν οι φυσικοθεραπείες. Μάταιο. Θα ζούσε μια ζωή σε αναπηρικό καροτσάκι.

Τα χρόνια πέρασαν. Το κοριτσάκι, η Παναγιώτα, πέτυχε στη Νομική Κομοτηνής. Ήταν άριστη μαθήτρια. Δεν μπόρεσε ποτέ να την παρακολουθήσει. Δεν υπήρχαν χρήματα. Κάτι λίγες οικονομίες τις είχε σπαταλήσει ο Θύμιος στα χαρτιά και στο ποτό.

Τι να κάνουμε. Βάσανα έχει η ζωή, είπε ένα βράδυ η Σουσού.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Σιγά σιγά μεγαλώσαμε όλοι. Η Σουσού γέρασε. Το σπίτι της γέρασε. Ο τόπος γέρασε. Ακόμα και το πληκτρολόγιο με το οποίο γράφω αυτές τις λέξεις κάπως γερασμένο μου φαίνεται.

Ένα πρωί η Σουσού είδε αίμα στην τουαλέτα.

Όγκος στο παχύ έντερο. Η επέμβαση έγινε στο Θεαγένειο. Πήγαμε καλά, είπε ο γιατρός. Μια πιο λεπτομερή ανάλυση θα μπορούσε να κάνει όταν έπαιρνε στα χέρια του τα αποτελέσματα της βιοψίας.

Τον τελευταίο καιρό η Μαντάμ Σουσού έχει αποκτήσει μια παράξενη συνήθεια. Στέκεται με τις ώρες στο τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης μου, μέσα στο ολοκαίνουργιο κατάλευκο σπιτάκι της, φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από πεπιεσμένο χαρτί της ΙΚΕΑ και με κοιτάει μ’ εκείνα τα μεγάλα, γεμάτα απορία μάτια της. Να την πάλι. Ακόμα και τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές το ίδιο κάνει. Σηκώνω το κεφάλι μου. Τα μάτια μου συναντούν τα δικά της. Μένω ακίνητος. Ο χρόνος παγώνει. Στο μεταξύ μας κενό αιωρείται, σαν νυχτερίδα, μια λέξη. Παίρνει διάφορες μορφές, παίρνει όλες τις μορφές κι ακόμα περισσότερες, το νόημα της ωστόσο παραμένει ίδιο, αναλλοίωτο όπως ήταν το βλέμμα της Σουσούς από την πρώτη ημέρα που την γνώρισα. Γιατί;

 

(*) )Ο Παναγιώτης Ζιάκας είναι πρώην επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, ασφαλιστικός σύμβουλος, εκπαιδευτικός και προπονητής ποδοσφαίρου.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here