Απάντηση στον Γ. Μπασκόζο

1
131

 

του Γιάννη Σολδάτου.

Αγαπητέ κύριε Μπασκόζο

Με έκπληξη διάβασα το σχόλιό σας, σχετικά με την ομιλία μου, ως προέδρου του ΣΕΚΒ στα εγκαίνια της Έκθεσης Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως. Παρατήρησα συμπτώματα αδυναμίας να κατανοηθούν δύο ξεκάθαρες φράσεις.

Με κατηγορείτε πως είμαι υπέρ των παζαριών, επειδή, προφανώς, ο ίδιος είσθε κατά. «Πας μη Έλλην βάρβαρος;» Κι εγώ Έλλην είμαι και φυσικά υπέρ των βιβλιοπωλείων. Αναπαράγεται φράση μου και την αναπαράγω κι εδώ: «….Το έντυπο βιβλίο έχει ακόμη οπαδούς και μάλιστα πολυάριθμους, αν κρίνουμε από τις μεγάλες ποσότητές του που διακινούνται από τις εφημερίδες και από τις εκποιήσεις που οργανώνουν οι σύλλογοι βιβλίων, τα λεγόμενα παζάρια. Η οικονομική κρίση οδήγησε το αναγνωστικό κοινό σε στενότητα πόρων, με αποτέλεσμα να στρέφει τα νώτα του στα κλασικά βιβλιοπωλεία και στις εκθέσεις…» Και σχολιάζεται: «Ο Γιάννης Σολδάτος έπλεξε μεν το εγκώμιο του έντυπου βιβλίου, αλλά μόνον αυτού που πουλιέται στα παζάρια, με τα οποία καταγίνονται ορισμένοι εκδότες ξεχνώντας να εκδώσουν και κάποιο βιβλίο της προκοπής».

Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, όταν κάποιοι αποπειρώνται να γράψουν για τόσο ευαίσθητους τομείς. Έκανα λόγο για τις επιλογές του κοινού με χαμηλή αγοραστική ικανότητα κι εσείς τα διαβάσατε σαν εγκώμια των παζαριών.

Δεν έχετε στα χέρια το λόγο μου για τον οποίο μιλάτε και σχολιάζετε ένα απόσπασμα από το δελτίο Τύπου, το παραποιείτε και βγάζετε συμπεράσματα που εκθέτουν και προκαλούν ζημιά σε μένα και στον ΣΕΚΒ

Παραθέτω όλο τον λόγο μου, όπως μαγνητοσκοπήθηκε:

 

42ο Φεστιβάλ Βιβλίου

 

42ο Φεστιβάλ Βιβλίου και βρισκόμαστε φέτος στο Πεδίον του Άρεως, από εδώ, δηλαδή που ξεκινήσαμε, πριν 32 χρόνια, τον Σεπτέμβριο του 1981 και φύγαμε το 2002, προκειμένου να αναπλασθεί ο χώρος του μεγαλύτερου πάρκου της Αθήνας.

Η ανάπλαση κράτησε τέσσερα χρόνια, τουλάχιστον στα χαρτιά και στο μεταξύ άλλαξε καταλυτικά ο πολιτικο-κοινωνικός χάρτης της χώρας, όπως και ο αντίστοιχος βιβλιοπαραγωγικός. Μόνο το Πάρκο που μας φιλοξενεί, δεν φαίνεται να άλλαξε σε πολλά πράγματα. Παραμένει ένας χώρος, φιλόξενος, μεν, εγκατελειμμένος δε, αλλά αυτό αφορά την Περιφέρεια.

Ο πολιτικο-κοινωνικός χάρτης της χώρας μάς αφορά ως προς τα εξής σημεία:

Με τους πολιτικούς χειρισμούς των δύο τελευταίων δεκαετιών, εγκαταστάθηκαν στη γύρω περιοχή αλλοδαπά φύλα, αποθώντας ισχυρούς πνευματικούς θύλακες, που είχαν τα στέκια τους και την ατομική του ο καθένας κατοικία, από την πλατεία Αμερικής ως τα Εξάρχεια και την Κυψέλη. Η απέναντί μας πλατεία Αιγύπτου, δείγμα του άλλοτε μεγαλοαστικού χαρακτήρα της περιοχής, χαρακτηρίζει πια, με το όνομά της το νέο καθεστώς που επικρατεί στην ίδια περιοχή. Συνέπεια αυτής, της πρώτης παρατήρησης είναι ο υποβιβασμός του πολιτιστικού γεγονότος που σήμερα εγκαινιάζουμε, καθώς επιχειρούμε να εκθέσουμε εδώ τον κύριο όγκο της ελληνικής γραμματείας, μέσα σε μία πανσπερμεία ήχων και γλωσσών.

Θεαματικές αλλαγές σημειώθηκαν και στο χώρο παραγωγής και διακίνησης του βιβλίου. Η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας άλλαξε τις παραδοσιακές δομές στον βιομηχανικό τομέα της κατασκευής του βιβλίου και η ανεξέλεγκτη επέλαση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας απειλεί να εκτοπίσει τον Γουτεμβέργιο και παράλληλα να δημιουργήσει νέες θέσεις ανεργίας, μαζί με τα επαγγέλματα της βιβλιοπαραγωγής που θα διαγραφούν από το εμπορικό επιμελητήριο.

Στον τομέα της διανομής και της προβολής του βιβλίου τα νέα δεδομένα, ηλεκτρονικά και αυτά, απειλούν βιβλιοπωλεία, εκθέσεις και φυσικά τους παραδοσιακούς χονδρέμπορους. Ευτυχώς η χώρα μας παραμένει ακόμα καθυστερημένη σε αυτόν τον τομέα. Όχι πως θα μείνουμε για πάντα σ’ αυτό το σημείο, αλλά τουλάχιστον να προλάβουμε να συνειδητοποιήσουμε τις αλλαγές και να μην επέλθει ο ακαριαίος θάνατος όλων των μέχρι τώρα εργατών του βιβλίου, από την επέλαση της GOOGLE και των ανταγωνιστών της, καθώς στην προσπάθειά τους να μοιράσουν την πίττα, θα καταπατήσουν κάθε έννοια πνευματικότητας που περιέχει το συγκεκριμένο προϊόν.

Το έντυπο βιβλίο έχει ακόμη οπαδούς και μάλιστα πολυάριθμους, αν κρίνουμε από τις μεγάλες ποσότητές του που διακινούνται από τις εφημερίδες και από τις εκποιήσεις που οργανώνουν οι σύλλογοι βιβλίων, τα λεγόμενα παζάρια.

Η οικονομική κρίση που μοιάζει να βρήκε την χώρα σαν κεραυνός εν αιθρία, ενώ άστραφτε και βροντούσε από χρόνια, οδήγησε το αναγνωστικό μας κοινό σε στενότητα πόρων, με αποτέλεσμα να στρέφει επιδεικτικά τα νώτα του στα κλασικά βιβλιοπωλεία, βλέπετε την περίπτωση του υπεραιωνόβιου Βιβλιοπωλείου της Εστίας. Το κοινό στρέφει τα νώτα του και στις εκθέσεις, εδώ όχι επιδεικτικά, αλλά αισθητά. Την πληροφόρηση την αποκτά από το διαδίκτυο και την ανάγκη του για διάβασμα εντύπων την καλύπτει από άλλες πηγές.

Τι μας έμεινε τελικά, μετά τα παραπάνω που ακούσατε από μένα, και ίσως σε κάποιους να έκανα την καρδιά περιβόλι;

Απόμεινε μια μεγάλη γιορτή του Συνδέσμου Εκδοτών, που έχει καθιερωθεί στο εορτολόγιο να λαβαίνει χώρα τον μήνα Σεπτέμβριο κι εκεί να μαζευόμαστε όλοι όσοι αγαπάμε το βιβλίο. Η κάθε γιορτή δεν έχει μόνο πρακτικό οικονομικό αντίκρισμα, όπως η κατανάλωση δώρων, φαγητών και ποτών, αλλά κύρια συμβολικό. Θυμούμαστε και τιμούμε κάτι. Η γιορτή αυτή κρατάει ζωντανή την υπόθεση βιβλίο και παρέχει στους πιστούς του την ευκαιρία να θυμούνται την παράδοση και την πορεία τους μέσα στη θρησκεία που εκπροσωπείται εδώ. Και το βιβλίο είναι μια μικρή θρησκεία.

Οι γιορτές πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα, για να μη χάσουμε τον μπούσουλά μας και την αντίστοιχη ταυτότητα. Το αναφέρω αυτό, διότι φέτος, νεόκοπο αδελφό σωματείο προσπάθησε, με πλάγιους τρόπους, να καπηλευθεί μια γιορτή δεκαετιών και να στήσει νέα δική του έκθεση την ίδια περίοδο, όταν οι νόμοι της Πολιτείας απαγορεύουν τη διεξαγωγή στην ίδια πόλη δύο παράλληλων υπαίθριων εκθέσεων.

Ο πολιτισμός μας δεινοπαθεί περισσότερο από την οικονομία μας και μοιάζει να βρισκόμαστε σε μάχη χαρακωμάτων, άμυνα στις τελευταίες ζώνες, λίγο πριν μπει ο εχθρός στην πόλη.

Ο εχθρός που περιμένουμε είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι διοικούντες και ενοικούντες τον πλανήτη, που συνειδητά παραμελήσαμε τις ιδέες «παιδεία» και «πολιτισμός» και επενδύσαμε για λογαριασμό της προόδου, στην «οικονομία». Προσπαθούμε να καλύψουμε το λογιστικό έλλειμμα που δημιουργήσαμε ή κάποιοι κατασκεύασαν και όλοι αποφεύγουν να μιλήσουν για το έλλειμμα παιδείας. Φροντίζουμε να το αυξάνουμε μάλιστα, άλλοι ένοχοι και άλλοι συνένοχοι, με ποικίλους τρόπους, νόμιμους και παράνομους, όμως ανήθικους, είτε έτσι είτε αλλιώς.

Αν αποκτήσουμε παιδεία και πολιτισμό, δηλαδή ουσιαστική γνώση και όχι τεχνοκρατικές γνώσεις, πολύ εύκολα θα αλλάξουμε και τα καταναλωτικά μας πρότυπα και ακόμα πιο εύκολα θα λύσουμε τα οικονομικά μας προβλήματα.

Όλα αυτά και παρόμοια «δαιμόνια» δεν θα τα βρούμε στους λόγους των πολιτικών, των οικονομολόγων και των τεχνοκρατών, ούτε στα τηλεοπτικά παράθυρα και στις διασκέψεις κορυφής, μα στα βιβλία που επιμένουν να φιλοξενούν τη σοφία του ανθρώπινου πνεύματος, όπως συσσωρεύθηκε στους αιώνες και συνυπάρχει σήμερα, δίπλα στα σπρεντ και στις εντολές της κάθε τρόικας.

Απαιτεί φροντίδα και εγρήγορση, πριν κάποια ανεγκέφαλη πλανητική οδηγία κατατάξει το έντυπο βιβλίο στα άχρηστα για τη σύγχρονη κοινωνία είδη, το αντικαταστήσει εντελώς με το ηλεκτρονικό και το τελευταίο ίσως μείνει στην ιστορία σαν ο αδύναμος κρίκος της μακριάς αλυσίδας που κάποια στιγμή θα σπάσει.

Το αντίθετο προσπαθούμε, εμείς εδώ, μ’ αυτήν τη γιορτή, όσοι απομείναμε να υπερασπιζόμαστε πνευματικές Θερμοπύλες.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.

Γιάννης Σολδάτος

Πρόεδρος του ΣΕΚΒ

Προηγούμενο άρθροΑπό τη Μεριά του Σουάν: 100 χρόνια
Επόμενο άρθροΔιαμάχη για το άνοιγμα που επιχειρεί το Βραβείο Μπούκερ

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ