Αντίο Αλέν

1
64

 

Γιάννης Ν. Μπασκόζος.

 

 

Χθες έφυγε από τη ζωή ο σκηνοθέτης Αλέν Ρενέ και πολλοί θα αποχαιρετήσουν μαζί του ένα  μοντέρνο κινηματογράφο που άλλαξε τον τρόπο που βλέπαμε το σινεμά. Θυμάμαι είχα πάει να δω το αριστούργημά του «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ” στην Αλκυονίδα. Μαζί μου ένας μεγαλύτερος φίλος, μου έλεγε ότι το έβλεπε για 11η φορά κι ακόμα ανακάλυπτε πράγματα που δεν είχε δει την προηγουμένη. Ήταν φυσικά ένα σοκ για μένα. Ο φίλος δίπλα μού εξηγούσε ένα σωρό πράγματα, χρόνος, μνήμη, αφήγηση, όλα ανάκατα, τα οποία αν και με μπέρδευαν εντούτοις ήταν απόλυτα γοητευτικά. Ήταν μια ταινία που μας στοίχειωσε, αφού συνεχώς την αναφέραμε, την αναλύαμε, διαβάζαμε γι αυτήν.

 

Ήταν μια ταινία κάτι ανάλογο , ας πούμε, με  τον Οδυσσέα του Τζόις αλλά στον κινηματογράφο. Ο Αλέν Ρενέ  θέλησε και τα κατάφερε να υπονομεύσει τον χρόνο, τη μνήμη, την πιστότητα. (Ο Ρομπ Γκριγέ, σεναριογράφος είχε βάλει υπόποτιτλο στο σενάριο που παρέδωσε τη λέξη «Πειθώ»).

Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν τρία πρόσωπα, ο αφηγητής και εραστής, η γυναίκα , ο σύζυγος. Πρόκειται για μια σιωπηλή, κομψή γυναίκα που βρίσκεται στο ξενοδοχείο μαζί μ’ έναν βλοσυρό άντρα (τον σύζυγο) κι έναν ελκυστικό ξένο (τον αφηγητή) που επιμένει, παρά την άρνηση της γυναίκας, ότι είχαν μιαν ερωτική σχέση πριν από ένα χρόνο, ίσως σε μιαν άλλη λουτρόπολη, το Μάριενμπαντ, και ότι είχαν δώσει ραντεβού να ξανασυναντηθούν τώρα. Υποτίθεται ότι ο αφηγητής την πείθει να φύγουν μαζί αλλά εκείνη τελευταία στιγμή υποχωρεί. Η  γυναίκα δεν θυμάται τον αφηγητή, μπορεί να κάνει λάθος ο αφηγητής, να γνώρισε πέρυσι μιαν άλλη γυναίκα. Η ερωτική σχέση ανάγεται στο παρελθόν που όμως αμφισβητείται αν υπήρξε αυτό το παρελθόν. Τίποτα δεν είναι βεβαιωμένο, τίποτα δεν είναι αντικειμενικό. Ο χρόνος είναι εντελώς υποκειμενικός και κάθε πρόσωπο τον χειρίζεται όπως θέλει. Όλα, τελικά, είναι φαντάσματα  ή αυθαίρετοι συνειρμοί του άνδρα, της γυναίκας και βέβαια του σκηνοθέτη. Η ιστορία μπορεί να είχε συμβεί, μπορεί και όχι, κάθε στιγμή, κάθε λέξη του αφηγητή βάζει ένα ερωτηματικό. Όλο το σκηνικό που διαδραματίζεται σε ένα μπαρόκ πολυτελές ξενοδοχείο μοιάζει με ένα σκάκι που ο σκηνοθέτης κινεί τα πιόνια με μη προσδιορίσιμες κινήσεις.

Ο Αλέν Ρενέ , όπως και ο Γκοντάρ ή ο Μπέργκμαν αναδιατυπώσαν τους όρους της φιλμικής κατασκευής.  Όπως και στο «νέο μυθιστόρημα» έτσι και στο «νέο κύμα» του κινηματογράφου οι καλλιτέχνες αποδόμησαν τον ρεαλισμό, την χρονική αφήγηση, την παντοκρατορία του συγγραφέα – αφηγητή- πρωταγωνιστή, την ολοκληρωμένη ψυχολογική παρουσίαση των χαρακτήρων ενώ εισήγαγαν παραμέτρους ρευστότητας  και  αμφισημίας.

Όλοι αυτοί μας έμαθαν ότι ο κόσμος μπορεί να ειδωθεί κι αλλιώς.

 

 

Σημείωση:

Ο ΑλένΡενέ γεννήθηκε στη Βαν της Γαλλίας ως Αλέν Πιέρ Μαρί Ζαν Ζορζ Ρενέ και τον Ιούνιο θα έκλεινε τα 92 του χρόνια. Βρήκε για πρώτη φορά την παγκόσμια αναγνώριση το 1959 με την ταινία «Χιροσίμα αγάπη μου», την τραγική ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια Γαλλίδα ηθοποιό και έναν Ιάπωνα αρχιτέκτονα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τελευταία του ταινία το “Aimer, boire et chanter”/ «The life of Riley» που απέσπασε το βραβείο Alfred Bauer και της Παγκόσμιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο τελευταίο κινηματογραφικό φεστιβάλ Βερολίνου.

 

 

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Εξαιρετικό. Οι προεκτάσεις της αφήγησης, το ρευστό της πραγματικότητας και της συνείδησης μέσα στον κόσμο της τέχνης και της αναζήτησης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here