Αντόν Τσέχωφ: Η ηθική και το περιβάλλον

4
2970

Σταυρούλα Γ. Τσούπρου.                                  

 

Το τοπίο ως φύση, δηλαδή, ως αυθύπαρκτη οντότητα που κατέληξε, ωστόσο, να εξαρτά και την ίδια την ύπαρξή του ακόμη από την ανθρώπινη παρέμβαση, συνυπάρχει, σε ποικίλες τεμνόμενες πορείες, με τομείς τού επιστητού, τόσο τής Τέχνης όσο και της Επιστήμης, οι οποίοι κάποτε αλληλοκαλύπτονται και σίγουρα αλληλοσυμπληρώνονται. Εφόσον, δε, πρόκειται σε αυτήν την συνύπαρξη σαφώς για λεκτική δημιουργία, στις περισσότερες περιπτώσεις, ενυπάρχει αναπόφευκτα και η ρητορική της δημόσιας απεύθυνσης, ένα σύνολο αισθητικών αρχών, δηλαδή, που διέπουν τους τρόπους τής αναπαράστασης. Και αφού ο λόγος, μεταξύ άλλων, για ρητορική αναπαράσταση, στην σχέση της και με την Επιστήμη, ποιος ο ρόλος και το μερίδιο της τελευταίας στο προϊόν της Τέχνης;

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο του διαλόγου Τέχνης – Επιστήμης, αναφορικά πάντοτε με το φυσικό τοπίο, εντάσσεται και η βαθιά όσο και πρωτοποριακή ανησυχία του Αντόν Τσέχωφ για το περιβάλλον, βασισμένη, μάλιστα, στις ευρύτατες όσο και εις βάθος επιστημονικές γνώσεις του, οι οποίες βρήκαν τον δρόμο τους, όπως  θα διαπιστωθεί, και μέσα στο έργο του.

«Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ αντλούσε την έμπνευσή του από την ύπαιθρο, ενώ η διάδραση ανθρώπου – περιβάλλοντος – κλίματος αποτελεί κεντρικό άξονα όλων των διηγημάτων και θεατρικών του έργων», σύμφωνα και με την μελέτη των Μιχάλη Δερμιτζάκη και Μάγδας Φουσέκη με τον τίτλο «Οι φυσιογνωστικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες στο έργο τού Αντόν Τσέχωφ», από την οποία και αντλούμε τις σχετικές πληροφορίες. «Οι συχνές αναφορές του σε θέματα που συνδέονται άμεσα με τις γεωεπιστήμες και ιδιαίτερα ο συνεχής προβληματισμός των κεντρικών ηρώων του επάνω σε ζητήματα περιβαλλοντικά τον καθιέρωσαν ως έναν από τους πρώτους υποστηρικτές τού περιβάλλοντος».[1]

Οι ερευνητές μάς πληροφορούν ότι στην Ρωσία των αρχών του 20ου αιώνα κυριαρχούσαν δύο διαμετρικά αντίθετες κοσμοθεωρίες σχετικά με την ύπαιθρο: από την μια πλευρά ήταν οι μορφωμένοι τεχνοκράτες, που θεωρούσαν την αγροτική Ρωσία ένα τεράστιο υπαίθριο εργαστήριο για πειράματα “εκπολιτισμού” και, από την άλλη, ήταν οι Ρώσοι διανοούμενοι, που έβλεπαν στην ύπαιθρο τη συνέχιση των παραδοσιακών και πνευματικών αξιών τής καρδιάς τού έθνους. Η ένταση της αντίθεσης ανάμεσα στις δυο αυτές οπτικές γωνίες, συνεχίζουν οι μελετητές, γίνεται κεντρικό θέμα των έργων του Τσέχωφ, με την έμφαση, όμως, να τοποθετείται κυρίως σε θέματα που αφορούν στο περιβάλλον και στο κλίμα. Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι ο μεγάλος συγγραφέας αποδεσμεύεται από την εξιδανικευμένη θεώρηση του αγροτικού και επαρχιακού χώρου, αλλά, για δικούς του λόγους, πιο ουσιαστικούς, μένει σταθερά συνδεδεμένος με το φυσικό περιβάλλον της ρωσικής επαρχίας, το οποίο αποτελεί ένα μόνιμο στοιχείο αναφοράς του δραματικού χώρου στον οποίο αναπτύσσονται τα έργα του (πεζά και θεατρικά). Έτσι, «κεντρικοί ήρωές του υπερασπίζονται με πάθος τη διατήρηση και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος παραθέτοντας επιχειρήματα που αποκαλύπτουν σημαντικές επιστημονικές γνώσεις από το ευρύτερο πεδίο των γεωεπιστημών. Διηγήματα και θεατρικά αποκαλύπτουν περιβαλλοντική, κλιματολογική, και γεωλογική επιστημονική ενημέρωση, καθώς και εμπειρία σχετικά με ειδικευμένες χαρτογραφικές εφαρμογές χρήσεως γης. […] Σημαντικές γεωλογικές και περιβαλλοντικές αναφορές απαντούν σε όλα τα θεατρικά του έργα, από τον Βυσσινόκηπο και τον Θείο Βάνια ώς τις Τρεις Αδελφές, τον Ιβανόφ και τον Γλάρο».

Σύμφωνα με μελέτες που έχουν γραφεί για τον ρόλο της Φύσης στην μυθοπλασία του Τσέχωφ, γενικότερα, ο μεγάλος Ρώσος θεατρικός συγγραφέας ήταν ο πρώτος λογοτέχνης και δραματουργός που έθεσε τη σχέση του ανθρώπου με τη Φύση στη βάση ενός ηθικού προβληματισμού, ήδη από τα αρχικά συγγραφικά του βήματα, διαμορφώνοντας παράλληλα περιβαλλοντικές απόψεις σχετικά με τη διαβίωση στον πλανήτη μας. Στο διήγημα «Ο Αυλός» ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται από το παράπονο του γέρου βοσκού, του οποίου η περιβαλλοντική σοφία τον αφήνει άφωνο, παρατηρούν οι Δερμιτζάκης – Φουσέκη: «Εδώ και σαράντα χρόνια βλέπω τι φτιάχνει ο Θεός, χρόνο το χρόνο, κι αν με ρωτήσεις όλα παν’ κατά διαόλου… Είναι κρίμα, τέτοια ευλογία, Χριστέ μου! Ο ήλιος κι ο ουρανός και τα δάση και τα ποτάμια και τα ζωντανά του Θεού, όλα πλάστηκαν και διαμορφώθηκαν και προσαρμόστηκαν  αναμεταξύ τους. Κι όλα αυτά πρέπει να εξαφανιστούν». Ο Τσέχωφ έμεινε πιστός μέχρι το τέλος της ζωής του στη βασική αρχή τής ενότητας κι αλληλεξάρτησης όλων των έμβιων όντων και στη διαπίστωση της διαταραγμένης αρμονίας της φύσης, με αποτέλεσμα, στο έργο του, η φύση να μην αποτελεί ένα απλό φόντο για την παρουσίαση των ανθρώπινων εμπειριών και συναισθημάτων, όπως παραδοσιακά συνέβαινε στη λογοτεχνία.

 

από την μια πλευρά ήταν οι μορφωμένοι τεχνοκράτες, που θεωρούσαν την αγροτική Ρωσία ένα τεράστιο υπαίθριο εργαστήριο για πειράματα “εκπολιτισμού” και, από την άλλη, ήταν οι Ρώσοι διανοούμενοι, που έβλεπαν στην ύπαιθρο τη συνέχιση των παραδοσιακών και πνευματικών αξιών τής καρδιάς τού έθνους

Έτσι, τα ως άνω λόγια τού βοσκού ακούγονται σαν πρελούδιο για το μοναδικό μελωδικό ξεκίνημα, όπως το χαρακτηρίζουν οι ερευνητές, του θεατρικού που παρουσιάζει ο Τρέπλιεφ στην πρώτη πράξη τού Γλάρου, αλλά και για το Στοιχειό του Δάσους. Η πρώτη αξιόμεμπτη παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση είναι, κατά τον Τσέχωφ, η αποψίλωση των δασικών εκτάσεων. Έτσι, στο Στοιχειό του Δάσους, ο πρωταγωνιστής γιατρός Χρουστσόφ, αφοσιωμένος περιβαλλοντιστής, υποστηρίζει με ζέση την διατήρηση των δασών, γεγονός που του έχει προσδώσει και το ψευδώνυμο του τίτλου. Ο Χρουστσόφ χρησιμοποιεί τύρφη στο τζάκι, του για να μην καίει κούτσουρα, και φυτεύει δένδρα, όπως φύτευε και ο ίδιος ο Τσέχωφ (ο οποίος, επιπλέον, μελετούσε συστηματικά δενδροκομία και φυτοκομία), προκειμένου να αντισταθμίσει την ελάττωση των δασών. Ο μονόλογος αυτού του ήρωα στην πρώτη πράξη του έργου αποτελεί μια πολύ πιο δυνατή παραλλαγή του θρήνου τού γερο-βοσκού από τον «Αυλό».

Γύρω στο 1896 ο Τσέχωφ έχει διασκευάσει το Στοιχειό του Δάσους δημιουργώντας τον Θείο Βάνια. Τα πρόσωπα του έργου έχουν περιοριστεί και η πλοκή έχει εν μέρει αλλάξει, όμως ο ρόλος τού Δόκτορος Χρουστσόφ, που έχει πλέον γίνει Δρ. Αστρόφ, έχει μεγαλώσει, παρόλο που δεν είναι πια ο μοναδικός πρωταγωνιστής. Με ελάχιστες αλλαγές, ο μονόλογος του Χρουστσόφ εκφέρεται από τον Αστρόφ στην πρώτη πράξη του Θείου Βάνια και λαμβάνει νέες μεγαλύτερες διαστάσεις στην τρίτη πλέον πράξη. Ο Αστρόφ, ακριβώς όπως και ο Χρουστσόφ πριν από αυτόν, έχει φτιάξει έναν χάρτη τής ευρύτερης περιοχής και επιχειρεί να εξηγήσει την απεικόνιση διεξοδικά. Διάφορα χρώματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον χάρτη για να αποδώσουν τη διανομή χλωρίδας και πανίδας, πενήντα χρόνια πριν, εικοσιπέντε χρόνια πριν, καθώς και στο (τότε) παρόν. Η εικόνα που προβάλλεται καταδεικνύει μια συνεχή αποψίλωση των δασικών εκτάσεων, μια δραστική μείωση κάποιων ειδών ζώων και πτηνών, αλλά και την ολοκληρωτική εξαφάνιση άλλων. Πόσο συγκινητικός, αλήθεια, είναι ο γιατρός Άστροφ, όταν παρουσιάζει, τόσες δεκαετίες πριν, αλίμονο, στην Έλενα Αντρέεβνα την εξέλιξη της κατάστασης του δάσους και άρα την αναπόφευκτη μείωσή του τα τελευταία, τότε, πενήντα χρόνια: «Το πράσινο χρώμα, ανοιχτό και σκούρο, δηλώνει τα δάση: η μισή έκταση ήταν σκεπασμένη από δάση. Όπου έχει πάνω στο πράσινο αυτή την κόκκινη διαγράμμιση, εκεί υπήρχαν τάρανδοι, αγριοκάτσικα… Σημειώνω πάνω δω και τη χλωρίδα και την πανίδα. […] Ας κοιτάξουμε τώρα παρακάτω. Έτσι ήταν πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Τα δάση πλέον καλύπτουν μόλις το ένα τρίτο της έκτασης. […] Προχωρούμε στο τρίτο τμήμα: το χάρτη τής περιοχής όπως είναι σήμερα. Υπάρχει πράσινο κατά τόπους, αλλά όχι ενιαίο – μπαλώματα. Τάρανδοι, κύκνοι, φασιανοί έχουν εξαφανιστεί. […] Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια εικόνα βαθμιαίας και κατάφωρης παρακμής, που κατά τα φαινόμενα σε καμιά δεκαριά, το πολύ δεκαπέντε χρόνια θα είναι πλήρης. Θα μου πείτε ότι αυτά είναι οι συνέπειες τού πολιτισμού, ότι είναι φυσικό η παλιά ζωή να παραχωρεί τη θέση της στην καινούργια»[2].

Η ειρωνική αυτή κατακλείδα, τόσο ταιριαστή με το ύφος τού μεγάλου Ρώσου δραματουργού (ακραία ειρωνεία αποτελεί το γεγονός ότι «άφησε σε όλα του τα έργα τους οικολόγους ήρωές του να απευθύνονται σε ανθρώπους που είτε κώφευαν, είτε δεν αντιλαμβάνονταν τη σημασία των επιχειρημάτων του»), σε συνδυασμό με την θαυμαστή υπευθυνότητα του Δρ. Χρουστσόφ από το Στοιχειό του Δάσους («Όταν ακούω το θρόισμα του μικρού μου δάσους, αυτού που φύτεψα με τα ίδια μου τα χέρια, αντιλαμβάνομαι πως το κλίμα εξαρτάται λίγο κι από μένα») μας επισημαίνουν την όλο και μεγαλύτερη επιμονή τού συγγραφέα για τον ενεργό ρόλο που μπορεί να αναλάβει ο άνθρωπος, για την απαραίτητη συμβολή τού καθενός ως προς την διατήρηση και αποκατάσταση της φυσικής αρμονίας και ισορροπίας. Ο Τσέχωφ ζητά από τον άνθρωπο να γίνει ο ίδιος ο σωτήρας τής Φύσης, η οποία δεν θα κινδύνευε ποτέ να αποτελέσει παρελθόν, εάν ο άνθρωπος επιδίωκε πράγματι την ευτυχία του.[3]

 

Σημειώσεις

[1] Οι πληροφορίες που παρέχονται στο παρόν άρθρο (καθώς και τα παραθέματα, εκτός αν δηλώνεται κάτι διαφορετικό) αντλούνται από την υπό δημοσίευση Εργασία των Μιχάλη Δερμιτζάκη και Μάγδας Φουσέκη, «Οι φυσιογνωστικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες στο έργο τού Αντόν Τσέχωφ», Κέντρο Μουσειακών Ερευνών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ευχαριστώ και από αυτήν την θέση τούς συγγραφείς τής συγκεκριμένης εξαιρετικής μελέτης, οι οποίοι τόσο πρόθυμα την έθεσαν υπ’ όψιν μου στην ηλεκτρονική μορφή της.

[2] Βλ. στο Αντόν Τσέχοφ, Ο θείος Βάνιας, Μετάφραση από τα Ρωσικά: Αντιγόνη Φιλιπποπούλου, Ίκαρος, 1995, σσ. 50-51.

[3] Κάθε αναγνώστης του Τσέχωφ μπορεί να αντιληφθεί ότι όλα τα έργα του αντανακλούν αγάπη και ενδιαφέρον για τη Φύση. Παρ’ όλα αυτά, οι απόψεις του για τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος είναι πολύ πιο σοβαρές και τεκμηριωμένες από όσο ενός απλού φυσιολάτρη. Ο Τσέχωφ επιδεικνύει αξιοσημείωτες γνώσεις στις βασικές αρχές τής γεωγραφίας, χαρτογραφίας και προστασίας του περιβάλλοντος, πράγμα που προϋποθέτει κάποια επαφή, αφ’ ενός, με τις ιδέες των Ρώσων γεωγράφων της εποχής (ήταν, εξάλλου, μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας Φυσικών Επιστημών) και των ιστορικών, στους κύκλους των οποίων η προστασία τού περιβάλλοντος ήταν πολύ δημοφιλής («κυρίως λόγω της αρνητικής και αντικοινωνικής επιρροής που θεωρούσαν ότι είχε το δριμύ κλίμα στην ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων»), και, αφ’ ετέρου, βέβαια, με τις έρευνες των κλιματολόγων, κυρίως του Αλεξάντερ Βοϊκόφ· για όλα τα παραπάνω, βλ. αναλυτικά στην μελέτη των Δερμιτζάκη – Φουσέκη, όπου και πλούσια σχετική Βιβλιογραφία.

Προηγούμενο άρθροΤ’ απομεινάρια της Ιστορίας (Ένας πύργος στη Γερμανία ― Ζιγκμαρίνγκεν)
Επόμενο άρθροΣτις απαρχές του Roberto Bolanio (To Παγοδρόμιο)

4 ΣΧΟΛΙΑ

    • Μπορείτε να απευθυνθείτε στους συγγραφείς μέσω του Κέντρου Ερευνών του Πανεπιστημίου.

Γράψτε απάντηση στο ο αναγνώστης Ακύρωση απάντησης

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ